|
Η βελτίωση του δείκτη
συνδυάζεται και με
μείωση του ονομαστικού
μεγέθους του χρέους.
Ειδικότερα, το δημόσιο
χρέος διαμορφώθηκε στα
360 δισεκατομμύρια ευρώ
στο τέλος του πρώτου
τριμήνου του 2026,
παρουσιάζοντας μείωση
άνω των 6
δισεκατομμυρίων ευρώ σε
σχέση με τα 366
δισεκατομμύρια ευρώ του
Μαρτίου του 2025.
Παρά τη σημαντική αυτή
υποχώρηση, η Ελλάδα
διατηρεί το υψηλότερο
ποσοστό δημόσιου χρέους
στην ΕΕ, αν και η
απόσταση από τη δεύτερη
επιβαρυμένη οικονομία,
την Ιταλία (138,9% του
ΑΕΠ), έχει πλέον
περιοριστεί στις 4,6
ποσοστιαίες μονάδες.
Στην κατάταξη των χωρών
με τα υψηλότερα επίπεδα
χρέους ακολουθούν η
Γαλλία με 117,6%, το
Βέλγιο με 109,1% και η
Ισπανία με 101,6%.
Η υποχώρηση του
ελληνικού χρέους
καταγράφεται σε ένα
ευρωπαϊκό περιβάλλον
όπου η πλειονότητα των
κρατών-μελών
αντιμετωπίζει αυξημένες
δημοσιονομικές πιέσεις.
Όπως προκύπτει από τα
στοιχεία της
Eurostat,
σε 19 κράτη-μέλη
σημειώθηκε αύξηση του
λόγου χρέους προς ΑΕΠ,
με αποτέλεσμα ο μέσος
όρος στην ΕΕ-27 να
αυξηθεί κατά 1,5
ποσοστιαία μονάδα, την
ώρα που η Ελλάδα
συγκαταλέγεται μεταξύ
των μόλις οκτώ χωρών που
πέτυχαν μείωση.
Σύμφωνα με αναλυτές και
στελέχη του οικονομικού
επιτελείου, η διαρκής
μείωση του χρέους
συμβάλλει στη συγκράτηση
του κόστους εξυπηρέτησης
του δημόσιου δανεισμού
και ενισχύει την
επενδυτική εικόνα της
χώρας στις διεθνείς
αγορές. Η εξέλιξη αυτή
αποδίδεται τόσο στη
δημοσιονομική πειθαρχία
όσο και στη μεγέθυνση
του ονομαστικού ΑΕΠ,
συνδυασμός που
επιταχύνει την
αποκλιμάκωση των
αριθμοδεικτών.
|