|
Ωστόσο, σύμφωνα με την
οικονομολόγο και
συγγραφέα Dambisa
Moyo,
το πρόβλημα δεν
περιορίζεται στις υψηλές
αποτιμήσεις. Ο
μεγαλύτερος κίνδυνος
βρίσκεται στη συσσώρευση
χρέους, στην αυξανόμενη
χρήση μόχλευσης και στις
νέες μορφές
χρηματοδότησης που έχουν
δημιουργήσει ένα πιο
σύνθετο και λιγότερο
διαφανές
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Η μόχλευση σε ιστορικά
επίπεδα
Ένα μεγάλο μέρος του
πρόσφατου ράλι στις
αμερικανικές αγορές έχει
στηριχθεί σε δανεικά
κεφάλαια, με τις
εκτιμήσεις να κάνουν
λόγο για περισσότερα από
1 τρισ. δολάρια
χρηματοδότησης μέσω
μόχλευσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της FINRA,
το margin
debt
στις ΗΠΑ, δηλαδή τα
χρήματα που δανείζονται
επενδυτές από
χρηματιστηριακές
εταιρείες για να
αυξήσουν τις
τοποθετήσεις τους, έχει
αυξηθεί κατά περίπου 54%
σε ετήσια βάση,
φτάνοντας σε νέο
ιστορικό υψηλό κοντά στα
1,4 τρισ. δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί πρόσθετη
ευαισθησία στις αγορές,
καθώς μια απότομη
διόρθωση θα μπορούσε να
οδηγήσει σε αναγκαστικές
πωλήσεις από επενδυτές
που έχουν χρηματοδοτήσει
τις θέσεις τους μέσω
δανεισμού.
Ιδιαίτερο προβληματισμό
προκαλούν επίσης τα
leveraged
ETFs,
καθώς αρκετοί επενδυτές
δεν αντιλαμβάνονται
πλήρως ότι η καθημερινή
αναπροσαρμογή αυτών των
προϊόντων μπορεί να
ενισχύσει σημαντικά τις
απώλειες σε περιόδους
έντονης μεταβλητότητας.
Το «αόρατο» ρίσκο της
ιδιωτικής πίστωσης
Ένας ακόμη παράγοντας
ανησυχίας είναι η
ταχύτατη ανάπτυξη της
αγοράς private
credit,
δηλαδή της ιδιωτικής
πίστης που παρέχεται
εκτός του παραδοσιακού
τραπεζικού συστήματος.
Η Dambisa
Moyo
επισημαίνει ότι η
συγκεκριμένη αγορά
παρουσιάζει
χαρακτηριστικά που
δυσκολεύουν την πλήρη
αποτίμηση των κινδύνων,
καθώς μεγάλο μέρος των
δραστηριοτήτων της δεν
υπόκειται στο ίδιο
επίπεδο εποπτείας με τις
τράπεζες.
Η έλλειψη διαφάνειας
δημιουργεί ερωτήματα
σχετικά με το πραγματικό
ύψος της μόχλευσης και
την επάρκεια κεφαλαίων
σε περίπτωση σημαντικών
ζημιών.
Ανάλογες ανησυχίες έχει
εκφράσει και ο διευθύνων
σύμβουλος της
JPMorgan
Chase,
Jamie
Dimon,
ο οποίος έχει
υπογραμμίσει ότι τα μη
τραπεζικά ιδρύματα έχουν
αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο
στη χρηματοδότηση πιο
ριψοκίνδυνων δανείων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που επικαλείται, το
ποσοστό των
leveraged
loans
που βρίσκεται πλέον στα
χέρια μη τραπεζικών
οργανισμών έχει αυξηθεί
σημαντικά την τελευταία
δεκαετία, ενώ η παρουσία
τους στην αγορά
στεγαστικής
χρηματοδότησης έχει
επίσης ενισχυθεί
θεαματικά.
