|
Έτσι δημιουργείται ένα
παράδοξο για τη
Fed:
η κεντρική τράπεζα είναι
υποχρεωμένη να
αντιδράσει επειδή ο
πληθωρισμός βρίσκεται
πάνω από τον στόχο, αλλά
το βασικό της εργαλείο
μπορεί να έχει
περιορισμένη
αποτελεσματικότητα
απέναντι στις
συγκεκριμένες πιέσεις.
Η αύξηση των επιτοκίων
δεν μειώνει το κόστος
της ενέργειας
Η Fed
προχώρησε στην πρώτη
αύξηση επιτοκίων από τον
Ιούλιο του 2023, σε μια
προσπάθεια να περιορίσει
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Όμως, όπως υπογραμμίζει
ο Rieder,
μια αύξηση κατά 25
μονάδες βάσης δεν
πρόκειται να μειώσει
άμεσα το κόστος του
πετρελαίου, της
ασφάλισης, της
υγειονομικής περίθαλψης
ή της εκπαίδευσης.
Αυτό είναι το βασικό
πρόβλημα της σημερινής
συγκυρίας.
Ο πληθωρισμός δεν
προέρχεται αποκλειστικά
από υπερβολική ζήτηση
που μπορεί να
περιοριστεί με
ακριβότερο χρήμα. Σε
σημαντικό βαθμό
συνδέεται με
προσφορά και κόστος,
ιδιαίτερα στην ενέργεια.
Και όταν η προσφορά
πετρελαίου περιορίζεται
λόγω γεωπολιτικών
εξελίξεων, η αύξηση των
επιτοκίων δεν μπορεί να
δημιουργήσει περισσότερα
βαρέλια.
Υψηλή ζήτηση για χρήμα,
περιορισμένη προσφορά
ενέργειας
Στο ίδιο μήκος κύματος
κινείται και η
Stephanie
Guild,
επικεφαλής επενδύσεων
της Robinhood
Markets.
Όπως επισημαίνει, η
σημερινή οικονομία
χαρακτηρίζεται από υψηλή
ζήτηση για χρήμα, μεγάλη
ανάγκη για ενέργεια,
αλλά ταυτόχρονα από
περιορισμένη προσφορά.
Η προσφορά πετρελαίου
μειώνεται, ενώ το
παγκόσμιο οικονομικό
σύστημα εξακολουθεί να
έχει να διαχειριστεί
πολύ υψηλά
επίπεδα χρέους.
Αυτό δημιουργεί μια
σειρά από «τριβές» στην
οικονομία, τις οποίες
μια απλή αύξηση
επιτοκίων δεν είναι
βέβαιο ότι μπορεί να
εξαλείψει.
Η Guild
εκτιμά μάλιστα ότι οι
επενδυτές θα πρέπει να
λαμβάνουν υπόψη αυτούς
τους κινδύνους στα
χαρτοφυλάκιά τους,
μεταξύ άλλων μέσω
τοποθετήσεων που μπορούν
να επωφεληθούν από
υψηλότερες τιμές
πετρελαίου.
Η αγορά περιμένει τώρα
τον Kevin
Warsh
Το επόμενο κρίσιμο
ζήτημα είναι η
κατεύθυνση που θα δώσει
ο Kevin
Warsh
στη νομισματική
πολιτική.
Οι επενδυτές
παρακολουθούν στενά τις
οικονομικές προβολές της
Fed
και το λεγόμενο
dot
plot,
προκειμένου να
εκτιμήσουν εάν η
πρόσφατη αύξηση θα
παραμείνει μεμονωμένη ή
εάν θα ακολουθήσουν και
άλλες.
Το τελευταίο dot
plot
δεν απέκλεισε το
ενδεχόμενο μίας
ακόμη αύξησης μέσα στο
2026.
