|
Η απόσταση μεταξύ των
δύο μεγεθών έχει
περιοριστεί το τελευταίο
διάστημα, ωστόσο
εξακολουθεί να αποτελεί
ένδειξη ότι οι επενδυτές
θα πρέπει να είναι
περισσότερο
συγκρατημένοι στις
προσδοκίες τους σε σχέση
με τις εξαιρετικά
ισχυρές επιδόσεις των
προηγούμενων ετών.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η
απόκλιση στις
αμερικανικές μετοχές,
ενώ ακολουθούν από κοντά
τα εμπορεύματα. Και στις
δύο περιπτώσεις, οι
τρέχουσες προβλέψεις
δείχνουν ότι οι
μελλοντικές αποδόσεις
πιθανότατα θα είναι
χαμηλότερες από αυτές
που απολάμβαναν οι
επενδυτές την τελευταία
δεκαετία.
Ο GMI
ως «βάση» για ένα
μακροπρόθεσμο
χαρτοφυλάκιο
Ο Global
Market
Index
δεν αποτελεί επενδυτικό
προϊόν, αλλά ένα
θεωρητικό σημείο
αναφοράς για ένα ευρέως
διαφοροποιημένο
χαρτοφυλάκιο που θα
μπορούσε να αντιστοιχεί
στον μέσο επενδυτή με
εξαιρετικά μακρύ
επενδυτικό ορίζοντα.
Η χρησιμότητά του
έγκειται κυρίως στο ότι
προσφέρει ένα αρχικό
σημείο αναφοράς για την
κατανομή κεφαλαίων. Από
εκεί και πέρα, η σύνθεση
ενός πραγματικού
χαρτοφυλακίου μπορεί να
προσαρμοστεί ανάλογα με
τον επενδυτικό ορίζοντα,
την ανοχή στον κίνδυνο,
τους στόχους και τις
προσδοκίες κάθε
επενδυτή.
Η ιστορική συμπεριφορά
του GMI
δείχνει επίσης ότι μια
παθητική στρατηγική
ευρείας διαφοροποίησης
μπορεί να παραμένει
ανταγωνιστική απέναντι
σε πολλές ενεργητικές
στρατηγικές κατανομής
κεφαλαίων, ιδιαίτερα
όταν συνυπολογίζονται ο
κίνδυνος, τα κόστη
συναλλαγών και η
φορολογία.
Οι προβλέψεις, βέβαια,
δεν θα πρέπει να
αντιμετωπίζονται ως
ακριβείς εκτιμήσεις για
το μέλλον. Είναι πιθανό
ορισμένες, αρκετές ή
ακόμη και όλες να
αποδειχθούν λανθασμένες
σε κάποιο βαθμό. Η
εκτίμηση για το συνολικό
GMI
θεωρείται πάντως πιο
αξιόπιστη από τις
επιμέρους προβλέψεις,
καθώς η συνένωση
διαφορετικών κατηγοριών
περιουσιακών στοιχείων
περιορίζει μέρος της
μεταβλητότητας και των
επιμέρους σφαλμάτων.
Τρία μοντέλα για την
πρόβλεψη
Η εκτίμηση του 8,1%
προκύπτει από τον μέσο
όρο τριών μοντέλων.
Το πρώτο είναι το
Building
Block
(BB),
το οποίο χρησιμοποιεί
τις ιστορικές αποδόσεις
ως βάση για την εκτίμηση
του μέλλοντος.
Υπολογίζεται το
risk
premium
κάθε κατηγορίας
περιουσιακών στοιχείων
και στη συνέχεια
προστίθεται μια εκτίμηση
της «ασφαλούς»
πραγματικής απόδοσης, με
βάση την τρέχουσα
απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού TIPS.
Το δεύτερο είναι το
Equilibrium
(EQ).
Εδώ η προσέγγιση είναι
διαφορετική, καθώς η
μελλοντική απόδοση
εκτιμάται μέσω του
κινδύνου. Το μοντέλο
λαμβάνει υπόψη τον
δείκτη Sharpe
του συνολικού
χαρτοφυλακίου, την
αναμενόμενη
μεταβλητότητα κάθε
κατηγορίας ενεργητικού
και τη συσχέτισή της με
το GMI.
Το τρίτο μοντέλο,
Adjusted
(ADJ),
βασίζεται στο EQ
αλλά προσαρμόζει τις
προβλέψεις με βάση τη
βραχυπρόθεσμη δυναμική
των τιμών και τη
μακροπρόθεσμη τάση
επαναφοράς προς τον μέσο
όρο. Όταν οι τιμές
βρίσκονται σημαντικά
πάνω από τους κινητούς
μέσους όρους 12 μηνών
και 5 ετών, το μοντέλο
μειώνει την εκτιμώμενη
μελλοντική απόδοση.
Αντίστροφα, όταν οι
τιμές βρίσκονται
χαμηλότερα, η εκτίμηση
ενισχύεται.
Ο τελικός αριθμός για
κάθε κατηγορία προκύπτει
από τον απλό μέσο όρο
των τριών μοντέλων.
Τι δείχνει η σύγκριση με
την τελευταία δεκαετία
Το βασικό μήνυμα της
ανάλυσης είναι ότι οι
επενδυτές δεν θα πρέπει
να θεωρούν δεδομένη την
επανάληψη των αποδόσεων
της προηγούμενης
δεκαετίας.
Ο GMI
έχει αποδώσει 9,9%
ετησιοποιημένα τα
τελευταία δέκα χρόνια,
ενώ η τρέχουσα
μακροπρόθεσμη εκτίμηση
βρίσκεται στο 8,1%. Η
διαφορά των περίπου 1,8
ποσοστιαίων μονάδων δεν
είναι αμελητέα και
υποδηλώνει ότι οι
μελλοντικές αποδόσεις
ενδέχεται να είναι πιο
συγκρατημένες.
Το ίδιο μοτίβο
εμφανίζεται ακόμη
εντονότερα σε επιμέρους
αγορές, με τις
αμερικανικές μετοχές να
παρουσιάζουν τη
μεγαλύτερη απόσταση
μεταξύ ιστορικών και
αναμενόμενων αποδόσεων.
Η εικόνα αυτή δεν
αποτελεί πρόβλεψη για
άμεση πτώση των αγορών.
Περισσότερο λειτουργεί
ως υπενθύμιση ότι οι
υψηλές αποτιμήσεις και
οι εξαιρετικές επιδόσεις
των τελευταίων ετών
αυξάνουν τον πήχη για
τις μελλοντικές
αποδόσεις. Για τους
μακροπρόθεσμους
επενδυτές, επομένως, ο
GMI
μπορεί να λειτουργήσει
ως ένα αρχικό σημείο
αναφοράς για πιο
ρεαλιστικές προσδοκίες
και για τον σχεδιασμό
μιας διαφοροποιημένης
κατανομής κεφαλαίων.

|