|
Η πραγματική οικονομία
παραμένει ανθεκτική
Βασικό επιχείρημα της
Oxford
Economics
είναι ότι, παρά τις
γεωπολιτικές εντάσεις
και τη μεταβλητότητα
στις αγορές, η
πραγματική οικονομία
συνεχίζει να παρουσιάζει
αξιοσημείωτη
ανθεκτικότητα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
οι καταναλωτικές δαπάνες
εξακολουθούν να
κινούνται με ισχυρούς
ρυθμούς. Τα στοιχεία για
τις λιανικές πωλήσεις
του Ιουνίου, σε
συνδυασμό με τις
ανοδικές αναθεωρήσεις
των προηγούμενων μηνών,
οδηγούν τον οίκο στην
εκτίμηση ότι οι
πραγματικές
καταναλωτικές δαπάνες
αυξήθηκαν κατά περίπου
2,5% σε ετήσια
βάση στο δεύτερο τρίμηνο,
έναντι μόλις
0,5% το πρώτο
τρίμηνο.
Ιδιαίτερα σημαντικό
είναι ότι η ενίσχυση της
κατανάλωσης δεν
επηρεάστηκε από τις
διακυμάνσεις στις τιμές
της ενέργειας. Αντίθετα,
η υποχώρηση των τιμών
του πετρελαίου κατά τον
Ιούνιο περιόρισε τις
δαπάνες για καύσιμα κατά
περίπου 5,3%,
αφήνοντας περισσότερο
διαθέσιμο εισόδημα για
κατανάλωση σε άλλους
τομείς της οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, η αγορά
εργασίας συνεχίζει να
αποτελεί σημαντικό
στήριγμα της οικονομικής
δραστηριότητας. Η
Oxford
Economics
εκτιμά ότι η σταθερότητα
της απασχόλησης θα
συνεχίσει να ενισχύει
την ιδιωτική κατανάλωση
μέχρι και τις αρχές του
2027.
Θετικό μήνυμα για τις
αγορές
Ο οίκος υπογραμμίζει ότι
η ισχυρή καταναλωτική
δραστηριότητα και η
ανθεκτικότητα της αγοράς
εργασίας δημιουργούν
ευνοϊκό περιβάλλον για
τις χρηματιστηριακές
αγορές.
Όπως επισημαίνει, το
μοντέλο πρόβλεψης του
ΑΕΠ έχει πλέον γυρίσει
σε θετικό σήμα, γεγονός
που ιστορικά συνοδεύεται
από υπεραπόδοση των
μετοχών έναντι των
κρατικών ομολόγων.
Με άλλα λόγια, η
Oxford
Economics
εξακολουθεί να θεωρεί
ότι το βασικό επενδυτικό
περιβάλλον παραμένει
ευνοϊκό για τα
χρηματιστήρια, παρά τη
βραχυπρόθεσμη
μεταβλητότητα.
Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα
για την τεχνητή
νοημοσύνη
Ένας από τους
μεγαλύτερους φόβους των
επενδυτών αφορά το
ενδεχόμενο οι μεγάλοι
τεχνολογικοί όμιλοι (hyperscalers)
να περιορίσουν σημαντικά
τις επενδύσεις τους στην
τεχνητή νοημοσύνη.
Η Oxford
Economics
θεωρεί ότι ο
συγκεκριμένος κίνδυνος
υπερτιμάται.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της, ακόμη
και αν υπάρξει
επιβράδυνση των
επενδύσεων στα
data
centers,
η συνολική επίδραση στο
αμερικανικό ΑΕΠ θα είναι
ουδέτερη.
Ο λόγος είναι ότι η
συμβολή της τεχνητής
νοημοσύνης στην
οικονομία είναι κυρίως
έμμεση, μέσω της αύξησης
του χρηματοοικονομικού
πλούτου και του
λεγόμενου wealth
effect,
που στηρίζει την
κατανάλωση.
Παράλληλα, μια
ενδεχόμενη μείωση των
κεφαλαιουχικών δαπανών
θα μπορούσε να
λειτουργήσει θετικά για
τις αποτιμήσεις των
ίδιων των μεγάλων
τεχνολογικών εταιρειών,
περιορίζοντας τις
πιέσεις στην αγορά.
Η ανάπτυξη διευρύνεται
πέρα από την AI
Ο οίκος υπογραμμίζει
επίσης ότι η αμερικανική
ανάπτυξη δεν στηρίζεται
πλέον αποκλειστικά στην
τεχνητή νοημοσύνη.
Οι δείκτες PMI
και ISM
μεταποίησης παραμένουν
πάνω από το όριο των 50
μονάδων, υποδηλώνοντας
επέκταση της οικονομικής
δραστηριότητας.
Παράλληλα:
οι νέες παραγγελίες
συνεχίζουν να
αυξάνονται,
τα αποθέματα των πελατών
βρίσκονται σε χαμηλά
επίπεδα,
ενώ οι επιχειρήσεις
αναφέρουν ανάγκη
αναπλήρωσης των
αποθεμάτων.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για
έναν νέο ανοδικό κύκλο
της παγκόσμιας
μεταποίησης.
Ο πληθωρισμός θα
παραμείνει επίμονος
Παρότι τα στοιχεία του
Ιουνίου ήταν
ενθαρρυντικά, η
Oxford
Economics
δεν θεωρεί ότι η μάχη με
τον πληθωρισμό έχει
ολοκληρωθεί.
