| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Σάββατο, 05/09/2026

 

Μικτή είναι η εικόνα που προκύπτει για την ελληνική οικονομία από τη νέα αξιολόγηση της Morningstar DBRS. Ο οίκος έκανε ένα ακόμη βήμα προς μια πιθανή αναβάθμιση της χώρας, μεταβάλλοντας τις προοπτικές της από σταθερές σε θετικές, διατήρησε όμως την πιστοληπτική αξιολόγηση στο BBB, αναδεικνύοντας παράλληλα μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες.

Η αξιολόγηση αποτυπώνει ουσιαστικά δύο διαφορετικές πλευρές της ελληνικής οικονομίας. Στη θετική πλευρά βρίσκονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η σημαντική βελτίωση του τραπεζικού συστήματος και η ανάπτυξη που εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Στον αντίποδα, το ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, η παραγωγικότητα απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει μεγάλο, ενώ η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο οι επενδύσεις μπορούν να διατηρήσουν την ίδια δυναμική τα επόμενα χρόνια.

 

Το χρέος υποχωρεί, αλλά παραμένει το μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη

Η σημαντικότερη θετική εξέλιξη για τη DBRS είναι η πορεία του δημόσιου χρέους. Τον Μάρτιο του 2026 το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης είχε περιοριστεί στο 143,5% του ΑΕΠ, από 152,9% έναν χρόνο νωρίτερα.

Η αποκλιμάκωση αναμένεται να συνεχιστεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το χρέος θα υποχωρήσει στο 140,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 134,4% το 2027, με βασικούς μοχλούς τα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, την ονομαστική ανάπτυξη και τις πρόωρες αποπληρωμές.

Παρά τη σημαντική βελτίωση, η DBRS επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη, έναντι μέσου όρου μόλις 88,9% του ΑΕΠ. Επομένως, το ύψος του χρέους παραμένει βασική πιστωτική αδυναμία.

Η χώρα διαθέτει, πάντως, σημαντικές δικλίδες ασφαλείας. Η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους ανέρχεται σε 18,3 χρόνια, τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης φθάνουν τα 31,1 δισ. ευρώ, ενώ μετά και τις πράξεις αντιστάθμισης το σύνολο του χρέους βρίσκεται ουσιαστικά σε σταθερό επιτόκιο.

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η βιωσιμότητα του χρέους θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα διατήρησης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και ισχυρών ονομαστικών ρυθμών ανάπτυξης. Καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα θα αντικαθίσταται σταδιακά από χρηματοδότηση μέσω των αγορών, η Ελλάδα θα εκτίθεται περισσότερο στις μεταβολές του κόστους δανεισμού.

Επιπλέον, οι κρατικές εγγυήσεις ανέρχονται σε 23,9 δισ. ευρώ, ή 9,5% του ΑΕΠ, με περίπου το 69% να συνδέεται με το πρόγραμμα «Ηρακλής».

Τα υψηλά πλεονάσματα αποτελούν μεγάλο πλεονέκτημα

Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στα δημόσια οικονομικά. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν πρωτογενές έλλειμμα περίπου 1%.

Σύμφωνα με τη DBRS, η επίδοση αυτή συνδέεται τόσο με τον έλεγχο των κρατικών δαπανών, κυρίως μισθολογικού και κοινωνικού χαρακτήρα, όσο και με τη σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Ενδεικτικό είναι ότι μεταξύ 2019 και 2025 το συνδυασμένο μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Για το 2026 ο οίκος αναμένει πρωτογενές πλεόνασμα 4% του ΑΕΠ, ενώ για το 2027 προβλέπει 3,7%.

Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η δημοσιονομική επίδοση μπορεί να διατηρηθεί. Οι πιέσεις στις κρατικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, κυρίως εξαιτίας των αυξημένων αμυντικών αναγκών, της γήρανσης του πληθυσμού και του κόστους της πράσινης μετάβασης.

Η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, αλλά επιβραδύνεται

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, χωρίς όμως να διατηρεί τους προηγούμενους ρυθμούς.

Μετά από μέση ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2023-2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ρυθμό 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027.

Η επιβράδυνση αποδίδεται κυρίως στην ασθενέστερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, σε συνδυασμό με το ενεργειακό σοκ, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Ο τουρισμός λειτουργεί ως σημαντικό αντίβαρο. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, ενισχύοντας την εξωτερική ζήτηση.

Η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό αποτελεί όμως ταυτόχρονα και κίνδυνο. Το 2025 οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν στο 89% των καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών, έναντι 73% το 2019, γεγονός που καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη σε μια πιθανή επιδείνωση των διεθνών τουριστικών ροών.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Ένα από τα σημαντικότερα «καμπανάκια» της DBRS αφορά την επενδυτική δραστηριότητα.

