|
Η
Ευρώπη αποταμιεύει, αλλά
δεν επενδύει αρκετά
Το
πρόβλημα δεν είναι ότι
οι Ευρωπαίοι δεν
αποταμιεύουν. Αντίθετα,
οι χρηματοοικονομικές
αποταμιεύσεις των
νοικοκυριών έχουν
αυξηθεί σημαντικά και
σήμερα αντιστοιχούν
περίπου στο 6%
του διαθέσιμου
εισοδήματος,
επίπεδο αισθητά
υψηλότερο από εκείνο
πριν από την πανδημία.
Το
ζήτημα είναι πού
κατευθύνονται αυτά τα
χρήματα.
Για
δεκαετίες, οι Ευρωπαίοι
προτιμούσαν να διατηρούν
το μεγαλύτερο μέρος των
αποταμιεύσεών τους σε
καταθέσεις,
αντιμετωπίζοντας την
ασφάλεια και τη
ρευστότητα ως
σημαντικότερες από την
πιθανότητα υψηλότερων
αποδόσεων.
Στην πραγματικότητα,
μεταξύ 2015 και 2024 τα
νοικοκυριά της ευρωζώνης
κατεύθυναν κατά μέσο όρο
σχεδόν τριπλάσια ποσά σε
καταθέσεις από ό,τι σε
επενδυτικά κεφάλαια και
περίπου επταπλάσια από
ό,τι σε εισηγμένες
μετοχές.
Η
επιλογή αυτή είχε όμως
ένα σημαντικό κόστος
ευκαιρίας.
Καταθέσεις 32% –
Επενδυτικά κεφάλαια 171%
– Μετοχές 302%
Η
ανάλυση της ING δείχνει
με ιδιαίτερα καθαρό
τρόπο τη διαφορά στις
ιστορικές αποδόσεις.
Μεταξύ 2002 και 2025,
100 ευρώ σε
τραπεζικές καταθέσεις
που κατείχαν τα
νοικοκυριά της ευρωζώνης
θα είχαν αυξηθεί περίπου
στα 132,5 ευρώ,
δηλαδή συνολική απόδοση
περίπου 32%.
Το
ίδιο ποσό τοποθετημένο
στα επενδυτικά κεφάλαια
που πραγματικά κατείχαν
τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά
θα είχε φτάσει περίπου
στα 271 ευρώ,
με συνολική απόδοση
171%.
Και
εάν είχε επενδυθεί στις
εισηγμένες μετοχές που
κατείχαν τα νοικοκυριά,
θα είχε φτάσει περίπου
στα 402 ευρώ,
δηλαδή συνολική απόδοση
302%.
Φυσικά, η σύγκριση αυτή
δεν σημαίνει ότι οι
καταθέσεις ήταν «λάθος»
επιλογή ή ότι οι μετοχές
προσφέρουν εγγυημένες
αποδόσεις. Οι επενδύσεις
ενέχουν κίνδυνο και
μεγαλύτερη
μεταβλητότητα.
Αποτυπώνει όμως το
τεράστιο κόστος
ευκαιρίας που
δημιουργείται όταν ένα
πολύ μεγάλο μέρος του
πλούτου παραμένει εκτός
αγορών για δεκαετίες.
Η
Ευρώπη αρχίζει να
αλλάζει
Το
σημαντικότερο στοιχείο
της έρευνας είναι ότι η
συμπεριφορά των
Ευρωπαίων φαίνεται να
αλλάζει.
Από
το 2025 και μετά, τα
νοικοκυριά κατευθύνουν
πλέον περισσότερες νέες
χρηματοοικονομικές
αποταμιεύσεις σε
μετοχές, ομόλογα και
επενδυτικά κεφάλαια από
ό,τι σε καταθέσεις.
Η
αλλαγή αποτυπώνεται και
στη σύνθεση των ρευστών
χρηματοοικονομικών
περιουσιακών στοιχείων.
Το ποσοστό των
καταθέσεων έχει
υποχωρήσει από
67% το 2019 στο 62% το
2025, ενώ τα
επενδυτικά κεφάλαια, στα
οποία περιλαμβάνονται
και τα ETFs, έχουν
αυξηθεί στο 23%.
Οι εισηγμένες μετοχές
αντιστοιχούν πλέον
περίπου στο 10%.
Πρόκειται για σημαντική
μεταβολή μετά από μια
ολόκληρη δεκαετία κατά
την οποία οι καταθέσεις
απορροφούσαν το
μεγαλύτερο μέρος των
νέων αποταμιεύσεων.
Η
τεράστια διαφορά με τις
ΗΠΑ
Η
διαφορά γίνεται ακόμη
πιο εμφανής όταν
συγκριθεί η Ευρώπη με
τις ΗΠΑ.
Τα
αμερικανικά νοικοκυριά
έχουν πολύ μεγαλύτερη
έκθεση στις
χρηματιστηριακές αγορές,
ενώ στην ευρωζώνη οι
καταθέσεις εξακολουθούν
να αποτελούν τον
κυρίαρχο τρόπο
διακράτησης ρευστού
πλούτου.