Ο οίκος μείωσε την
πρόβλεψή του για τον
συνολικό πληθωρισμό των
ΗΠΑ στο 3,2%,
ωστόσο εξακολουθεί να
εκτιμά ότι ο δομικός
πληθωρισμός θα
παραμείνει πάνω από τον
στόχο της Fed
για ακόμη έξι μήνες.
Αυτό αποδίδεται κυρίως:
στη συνεχιζόμενη ζήτηση
που δημιουργεί η τεχνητή
νοημοσύνη,
στις υψηλές τιμές των
τεχνολογικών προϊόντων,
αλλά και στις αυξημένες
τιμές της ενέργειας.
Ως αποτέλεσμα, η
Fed
εκτιμάται ότι θα
συνεχίσει να διατηρεί
σχετικά αυστηρή
νομισματική πολιτική,
γεγονός που περιορίζει
τη ρευστότητα στις
αγορές χωρίς όμως να
αναιρεί το θετικό
επενδυτικό περιβάλλον.
Οι αποπληθωριστικές
δυνάμεις παραμένουν
ισχυρές
Παρά τις πρόσφατες
αναταράξεις στην αγορά
πετρελαίου, η
Oxford
Economics
θεωρεί ότι μακροπρόθεσμα
οι αποπληθωριστικές
δυνάμεις θα
υπερισχύσουν.
Ο οίκος προβλέπει ότι
μέσα στο 2027 η
παγκόσμια αγορά
πετρελαίου θα κινηθεί σε
συνθήκες υπερπροσφοράς.
Οι χώρες του Κόλπου
εξακολουθούν να
διαθέτουν σημαντική
πλεονάζουσα παραγωγική
ικανότητα, που
υπερβαίνει τα
3,5 εκατ. βαρέλια
ημερησίως, ενώ
νέα παραγωγή προστίθεται
τόσο από μέλη του ΟΠΕΚ+
όσο και από παραγωγούς
εκτός του οργανισμού.
Παρότι οι επιθέσεις των
Χούθι στην Ερυθρά
Θάλασσα δημιουργούν νέες
προκλήσεις στις
θαλάσσιες μεταφορές, η
Oxford
Economics
εκτιμά ότι προς το παρόν
οι διαταραχές μπορούν να
αντιμετωπιστούν μέσω
εναλλακτικών διαδρομών
εξαγωγών.
Κατά συνέπεια, θεωρεί
ότι η σύγκρουση με το
Ιράν θα αποτελέσει
δευτερεύον παράγοντα για
τις διεθνείς αγορές,
εκτός εάν υπάρξει
σημαντική περαιτέρω
κλιμάκωση.
Η Ευρώπη αποτελεί την
προτιμώμενη αγορά
Το πιο ενδιαφέρον
συμπέρασμα της
Oxford
Economics
αφορά τις ευρωπαϊκές
μετοχές.
Ο οίκος θεωρεί ότι η
Ευρώπη βρίσκεται σε
πλεονεκτική θέση για
τρεις βασικούς λόγους:
η ανάκαμψη του
παγκόσμιου μεταποιητικού
κύκλου ευνοεί ιδιαίτερα
τις ευρωπαϊκές
οικονομίες,
οι ευρωπαϊκές αγορές
έχουν περιορισμένη
εξάρτηση από την τεχνητή
νοημοσύνη,
ενώ οι αποτιμήσεις
παραμένουν σημαντικά
ελκυστικότερες σε σχέση
με τις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Ο τεχνολογικός κλάδος
αντιπροσωπεύει μόλις
10,1% του δείκτη
MSCI
Europe,
έναντι περίπου
38% στον
MSCI
USA,
γεγονός που μειώνει την
έκθεση των ευρωπαϊκών
χρηματιστηρίων στους
κινδύνους που συνδέονται
με τις αποτιμήσεις των
μεγάλων τεχνολογικών
εταιρειών.
Παράλληλα, οι
μεγαλύτεροι κλάδοι της
ευρωπαϊκής αγοράς —
τράπεζες, βιομηχανία και
υγειονομική περίθαλψη —
στηρίζονται κυρίως στην
εγχώρια ζήτηση, στις
δημοσιονομικές δαπάνες
της Ευρώπης και στην
παγκόσμια ανάκαμψη της
μεταποίησης.
Η συνολική εικόνα
Η Oxford
Economics
παραμένει αισιόδοξη για
τις αγορές κατά το
υπόλοιπο του
καλοκαιριού. Παρά τις
γεωπολιτικές εξελίξεις
και τη διατήρηση μιας
σχετικά αυστηρής
νομισματικής πολιτικής
από τη Fed,
θεωρεί ότι τα θεμελιώδη
της παγκόσμιας
οικονομίας παραμένουν
ισχυρά.
Η ανθεκτική κατανάλωση,
η σταθερή αγορά
εργασίας, η ανάκαμψη της
μεταποίησης και οι
ελκυστικές αποτιμήσεις
στην Ευρώπη δημιουργούν,
σύμφωνα με τον οίκο, ένα
περιβάλλον που
εξακολουθεί να ευνοεί
τις μετοχές, με τις
ευρωπαϊκές αγορές να
συγκεντρώνουν τις
μεγαλύτερες πιθανότητες
υπεραπόδοσης τους
επόμενους μήνες.

|