|
Κατά το τρίτο τρίμηνο
του 2026, οι
Amazon,
Alphabet,
Meta
και Microsoft
συνέχισαν να επεκτείνουν
επιθετικά τις επενδύσεις
τους σε υποδομές
AI.
Πλέον, όμως, οι ίδιες
εταιρείες καλούνται να
αποδείξουν ότι μπορούν
να εξασφαλίσουν
μετρήσιμη οικονομική
απόδοση από τα τεράστια
κεφάλαια που έχουν
διαθέσει.
Το πρόβλημα είναι ότι οι
αποδόσεις αυτές δεν
έχουν ακόμη αποτυπωθεί
με τον τρόπο που
προσδοκούσε η αγορά. Και
σύμφωνα με μια
προειδοποίηση της
Morgan
Stanley,
ο κλάδος της τεχνητής
νοημοσύνης ενδέχεται να
βρεθεί αντιμέτωπος με
μια δύσκολη
πραγματικότητα.
Η Wall
Street
ζητά πλέον αποδείξεις
για την απόδοση των
επενδύσεων
Τα τελευταία χρόνια, η
Wall
Street
χρηματοδότησε με
ενθουσιασμό την
επανάσταση της τεχνητής
νοημοσύνης,
επιβραβεύοντας σχεδόν
κάθε εταιρεία που είχε
έκθεση στον συγκεκριμένο
κλάδο. Σταδιακά, όμως, η
στάση των επενδυτών
αλλάζει.
Η αγορά δεν αρκείται
πλέον στην απλή
συμμετοχή στην
επενδυτική κούρσα της
AI.
Απαιτεί συγκεκριμένες
αποδείξεις ότι οι
τεράστιες επενδύσεις
μπορούν να δημιουργήσουν
διατηρήσιμες ταμειακές
ροές και ουσιαστική
κερδοφορία.
Ενδεικτική είναι η
πορεία του ETF
iShares
Semiconductor
(SOXX),
το οποίο, σύμφωνα με το
Beinsure,
εισήλθε σε bear
market,
καταγράφοντας απώλειες
28,1% από το υψηλό του
Ιουνίου, όταν βρισκόταν
στα 656 δολάρια, έως τα
471,51 δολάρια.
Το ETF
υποχώρησε περισσότερο
από 8% σε μία
συνεδρίαση, μετά την
προειδοποίηση της
Intel
για σημαντική υστέρηση
των πωλήσεων του
τέταρτου τριμήνου, οι
οποίες αναμένεται να
διαμορφωθούν μεταξύ 15
και 16 δισ. δολαρίων. Η
μετοχή της εταιρείας
δέχθηκε ισχυρές πιέσεις,
χάνοντας το 29% της
αξίας της.
Οι πρόσφατες
ρευστοποιήσεις
αποκαλύπτουν την
αυξανόμενη ανησυχία των
επενδυτών για το
διευρυνόμενο χάσμα
μεταξύ του κόστους
ανάπτυξης των υποδομών
AI
και των πραγματικών
οικονομικών αποδόσεων.
Η Amazon,
για παράδειγμα, εμφάνισε
αρνητικές ελεύθερες
ταμειακές ροές ύψους
42,4 δισ. δολαρίων σε
κυλιόμενη βάση 12 μηνών.
Αντίστοιχα, η
Alphabet
κατέγραψε αρνητικές
ελεύθερες ταμειακές ροές
περίπου 9 δισ. δολαρίων
σε τριμηνιαία βάση.
Η έντονη κατανάλωση
μετρητών από τις μεγάλες
τεχνολογικές εταιρείες
βρίσκεται πλέον στο
επίκεντρο της ανησυχίας
της Morgan
Stanley.
Ο επικεφαλής στρατηγικής
αμερικανικών μετοχών της
τράπεζας, Mike
Wilson,
προειδοποιεί ότι οι
μετοχές ημιαγωγών
ενδέχεται να υποχωρήσουν
ακόμη 10%-15% πριν
διαμορφώσουν πυθμένα,
τον οποίο τοποθετεί
περίπου στα μέσα
Νοεμβρίου. Σύμφωνα με
την εκτίμησή του, ο
δείκτης
Philadelphia
Semiconductor
Index
θα μπορούσε να
υποχωρήσει έως τις 9.500
μονάδες.
Η Morgan
Stanley
συνδέει τις πιέσεις με
τη σύσφιγξη των
χρηματοπιστωτικών
συνθηκών, αλλά και με
μια ιδιαίτερα επικίνδυνη
δομική εξάρτηση του
κλάδου.