Στις ΗΠΑ, οι επενδύσεις
σε εισηγμένες μετοχές,
επενδυτικά κεφάλαια και
χρεόγραφα αντιστοιχούν
περίπου στο 50%
του χρηματοοικονομικού
πλούτου των νοικοκυριών,
έναντι περίπου 20% στην
ευρωζώνη. Αντίθετα, τα
μετρητά και οι
καταθέσεις ξεπερνούν το
30% του
χρηματοοικονομικού
πλούτου στην ευρωζώνη,
έναντι περίπου 10% στις
ΗΠΑ.
Αυτή η διαφορά δεν
επηρεάζει μόνο τον
πλούτο των νοικοκυριών.
Έχει ευρύτερες συνέπειες
για την ίδια την
οικονομία.
Το
πρόβλημα της
χρηματοδότησης της
ευρωπαϊκής ανάπτυξης
Οι
τραπεζικές καταθέσεις
αποτελούν σημαντική πηγή
χρηματοδότησης για τις
επιχειρήσεις, καθώς οι
τράπεζες μπορούν να
μετατρέψουν μέρος αυτών
των κεφαλαίων σε δάνεια.
Όμως το ευρωπαϊκό
μοντέλο είναι λιγότερο
αποτελεσματικό στη
χρηματοδότηση
επιχειρήσεων υψηλότερου
κινδύνου και ταχύτερης
ανάπτυξης, ιδιαίτερα
στους τομείς της
τεχνολογίας και της
καινοτομίας.
Η
αμερικανική οικονομία
έχει μεγαλύτερη παράδοση
στη διοχέτευση των
αποταμιεύσεων απευθείας
στις κεφαλαιαγορές. Αυτό
δημιουργεί μεγαλύτερη
διαθεσιμότητα κεφαλαίων
για εισηγμένες αλλά και
αναπτυσσόμενες
επιχειρήσεις.
Η
Ευρώπη, αντίθετα,
διαθέτει τεράστιο
απόθεμα αποταμιεύσεων,
αλλά μεγάλο μέρος του
παραμένει εγκλωβισμένο
σε καταθέσεις.
Έτσι δημιουργείται ένα
παράδοξο: η
Ευρώπη έχει τα χρήματα
που χρειάζεται για να
χρηματοδοτήσει την
ανάπτυξή της, αλλά όχι
ακόμη τον μηχανισμό που
θα τα διοχετεύσει
αποτελεσματικά προς τις
παραγωγικές επενδύσεις.
Το
εμπόδιο είναι ο φόβος
Η
αλλαγή, πάντως, δεν
είναι εύκολη.
Έρευνα της ING δείχνει
ότι περίπου οι μισοί
Ευρωπαίοι που διαθέτουν
αποταμιεύσεις επενδύουν
ήδη, ενώ άλλο ένα
30% δηλώνει ότι
θα εξέταζε το ενδεχόμενο
να επενδύσει.
Ωστόσο, ο φόβος
παραμένει σημαντικό
εμπόδιο. Περίπου
42% θεωρούν τις αγορές
ένα «καζίνο»,
ενώ 35% δηλώνουν ότι δεν
διαθέτουν επαρκείς
γνώσεις για τις
επενδύσεις.
Το
αποτέλεσμα είναι ότι
πολλοί Ευρωπαίοι
προτιμούν τη βεβαιότητα
μιας κατάθεσης από την
αβεβαιότητα των αγορών,
ακόμη και όταν η
μακροπρόθεσμη απόδοση
είναι σημαντικά
χαμηλότερη.
Η
μεγάλη ευκαιρία για την
Ευρώπη
Η
ING θεωρεί ότι η αλλαγή
που βρίσκεται ήδη σε
εξέλιξη μπορεί να
αποτελέσει σημαντικό
παράγοντα για την
ευρωπαϊκή οικονομία.
Εάν
ένα μεγαλύτερο μέρος των
αποταμιεύσεων
μετακινηθεί σταδιακά από
τις καταθέσεις προς
επενδυτικά κεφάλαια,
ETFs, ομόλογα και
μετοχές, το αποτέλεσμα
θα μπορούσε να είναι
διπλό:
υψηλότερος πλούτος για
τα νοικοκυριά και
περισσότερα διαθέσιμα
κεφάλαια για τις
επιχειρήσεις.
Δεν
χρειάζεται άλλωστε μια
μαζική έξοδος από τις
καταθέσεις. Η ανάλυση
της ING δείχνει ότι
ακόμη και μια σχετικά
μικρή μεταβολή στην
κατανομή των νέων
αποταμιεύσεων θα
μπορούσε, σε βάθος
χρόνου, να δημιουργήσει
τεράστιες διαφορές στον
συσσωρευμένο πλούτο.
Η
Ευρώπη, επομένως,
βρίσκεται μπροστά σε ένα
κρίσιμο στοίχημα:
να μετατρέψει
τον τεράστιο όγκο των
αποταμιεύσεών της από
«παρκαρισμένο» χρήμα σε
κεφάλαιο που
χρηματοδοτεί την
ανάπτυξη.
Και
το ενδιαφέρον είναι ότι
αυτή η μετάβαση έχει ήδη
ξεκινήσει. Το ερώτημα
πλέον δεν είναι αν οι
Ευρωπαίοι θα επενδύουν
περισσότερο, αλλά
πόσο γρήγορα θα
εγκαταλείψουν το
παραδοσιακό μοντέλο της
υπερβολικής εξάρτησης
από τις καταθέσεις.
|