Παράλληλα, η αυξημένη
εξάρτηση κυβερνήσεων από
βραχυπρόθεσμο δανεισμό
δημιουργεί νέους
κινδύνους στις αγορές
ομολόγων, καθώς η ανάγκη
αναχρηματοδότησης μπορεί
να γίνει πιο δύσκολη σε
ένα περιβάλλον υψηλών
επιτοκίων.
Επιτόκια και τεχνητή
νοημοσύνη οι δύο μεγάλοι
καταλύτες κινδύνου
Σύμφωνα με τη
Moyo,
δύο παράγοντες θα
μπορούσαν να προκαλέσουν
μια σημαντική ανατροπή
του επενδυτικού
κλίματος.
Ο πρώτος αφορά μια
πιθανή νέα άνοδο των
επιτοκίων. Παρότι οι
πληθωριστικές πιέσεις
έχουν υποχωρήσει σε
σχέση με τα προηγούμενα
χρόνια, οι κίνδυνοι από
τις ενεργειακές αγορές
και τις γεωπολιτικές
εξελίξεις παραμένουν.
Η αβεβαιότητα γύρω από
τις παγκόσμιες
ενεργειακές ροές, αλλά
και η πιθανότητα
διατήρησης του
πληθωρισμού σε υψηλότερα
επίπεδα από τους στόχους
των κεντρικών τραπεζών,
αποτελούν παράγοντες που
μπορούν να επηρεάσουν τη
νομισματική πολιτική.
Ο δεύτερος κίνδυνος
αφορά τη μεγάλη
συγκέντρωση των
χρηματιστηριακών κερδών
γύρω από την τεχνητή
νοημοσύνη.
Οι επενδυτικές
προσδοκίες για την
αμερικανική αγορά έχουν
συνδεθεί σε μεγάλο βαθμό
με την ανάπτυξη της
AI,
γεγονός που σημαίνει ότι
μια πιθανή απογοήτευση
από κάποια μεγάλη
τεχνολογική εταιρεία θα
μπορούσε να προκαλέσει
έντονες πιέσεις.
Οι λεγόμενες
Magnificent
Seven,
δηλαδή οι Apple,
Microsoft,
Nvidia,
Alphabet,
Amazon,
Meta
Platforms
και Tesla,
αντιπροσωπεύουν πλέον
περίπου το ένα τρίτο της
συνολικής αξίας του
δείκτη S&P
500.
Την ίδια στιγμή, οι
επενδύσεις τους σε
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης και κέντρα
δεδομένων αναμένεται να
παραμείνουν τεράστιες,
γεγονός που αυξάνει
ακόμη περισσότερο την
εξάρτηση της αγοράς από
την επιτυχία του
συγκεκριμένου
τεχνολογικού κύκλου.
Ο κίνδυνος μιας
υπερβολικά αισιόδοξης
αγοράς
Το βασικό ερώτημα για
τους επενδυτές είναι εάν
η τεχνητή νοημοσύνη θα
δημιουργήσει πράγματι τα
επίπεδα κερδοφορίας και
παραγωγικότητας που
προεξοφλούν σήμερα οι
αγορές.
Σε περίπτωση που οι
επενδύσεις στην
AI
δεν μετατραπούν σε
αντίστοιχα εταιρικά
κέρδη ή υπάρξει
επιβράδυνση στις
σχετικές δαπάνες, η
διόρθωση στις αγορές θα
μπορούσε να είναι
έντονη.
Το κοινό σημείο στις
προειδοποιήσεις της
Dambisa
Moyo
και του Jamie
Dimon
είναι ότι οι αγορές
σήμερα δεν
αντιμετωπίζουν μόνο τον
κίνδυνο μιας υπερβολικής
αποτίμησης, αλλά και ένα
πιο σύνθετο σύστημα
αλληλεξαρτήσεων, όπου η
μόχλευση, η ιδιωτική
πίστωση και η
τεχνολογική συγκέντρωση
μπορούν να ενισχύσουν
τις επιπτώσεις μιας
πιθανής αναταραχής.
|