Εάν η Fed
επιλέξει
πιο επιθετική στάση, το
κόστος δανεισμού θα
μπορούσε να παραμείνει
υψηλό για μεγαλύτερο
διάστημα, ασκώντας πίεση
στις αποτιμήσεις των
μετοχών και ιδιαίτερα
στις εταιρείες των
οποίων η αξία βασίζεται
σε μελλοντικά κέρδη.
Τι δείχνει η ιστορία για
τις μετοχές
Η πρώτη αύξηση επιτοκίων
ενός νέου κύκλου δεν
σημαίνει απαραίτητα ότι
ακολουθεί άμεσα μια
παρατεταμένη
χρηματιστηριακή πτώση.
Ανάλυση της
Kobeissi
Letter
για επτά κύκλους
αυξήσεων της Fed
από το 1988 δείχνει ότι
ο S&P
500 υποχώρησε κατά μέσο
όρο περίπου 4%
στις έξι εβδομάδες
μετά την πρώτη αύξηση.
Ωστόσο, οι απώλειες
αυτές ανακτήθηκαν κατά
μέσο όρο μέσα στις
επόμενες πέντε έως έξι
εβδομάδες.
Σε ορίζοντα έξι μηνών, ο
S&P
500 παρουσίασε μέση
απόδοση περίπου
4%, ενώ σε
ορίζοντα 12 μηνών η μέση
απόδοση έφτασε περίπου
το 9%.
Η μόνη εξαίρεση σε
θετική δωδεκάμηνη
απόδοση ήταν ο κύκλος
του 2022.
Τα ιστορικά δεδομένα,
βέβαια, δεν αποτελούν
πρόβλεψη για την
τρέχουσα περίοδο. Οι
σημερινές συνθήκες
διαφέρουν σημαντικά,
κυρίως λόγω της
γεωπολιτικής έντασης,
των υψηλών τιμών
ενέργειας και του
μεγάλου δημόσιου και
ιδιωτικού χρέους.
Το μεγάλο δίλημμα της
Fed
Η Fed
βρίσκεται έτσι μπροστά
σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο
δίλημμα.
Εάν δεν αυξήσει τα
επιτόκια, κινδυνεύει να
επιτρέψει στον
πληθωρισμό να παραμείνει
πάνω από τον στόχο για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Εάν όμως αυξήσει
επιθετικά τα επιτόκια,
μπορεί να περιορίσει τη
ζήτηση και τις
επενδύσεις χωρίς να
αντιμετωπίσει τις
βασικές αιτίες ενός
πληθωρισμού που
τροφοδοτείται από την
ενέργεια και άλλες
πιέσεις στην πλευρά της
προσφοράς.
Το πρόβλημα γίνεται
ακόμη πιο σύνθετο επειδή
οι υψηλές αποδόσεις των
ομολόγων αυξάνουν ήδη το
κόστος χρηματοδότησης σε
ολόκληρη την οικονομία.
Η Fed
μπορεί να περιορίσει τη
ζήτηση για χρήμα. Δεν
μπορεί όμως να αυξήσει
την προσφορά πετρελαίου,
να μειώσει το κόστος των
ασφαλίσεων ή να
εξαφανίσει το υψηλό
χρέος.
Αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο
χαρακτηριστικό του
σημερινού πληθωριστικού
περιβάλλοντος: η
νομισματική πολιτική
παραμένει αναγκαία, αλλά
η αποτελεσματικότητά της
έχει όρια όταν το
πρόβλημα βρίσκεται
περισσότερο στην
προσφορά, στην ενέργεια
και στο κόστος
παρά στην υπερβολική
ζήτηση.
Και αυτό σημαίνει ότι
για τις αγορές, η πορεία
των επιτοκίων θα πρέπει
να εξετάζεται πλέον μαζί
με την πορεία του
πετρελαίου, του
πληθωρισμού, των
αποδόσεων των ομολόγων
και της παγκόσμιας
ανάπτυξης.
|