|
Η
Κίνα δεν θέλει να
αυξάνει την έκθεσή της
Ο Dalio
υποστηρίζει ότι η Κίνα
δεν επιθυμεί να
συνεχίσει να συσσωρεύει
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα, καθώς πέρα από
τους οικονομικούς
παράγοντες υπάρχουν και
γεωπολιτικές παράμετροι.
Η σχέση ΗΠΑ και Κίνας
δημιουργεί, σύμφωνα με
τον ίδιο, μια ιδιαίτερα
σύνθετη κατάσταση: οι
δύο χώρες συνδέονται
ταυτόχρονα με μια σχέση
οφειλέτη-πιστωτή, ενώ
βρίσκονται και σε
στρατηγικό ανταγωνισμό.
«Όταν υπάρχει μια σχέση
οφειλέτη-πιστωτή και
ταυτόχρονα μια σχέση
αντιπαλότητας, πρόκειται
για μια πολύ δύσκολη
δυναμική», ανέφερε
χαρακτηριστικά.
Η Κίνα έχει ήδη
περιορίσει σημαντικά την
έκθεσή της στο
αμερικανικό χρέος. Από
το ιστορικό υψηλό των
περίπου 1,3
τρισ. δολαρίων το 2013,
οι κινεζικές
τοποθετήσεις σε
αμερικανικά κρατικά
ομόλογα έχουν υποχωρήσει
στα περίπου 618
δισ. δολάρια τον Ιούλιο,
σύμφωνα με τα στοιχεία
που επικαλείται το
Bloomberg.
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για
την αγορά, καθώς η
μείωση της συμμετοχής
ενός τόσο μεγάλου ξένου
επενδυτή σημαίνει ότι
μεγαλύτερο μέρος της
χρηματοδότησης του
αμερικανικού Δημοσίου
πρέπει να απορροφηθεί
από άλλους επενδυτές.
Και
η Ιαπωνία περιορίζει την
έκθεση
Ανάλογη τάση
καταγράφεται και στην
Ιαπωνία, η οποία
παραμένει ο μεγαλύτερος
ξένος κάτοχος
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων.
Τον Ιούλιο η Ιαπωνία
μείωσε τις τοποθετήσεις
της κατά περίπου
12,8 δισ. δολάρια,
με το συνολικό
χαρτοφυλάκιο να
διαμορφώνεται κοντά στο
1,1 τρισ.
δολάρια.
Η κίνηση συνέπεσε με τις
προσπάθειες των
ιαπωνικών αρχών να
στηρίξουν το γεν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του ιαπωνικού υπουργείου
Οικονομικών, μέρος των
ξένων τίτλων που κατείχε
η χώρα ενδέχεται να
ρευστοποιήθηκε
προκειμένου να
χρηματοδοτηθούν οι
σχετικές παρεμβάσεις
στην αγορά
συναλλάγματος.
Για τον Dalio,
επομένως, η Ιαπωνία
αποτελεί έναν ακόμη
παράγοντα που μπορεί να
περιορίσει τη ζήτηση για
αμερικανικό χρέος.
Η χώρα έχει συσσωρεύσει
τεράστιες τοποθετήσεις
σε αμερικανικά κρατικά
ομόλογα επί σειρά ετών,
όμως η μεταβολή των
συνθηκών στις αγορές
συναλλάγματος και
επιτοκίων δημιουργεί
κίνητρα για αναδιάρθρωση
μέρους των αποθεματικών
της.
Οι
αποδόσεις σε υψηλά
πολλών ετών
Η προειδοποίηση του
Dalio
έρχεται σε μια περίοδο
κατά την οποία η αγορά
αμερικανικών ομολόγων
βρίσκεται ήδη υπό πίεση.
Η απόδοση του 10ετούς
αμερικανικού κρατικού
ομολόγου κινείται γύρω
από το 5,3%,
σε επίπεδα που είχαν να
καταγραφούν από το 2002.
Η άνοδος των αποδόσεων
αντανακλά, μεταξύ άλλων,
την αυξημένη ανησυχία
των επενδυτών για την
πορεία του αμερικανικού
χρέους, αλλά και τον
κίνδυνο οι επίμονα
υψηλές πληθωριστικές
πιέσεις να περιορίσουν
τα περιθώρια χαλάρωσης
της νομισματικής
πολιτικής.
Η εικόνα δεν αφορά μόνο
τις ΗΠΑ. Τα παγκόσμια
κρατικά και εταιρικά
ομόλογα έχουν δεχθεί
σημαντικές πιέσεις, ενώ
η Γαλλία έχει βρεθεί στο
επίκεντρο των ανησυχιών
λόγω των υψηλών
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων και της
αυξανόμενης επιβάρυνσης
από το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους.