Τα κέρδη των εταιρειών
ημιαγωγών στηρίζονται σε
μεγάλο βαθμό στις
επενδυτικές δεσμεύσεις
ενός πολύ περιορισμένου
αριθμού τεχνολογικών
ομίλων. Εάν οι
τελευταίοι περιορίσουν
τις παραγγελίες
εξοπλισμού και υποδομών,
προκειμένου να
προστατεύσουν τις δικές
τους ταμειακές ροές, οι
επιπτώσεις θα
μεταφερθούν ταυτόχρονα
σε πολλούς
κατασκευαστές.
Ο Wilson
επισημαίνει, πάντως, ότι
η διόρθωση βρίσκεται σε
εξέλιξη εδώ και αρκετούς
μήνες. Παράλληλα,
ιστορικά στοιχεία που
επικαλείται το
Seeking
Alpha
δείχνουν ότι από το 1950
οι αμερικανικές μετοχές
σημείωσαν άνοδο μετά από
κάθε ενδιάμεση εκλογική
αναμέτρηση στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, το ιστορικό αυτό
μοτίβο δεν αποτελεί
εγγύηση. Η συνεχιζόμενη
γεωπολιτική σύγκρουση
στο Ιράν, αλλά και οι
αντιδράσεις σε τοπικό
επίπεδο απέναντι στην
κατασκευή τεράστιων
κέντρων δεδομένων για
την τεχνητή νοημοσύνη,
θα μπορούσαν να
ανατρέψουν τις
προσδοκίες για μια
ευρύτερη ανάκαμψη της
αγοράς.
Γιατί οι εργαζόμενοι
αντιδρούν στα εταιρικά
εργαλεία AI
Ενώ η Wall
Street
εξακολουθεί να εστιάζει
στους τεχνολογικούς
ομίλους που αναπτύσσουν
και πωλούν εφαρμογές
τεχνητής νοημοσύνης, ένα
σημαντικό ζήτημα
παραμένει λιγότερο
ορατό: η πραγματική
εμπειρία των εργαζομένων
που καλούνται να
χρησιμοποιούν καθημερινά
αυτά τα εργαλεία.
Σε πολλές αμερικανικές
επιχειρήσεις, οι
δαπανηρές εγκαταστάσεις
εταιρικών συστημάτων
AI
δεν εξελίσσονται όπως
είχε αρχικά προβλεφθεί.
Αρκετά προγράμματα
παραμένουν εγκλωβισμένα
σε μια παρατεταμένη
πιλοτική φάση, χωρίς να
καταφέρνουν να περάσουν
στην καθημερινή
λειτουργία των
εταιρειών.
Οι διευθυντές
πληροφορικής (CIOs)
ζητούν πλέον μετρήσιμα
οφέλη στην
παραγωγικότητα,
προκειμένου να
δικαιολογήσουν τις
μεγάλες δαπάνες για
λογισμικό και υπηρεσίες
AI.
Ωστόσο, τα στοιχεία
δείχνουν ότι η υιοθέτηση
της τεχνολογίας συναντά
σημαντικά εμπόδια.
Σύμφωνα με την S&P
Global,
το ποσοστό των εταιρειών
που εγκαταλείπουν τις
περισσότερες
πρωτοβουλίες τους στον
τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης αυξήθηκε από
17% σε 42% μέσα σε μόλις
έναν χρόνο.
Ακόμη πιο ενδεικτικά
είναι τα στοιχεία της
IDC,
σύμφωνα με τα οποία το
88% των δοκιμαστικών
εφαρμογών AI
δεν καταφέρνει ποτέ να
περάσει σε πλήρη
παραγωγική λειτουργία.
Η δημιουργία ενός
πιλοτικού προγράμματος
είναι σχετικά εύκολη.
Πολύ δυσκολότερη είναι,
όμως, η ασφαλής
ενσωμάτωσή του στις
καθημερινές
επιχειρησιακές
διαδικασίες. Σύμφωνα με
την Deloitte,
μόλις το 21% των
οργανισμών διαθέτει
σήμερα ένα ώριμο πλαίσιο
διακυβέρνησης για την
ασφαλή ενσωμάτωση και
λειτουργία τέτοιων
συστημάτων.
Υπάρχει, παράλληλα, ένα
ακόμη πιο θεμελιώδες
πρόβλημα: η ποιότητα των
εταιρικών δεδομένων. Η
τεχνητή νοημοσύνη δεν
μπορεί να αντισταθμίσει
τις αδυναμίες και την
κακή οργάνωση των
δεδομένων μιας
επιχείρησης.
Σύμφωνα με την
Gartner,
το 63% των στελεχών που
είναι υπεύθυνα για τη
διαχείριση δεδομένων
παραδέχεται ότι οι
οργανισμοί τους δεν
διαθέτουν τις
απαραίτητες πρακτικές
και υποδομές για την
αξιοποίηση της AI.
Όταν τα προηγμένα
μοντέλα παραγωγικής
τεχνητής νοημοσύνης
συνδέονται με παλαιότερα
και κατακερματισμένα
πληροφοριακά συστήματα,
η αποτελεσματικότητά
τους περιορίζεται
σημαντικά.
Η Gartner
αναφέρει επίσης ότι το
72% των διευθυντών
πληροφορικής είτε δεν
καταγράφει ουσιαστικό
οικονομικό όφελος από
τις εφαρμογές AI
είτε εμφανίζει ζημιές
από τις σχετικές
επενδύσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες,
γίνεται ολοένα
δυσκολότερο να
δικαιολογηθούν οι υψηλές
συνδρομές για εργαλεία
που, αντί να ενισχύουν
την παραγωγικότητα,
συχνά επιβαρύνουν την
καθημερινότητα των
εργαζομένων.
Η παγίδα των επενδύσεων
ύψους 1,58 τρισ.
δολαρίων
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη
σημασία και για τους
επενδυτές που έχουν
έκθεση στις τεχνολογικές
μετοχές μέσω των
συνταξιοδοτικών τους
χαρτοφυλακίων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
της Morgan
Stanley
που επικαλείται το
Fortune,
οι επενδύσεις των
μεγάλων παρόχων
υπολογιστικών υπηρεσιών
και υποδομών
cloud
(hyperscalers)
στην τεχνητή νοημοσύνη
αναμένεται να φθάσουν το
εντυπωσιακό ποσό των
1,58 τρισ. δολαρίων έως
το 2027.
Πρόκειται για ένα
τεράστιο επενδυτικό
μέγεθος, το οποίο
δημιουργεί σημαντικούς
κινδύνους εάν οι
τεχνολογικοί κολοσσοί
αρχίσουν να περιορίζουν
τις δαπάνες τους.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
Nvidia.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις που
παρατίθενται στο
δημοσίευμα, το 91,7% των
προβλεπόμενων εσόδων της
για το 2027 συνδέεται
άμεσα με τη ζήτηση για
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης.
Εάν οι επιχειρήσεις
αρχίσουν να περιορίζουν
τις συνδρομές τους σε
εταιρικά εργαλεία
AI,
επειδή δεν διαπιστώνουν
τα αναμενόμενα οφέλη, οι
μεγάλοι πάροχοι
cloud,
όπως η Amazon
και η Microsoft,
ενδέχεται να
αναθεωρήσουν τις
παραγγελίες τους για
εξοπλισμό από εταιρείες
όπως η Nvidia
και η AMD.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να προκαλέσει
αλυσιδωτές επιπτώσεις σε
ολόκληρη την εφοδιαστική
αλυσίδα της τεχνητής
νοημοσύνης.
Ιδιαίτερη προσοχή
απαιτείται και λόγω της
συγκέντρωσης του κλάδου
σε έναν μικρό αριθμό
εταιρειών. Μόλις πέντε
μετοχές, μεταξύ των
οποίων οι Nvidia,
Micron,
Broadcom
και Intel,
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 39% του χαρτοφυλακίου
του ETF
SOXX.
Αυτό καθιστά το
συγκεκριμένο ETF
ιδιαίτερα ευάλωτο σε
περίπτωση ταυτόχρονης
υποχώρησης των
μεγαλύτερων συμμετοχών
του.
Από το αφήγημα της
AI
στην πραγματική
κερδοφορία
Το βασικό μήνυμα για
τους επενδυτές είναι ότι
η περίοδος κατά την
οποία αρκούσε η έκθεση
μιας εταιρείας στην
τεχνητή νοημοσύνη για να
επιβραβευθεί
χρηματιστηριακά
ενδέχεται να πλησιάζει
στο τέλος της.
Η αγορά αρχίζει να
απαιτεί αποδείξεις ότι
οι τεράστιες επενδύσεις
σε υποδομές, ημιαγωγούς
και εφαρμογές AI
μπορούν να μετατραπούν
σε διατηρήσιμα κέρδη και
θετικές ταμειακές ροές.
Η στρατηγική της άκριτης
αγοράς μετοχών σε κάθε
διόρθωση, με το
επιχείρημα ότι η
μακροπρόθεσμη προοπτική
της τεχνητής νοημοσύνης
παραμένει ισχυρή,
ενδέχεται πλέον να μην
είναι αρκετή.
Οι επενδυτές καλούνται
να δώσουν μεγαλύτερη
βαρύτητα στην πραγματική
κερδοφορία, στην
παραγωγή ελεύθερων
ταμειακών ροών και στη
δυνατότητα των εταιρειών
να αναπτύσσονται χωρίς
να εξαρτώνται διαρκώς
από έναν νέο κύκλο
τεράστιων επενδυτικών
δαπανών στη
Silicon
Valley.
|