|
Στη μέση της κατάταξης
με καλύτερη εικόνα από
Γαλλία και Ιταλία
Με βάση τον σύνθετο
δείκτη δημοσιονομικού
χώρου (Euro
Area
Fiscal
Score),
όπου το 100% αντιστοιχεί
στον μεγαλύτερο
διαθέσιμο δημοσιονομικό
χώρο, η Ελλάδα
συγκεντρώνει βαθμολογία
44%, ισοβαθμώντας με την
Ισπανία.
Η επίδοση αυτή τοποθετεί
τη χώρα πάνω από
οικονομίες όπως η Ιταλία
(33%), η Γαλλία (19%)
και το Βέλγιο (17%), ενώ
υψηλότερες βαθμολογίες
καταγράφουν η Ολλανδία
(69%), η Γερμανία (56%),
η Αυστρία (56%) και η
Πορτογαλία (53%).
Οι έξι παράγοντες που
καθορίζουν τη θέση της
Ελλάδας
Η Morgan
Stanley
επισημαίνει ότι η εικόνα
της χώρας προκύπτει από
έξι βασικούς παράγοντες:
Υψηλό δημόσιο χρέος,
το οποίο εξακολουθεί να
περιορίζει τα περιθώρια
νέου δανεισμού και
αποτελεί το βασικό
μειονέκτημα της
ελληνικής οικονομίας.
Ισχυρή δημοσιονομική
προσαρμογή,
καθώς τα πρωτογενή
πλεονάσματα και η πορεία
των δημόσιων οικονομικών
ευθυγραμμίζονται με τους
ευρωπαϊκούς στόχους.
Χαμηλότερες πιέσεις από
τη γήρανση του πληθυσμού
σε σχέση με τον μέσο όρο
της Ευρωζώνης, γεγονός
που περιορίζει τις
μελλοντικές επιβαρύνσεις
σε συντάξεις και υγεία.
Υψηλή ετοιμότητα στις
αμυντικές δαπάνες,
καθώς η Ελλάδα ήδη
διαθέτει σημαντικό
ποσοστό του ΑΕΠ για την
άμυνα και δεν
απαιτούνται απότομες
αυξήσεις όπως σε άλλες
χώρες.
Ευαισθησία στο κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους,
λόγω του μεγάλου
αποθέματος δημόσιου
χρέους, παρά τη μεγάλη
μέση διάρκεια
αποπληρωμής.
Ισχυρή αναπτυξιακή
δυναμική,
η οποία λειτουργεί ως ο
σημαντικότερος
αντισταθμιστικός
παράγοντας απέναντι
στους κινδύνους του
υψηλού χρέους.
Η ανάπτυξη αποτελεί το
βασικό «όπλο»
Η αμερικανική τράπεζα
υπογραμμίζει ότι για
οικονομίες με υψηλό
χρέος, όπως η Ελλάδα, η
ισχυρή ανάπτυξη είναι
πιο αποτελεσματική από
την αυστηρή
δημοσιονομική λιτότητα
στη μείωση του λόγου
χρέους προς ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τους
υπολογισμούς της, μια
επιπλέον αύξηση της
ονομαστικής ανάπτυξης
κατά περίπου 1,1
ποσοστιαία μονάδα
ετησίως θα μπορούσε να
αντισταθμίσει την
επιβάρυνση από την
αύξηση του κόστους
εξυπηρέτησης του χρέους.
Αντίθετα, το ίδιο
αποτέλεσμα θα απαιτούσε
δημοσιονομική προσαρμογή
σχεδόν 1,8 ποσοστιαίων
μονάδων του ΑΕΠ, γεγονός
που θεωρείται πολύ πιο
δύσκολο να επιτευχθεί.
Πλεονέκτημα και στις
αμυντικές δαπάνες
Η Morgan
Stanley
επισημαίνει ότι η Ελλάδα
συγκαταλέγεται στις
λίγες χώρες του ΝΑΤΟ που
ήδη κινούνται πάνω από
τον βασικό στόχο των
αμυντικών δαπανών.
Οι προβλέψεις της κάνουν
λόγο για αμυντικές
δαπάνες που θα
διαμορφωθούν στο
2,8% του ΑΕΠ το 2025
και θα αυξηθούν στο
3,5% του ΑΕΠ το
2030 και το 2035,
επίπεδα αισθητά
υψηλότερα από χώρες όπως
η Ιταλία και η Ισπανία,
οι οποίες εκτιμάται ότι
θα παραμείνουν κοντά στο
2%.
Παράλληλα, στο πλαίσιο
του ευρωπαϊκού
χρηματοδοτικού εργαλείου
SAFE,
η Ελλάδα αναμένεται να
έχει πρόσβαση σε περίπου
5,8 δισ. ευρώ
χαμηλότοκης
χρηματοδότησης για
αμυντικές ανάγκες,
περιορίζοντας τις
ανάγκες άντλησης
κεφαλαίων από τις
αγορές.
Χαμηλότερο κόστος από τη
γήρανση
Ένα ακόμη θετικό
στοιχείο αφορά τις
δημογραφικές πιέσεις. Σε
αντίθεση με την Ισπανία
και την Πορτογαλία, όπου
οι δαπάνες που
σχετίζονται με τη
γήρανση του πληθυσμού
προβλέπεται να αυξηθούν
κατά περίπου 2,8
ποσοστιαίες μονάδες του
ΑΕΠ, η Ελλάδα εκτιμάται
ότι θα κινηθεί κάτω από
τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης.
Η Morgan
Stanley
καταλήγει ότι, παρά το
γεγονός πως το υψηλό
δημόσιο χρέος
εξακολουθεί να αποτελεί
τη βασική αδυναμία της
ελληνικής οικονομίας, ο
συνδυασμός ισχυρής
ανάπτυξης,
δημοσιονομικής
πειθαρχίας, χαμηλότερων
δημογραφικών πιέσεων και
ήδη υψηλών αμυντικών
δαπανών προσφέρει στη
χώρα καλύτερη αφετηρία
απέναντι στις μεγάλες
δημοσιονομικές
προκλήσεις που θα
αντιμετωπίσει η Ευρώπη
τα επόμενα χρόνια.
|