Ο Dalio
υποστηρίζει μάλιστα ότι
η Γαλλία έχει πλέον
«φτάσει στο όριο
δανεισμού της»,
εντείνοντας τη συζήτηση
γύρω από τη βιωσιμότητα
των δημόσιων οικονομικών
της χώρας.
«Κρίση χρέους μέσα στην
επόμενη τριετία»
Ο ιδρυτής της
Bridgewater
επανέλαβε παράλληλα την
εκτίμησή του ότι οι ΗΠΑ
θα μπορούσαν να βρεθούν
αντιμέτωπες με σοβαρή
κρίση χρέους μέσα στα
επόμενα τρία χρόνια.
Η βασική ανησυχία αφορά
τη δυναμική μεταξύ των
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων, των
αυξανόμενων αναγκών
χρηματοδότησης και του
κόστους εξυπηρέτησης του
χρέους.
Ο υπουργός Οικονομικών
των ΗΠΑ Scott
Bessent
έχει επιχειρήσει να
καθησυχάσει τις αγορές,
υποστηρίζοντας ότι ο
συνδυασμός οικονομικής
ανάπτυξης και
περιορισμού των κρατικών
δαπανών μπορεί να
αρχίσει σύντομα να
αλλάζει την πορεία του
αμερικανικού δανεισμού.
Η προσέγγιση αυτή,
ωστόσο, δεν έχει
εξαλείψει τις ανησυχίες
των επενδυτών. Όσο
αυξάνεται το ποσό των
νέων ομολόγων που πρέπει
να απορροφήσει η αγορά,
τόσο μεγαλύτερη σημασία
αποκτά η διατήρηση
ισχυρής ζήτησης από τους
μεγάλους εγχώριους και
ξένους επενδυτές.
Η
δεύτερη ανησυχία: η
χρηματοδότηση της AI
Ο Dalio
συνδέει το πρόβλημα της
αγοράς ομολόγων και με
έναν ακόμη μεγάλο
κίνδυνο για τις αγορές:
τις τεράστιες επενδύσεις
στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι λεγόμενοι
hyperscalers,
δηλαδή οι τεχνολογικοί
κολοσσοί που επενδύουν
δεκάδες ή και
εκατοντάδες
δισεκατομμύρια δολάρια
σε υποδομές AI,
χρειάζονται ολοένα
μεγαλύτερα ποσά για τη
χρηματοδότηση των
επενδυτικών τους
προγραμμάτων.
Σύμφωνα με τον
Dalio,
το μοντέλο
χρηματοδότησης
μεταβάλλεται. Ενώ στο
παρελθόν η άντληση
κεφαλαίων μπορούσε να
στηρίζεται περισσότερο
στην έκδοση μετοχών,
πλέον οι εταιρείες
στρέφονται σε μεγαλύτερο
βαθμό στον δανεισμό.
Αυτό δημιουργεί έναν νέο
παράγοντα κινδύνου,
καθώς η αύξηση του
κόστους χρήματος μπορεί
να καταστήσει πιο
δύσκολη τη χρηματοδότηση
των τεράστιων επενδύσεων
που απαιτούνται για
data
centers,
υπολογιστική ισχύ και
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης.
Πού
βρίσκεται ο κίνδυνος για
τη «φούσκα» της AI
Ο Dalio
θεωρεί ότι μια σειρά από
εξελίξεις θα μπορούσαν
να λειτουργήσουν ως
καταλύτες για την
απότομη διόρθωση των
αποτιμήσεων στον κλάδο
της τεχνητής νοημοσύνης.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνει την ανάγκη
αποπληρωμής χρέους, αλλά
και μια πιθανή
φορολογική επιβάρυνση
του πλούτου, η οποία θα
μπορούσε να επηρεάσει τη
διαθέσιμη ρευστότητα και
τις επενδυτικές
αποφάσεις.
Το κοινό σημείο των δύο
ανησυχιών του
Dalio
—το αμερικανικό χρέος
και η χρηματοδότηση της
AI—
είναι το κόστος του
χρήματος.
Σε μια περίοδο κατά την
οποία οι κυβερνήσεις
χρειάζονται ολοένα
μεγαλύτερη χρηματοδότηση
και οι τεχνολογικοί
όμιλοι πραγματοποιούν
επενδύσεις πρωτοφανούς
κλίμακας, η διατήρηση
υψηλών επιτοκίων και
αποδόσεων στα ομόλογα
μπορεί να αυξήσει
σημαντικά το κόστος
κεφαλαίου.
Και όσο η ζήτηση από
μεγάλους ξένους πιστωτές
όπως η Κίνα και η
Ιαπωνία μειώνεται, τόσο
μεγαλύτερη πίεση μπορεί
να μεταφέρεται στην
αγορά για την απορρόφηση
των νέων εκδόσεων
αμερικανικού χρέους.
|