Ο οίκος εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα παραμείνουν ισχυρές το 2026, όμως στη συνέχεια αναμένεται να υπάρξει επιβράδυνση καθώς ολοκληρώνονται οι εκταμιεύσεις των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Η χώρα χρειάζεται να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική και μετά το τέλος των ευρωπαϊκών πόρων, σε μια περίοδο κατά την οποία η εγχώρια αποταμίευση παραμένει χαμηλή.

Κατά συνέπεια, η διατήρηση υψηλών επενδύσεων θα απαιτήσει, σύμφωνα με τη DBRS, συνεχιζόμενες και σημαντικές εισροές ξένων κεφαλαίων.

Παραγωγικότητα: Το μεγάλο διαρθρωτικό πρόβλημα

Παρά τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η DBRS δείχνουν ότι η ονομαστική παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο αντιστοιχούσε το 2025 σε μόλις 67% του μέσου όρου της ΕΕ-27, σε όρους προτύπων αγοραστικής δύναμης.

Η εικόνα αυτή εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει από τα επίπεδα εισοδήματος και παραγωγής των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Η DBRS αναγνωρίζει πάντως ότι οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και εκτιμά ότι η συνέχισή τους μπορεί να συμβάλει σε υψηλότερη παραγωγικότητα τα επόμενα χρόνια.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών δεν έχει αντιμετωπιστεί

Σημαντική αδυναμία παραμένουν και οι εξωτερικές ανισορροπίες.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, παραμένει όμως αισθητά υψηλότερο από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

Μάλιστα, η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει διεύρυνσή του στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, πριν περιοριστεί στο 5,8% το 2027.

Η επιδείνωση συνδέεται μεταξύ άλλων με την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, αλλά και με τις αυξημένες εισαγωγές κεφαλαιουχικών αγαθών που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση της ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας.

Παράλληλα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, στο 238% του ΑΕΠ, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας διαμορφωνόταν στο -133% του ΑΕΠ τον Μάρτιο.

Η DBRS σημειώνει, ωστόσο, ότι σημαντικό μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια και μεγάλες διάρκειες.

Οι τράπεζες έχουν αλλάξει εικόνα, αλλά οι servicers παραμένουν πρόβλημα

Σημαντική είναι η βελτίωση του τραπεζικού συστήματος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς των τραπεζών είχαν περιοριστεί στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026, από 40,6% στο τέλος του 2019.

Η εξυγίανση, όμως, δεν έχει ολοκληρωθεί στο σύνολο του συστήματος. Μεγάλο μέρος των προβληματικών δανείων έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικών ισολογισμών και η επίλυσή τους παραμένει αργή.

Η DBRS επικαλείται εκτίμηση του ΔΝΤ σύμφωνα με την οποία το σύνολο των ανεπίλυτων προβληματικών δανείων εκτός τραπεζικού συστήματος αντιστοιχεί περίπου στο 37% του ΑΕΠ.

Αυτό περιορίζει και τη δεξαμενή των δανειοληπτών που μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέα τραπεζική χρηματοδότηση.

Επιπλέον, ο οίκος επισημαίνει ότι η ποιότητα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών εξακολουθεί να έχει αδυναμίες, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιστοιχούσαν στο τέλος του 2025 περίπου στο 40,1% των κεφαλαίων CET1.

Θετική η πολιτική σταθερότητα, προβληματισμός για τους θεσμούς

Σε πολιτικό επίπεδο, η DBRS εκτιμά ότι ο κίνδυνος μιας μεγάλης αλλαγής οικονομικής πολιτικής παραμένει περιορισμένος, ακόμη και ενόψει μιας πιθανώς δύσκολης εκλογικής αναμέτρησης το 2027.

Ο οίκος διαπιστώνει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών δυνάμεων σε κρίσιμα ζητήματα, ιδιαίτερα στη δημοσιονομική πολιτική.

Παράλληλα, όμως, καταγράφει προβληματισμό για τη θεσμική ποιότητα. Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα, ενώ οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας κατατάσσουν την Ελλάδα χαμηλότερα από τους περισσότερους εταίρους της στην ΕΕ, ιδιαίτερα στον τομέα του κράτους δικαίου.

Ο δρόμος προς την επόμενη αναβάθμιση

Η απόφαση της DBRS να μετατρέψει τις προοπτικές σε θετικές αποτελεί σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον πιο κοντά στην επόμενη βαθμίδα αξιολόγησης.

Για να πραγματοποιηθεί όμως το επόμενο βήμα, η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει την πτωτική πορεία του χρέους, να διατηρήσει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και να αποδείξει ότι μπορεί να διατηρήσει την επενδυτική και αναπτυξιακή δυναμική ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Παράλληλα, η βελτίωση της παραγωγικότητας, η μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και η περαιτέρω εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις.

Με άλλα λόγια, η DBRS αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της κρίσης χρέους, αλλά το BBB δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε διαβατήριο για την επόμενη βαθμίδα. Το επόμενο στοίχημα είναι να αποδειχθεί ότι η δημοσιονομική βελτίωση και η ισχυρή ανάπτυξη μπορούν να αποκτήσουν μόνιμα και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum