| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 29/10/2026

                          

 

Σε διαχειρίσιμα επίπεδα αξιολογεί η Moody’s τους τέσσερις βασικούς κινδύνους που έχει εντοπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα: την αύξηση των νέων κόκκινων δανείων, την υψηλή συμμετοχή των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στα κεφάλαια, τις εντεινόμενες κυβερνοαπειλές και την αυξημένη οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Η ισχυρή κερδοφορία, η επαρκής κεφαλαιακή βάση και η άνετη ρευστότητα αποτελούν τις βασικές γραμμές άμυνας των ελληνικών τραπεζών, επιτρέποντάς τους να απορροφήσουν ενδεχόμενες ζημιές. Ωστόσο, ο οίκος αξιολόγησης προειδοποιεί ότι μια απότομη επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού, ιδίως σε συνδυασμό με ένα εξωτερικό οικονομικό σοκ, θα μπορούσε να δοκιμάσει τις αντοχές του κλάδου.

Προς το παρόν, η Moody’s εκτιμά ότι οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι δεν μεταβάλλουν τα πιστωτικά προφίλ των ελληνικών τραπεζών. Η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank αξιολογούνται με Baa1 και θετικές προοπτικές, ενώ η CrediaBank και η Optima Bank διατηρούν αξιολόγηση Ba1 με σταθερές προοπτικές.

 

Ισχυρή κερδοφορία και χαμηλό κόστος λειτουργίας

Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 επιβεβαιώνουν τη βελτιωμένη λειτουργική εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η απόδοση ενεργητικού διαμορφώθηκε στο 1,3% και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 12,1%, ενώ ο δείκτης κόστους προς έσοδα περιορίστηκε στο 37,8%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54,6%.

Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 διαμορφώθηκε τον Ιούνιο του 2026 περίπου στο 14,8%, έναντι 16% για τις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM).

Παράλληλα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε στο 3,4%, ενώ ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο 63,5%. Το τελευταίο μέγεθος βρίσκεται περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο των τραπεζών υπό την εποπτεία του SSM, καταδεικνύοντας την ισχυρή θέση ρευστότητας του ελληνικού κλάδου.

Τα δεδομένα αυτά παρέχουν στις τράπεζες σημαντικά περιθώρια απορρόφησης κραδασμών. Η Moody’s, ωστόσο, επισημαίνει ότι η εντονότερη από την αναμενόμενη εκδήλωση των κινδύνων θα μπορούσε να επιβαρύνει τόσο την κερδοφορία όσο και την κεφαλαιακή τους θέση.

1. Αυξάνονται οι νέες ροές κόκκινων δανείων

Η εξέλιξη των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί βασικό πεδίο παρακολούθησης για τις τράπεζες.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια ύψους περίπου 1,7 δισ. ευρώ που εξυπηρετούνταν κανονικά μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των προβληματικών, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων επέστρεψαν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό απόθεμα των κόκκινων δανείων αυξήθηκε κατά 9,3%.

Παρά την αύξηση του αποθέματος, ο συνολικός δείκτης NPL παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 3,3% στο τέλος του 2025. Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων.

Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων ανέρχεται στο 11,2%, ενώ στις μικρομεσαίες διαμορφώνεται στο 4,6%. Αντίθετα, στις μεγάλες επιχειρήσεις περιορίζεται στο 0,9%, γεγονός που αναδεικνύει τη μεγαλύτερη ευαισθησία των μικρότερων επιχειρήσεων στις μεταβολές του κόστους χρηματοδότησης και των οικονομικών συνθηκών.

Πρόσθετη πίεση ενδέχεται να προκαλέσει η άνοδος των επιτοκίων στα νέα επιχειρηματικά δάνεια. Μετά από δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, το μέσο επιτόκιο νέων δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 84 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 4,5% στα τέλη Αυγούστου 2026.

Η Moody’s εκτιμά ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να επιβαρύνει τους πιο ευάλωτους δανειολήπτες, ιδιαίτερα μετά την έντονη πιστωτική επέκταση των προηγούμενων περιόδων.

2. Το βάρος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων

Η σύνθεση των εποπτικών κεφαλαίων αποτελεί τον δεύτερο σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Τον Ιούνιο του 2026, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) αντιστοιχούσαν στο 36% των κεφαλαίων CET1 των ελληνικών τραπεζών.

Το ποσοστό έχει υποχωρήσει από περίπου 40% στο τέλος του 2025, καθώς οι τράπεζες επιταχύνουν την απόσβεση των συγκεκριμένων απαιτήσεων. Παρά τη βελτίωση, η συμμετοχή τους εξακολουθεί να επηρεάζει την ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης.

Την ίδια στιγμή, από την 1η Οκτωβρίου 2026 τέθηκε σε ισχύ αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας ύψους 0,5%, αυξάνοντας τις κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Η μελλοντική κεφαλαιακή επάρκεια θα εξαρτηθεί από την πορεία των νέων δανείων, την ποιότητα του ενεργητικού, την οργανική δημιουργία κεφαλαίων και την πολιτική διανομής μερισμάτων. Καθοριστική θα είναι και η συνέχιση της μείωσης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων.

3. Κυβερνοεπιθέσεις και ψηφιακή ανθεκτικότητα

Οι κυβερνοαπειλές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη λειτουργία των τραπεζών. Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από κακόβουλους παράγοντες, η εξάρτηση από τρίτους παρόχους τεχνολογίας και οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν την ανάγκη για ισχυρότερα συστήματα προστασίας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι απάτες κοινωνικής μηχανικής, όπως το phishing και οι επιθέσεις με deepfakes, καθώς και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ίδιοι οι πελάτες εγκρίνουν πληρωμές έπειτα από παραπλάνηση.

Η εξάπλωση των άμεσων πληρωμών δυσκολεύει επιπλέον την ανάκτηση χρημάτων μετά από μια απάτη, καθώς η μεταφορά τους πραγματοποιείται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Ένα σοβαρό περιστατικό θα μπορούσε να προκαλέσει άμεσες οικονομικές απώλειες, διακοπή λειτουργιών και ζημιά στη φήμη μιας τράπεζας. Για τον λόγο αυτό, η Moody’s θεωρεί κρίσιμη την ενίσχυση της ψηφιακής ανθεκτικότητας και την αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με εξωτερικούς τεχνολογικούς παρόχους.

4. Γεωπολιτικές εντάσεις και οικονομική αβεβαιότητα

Το διεθνές περιβάλλον αποτελεί τον τέταρτο παράγοντα που θα μπορούσε να επηρεάσει τις προοπτικές του κλάδου. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας ενδέχεται να ενισχύσουν τον πληθωρισμό, να διαταράξουν το εμπόριο και να προκαλέσουν προβλήματα στις αλυσίδες εφοδιασμού.

Παράλληλα, η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να αναβάλει επενδυτικές αποφάσεις και να περιορίσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Οι επιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να συμπιέσουν τις ταμειακές ροές των επιχειρήσεων και να περιορίσουν τη ζήτηση για νέα επιχειρηματικά δάνεια.

Για τις τράπεζες, ένας τέτοιος συνδυασμός θα σήμαινε πιθανώς ασθενέστερη πιστωτική επέκταση, μεγαλύτερες ανάγκες για προβλέψεις και ενδεχόμενη επιδείνωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων.

Το βασικό σενάριο και οι προϋποθέσεις για τις αξιολογήσεις

Η Moody’s δεν προβλέπει ουσιαστική μεταβολή στους τέσσερις κινδύνους για τις συστημικές τράπεζες κατά τους επόμενους 12-18 μήνες. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην κερδοφορία, στην ισχυρή ρευστότητα και στη σημαντική βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι μια εντονότερη αύξηση των νέων κόκκινων δανείων, ειδικά εάν συνδυαστεί με ένα εξωτερικό σοκ, θα μπορούσε να ανακόψει την πρόοδο. Οι αυξημένες πιστωτικές ζημιές θα επιβάρυναν τα αποτελέσματα και θα περιόριζαν τη δυνατότητα των τραπεζών να ενισχύουν τα κεφάλαιά τους μέσω της οργανικής κερδοφορίας.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Moody’s θα μπορούσε να επανεξετάσει τα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών και να αποτυπώσει τις μεταβολές στις αξιολογήσεις ή στις προοπτικές τους.

Προς το παρόν, πάντως, η εκτίμηση του οίκου είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τις απαραίτητες άμυνες για να διαχειριστούν τους υφιστάμενους κινδύνους. Το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι να διατηρήσουν την κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους ισχύ, περιορίζοντας παράλληλα τη δημιουργία νέων προβληματικών δανείων και βελτιώνοντας περαιτέρω την ποιότητα των κεφαλαίων τους.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum