|
«Ποιος πληρώνει για το
σκάφος και το
αεροπλάνο;» είναι,
ουσιαστικά, το ερώτημα
που θέτει. Σύμφωνα με
τον ίδιο, το ιστιοπλοϊκό
εκμισθώνεται σε
τουρίστες, με τα έσοδα
να συμβάλλουν στην
κάλυψη του δανείου, της
ασφάλισης, της
συντήρησης και των
εξόδων ελλιμενισμού.
Αντίστοιχα, όταν δεν
χρησιμοποιεί το
αεροσκάφος, το διαθέτει
προς ναύλωση.
Η βασική ιδέα είναι ότι
ένα περιουσιακό στοιχείο
μπορεί να εξυπηρετεί
ταυτόχρονα προσωπικές
ανάγκες και να
δημιουργεί εισόδημα,
αντί να αποτελεί
αποκλειστικά πηγή
εξόδων.
«Το ταχύτερο μονοπάτι
για να ξεφύγεις από τα
χρέη είναι περισσότερο
χρέος»
Ο Kiyosaki
ξεκινά από την παραδοχή
ότι οι περισσότεροι
άνθρωποι έχουν διδαχθεί
να αποφεύγουν τον
δανεισμό, να περιορίζουν
τις δαπάνες τους και να
αποπληρώνουν όσο το
δυνατόν ταχύτερα τις
οφειλές τους. Κατά την
άποψή του, αυτή η
προσέγγιση δεν αρκεί
πάντοτε για να οδηγήσει
στη δημιουργία
σημαντικού πλούτου.
Η εναλλακτική που
προτείνει είναι η
διάκριση μεταξύ του
χρέους που χρηματοδοτεί
την κατανάλωση και
εκείνου που
χρησιμοποιείται για την
απόκτηση περιουσιακών
στοιχείων με δυνατότητα
παραγωγής εισοδήματος.
Ένα δάνειο για την αγορά
ενός αντικειμένου που
χάνει την αξία του και
απαιτεί συνεχή έξοδα
μπορεί να επιβαρύνει την
οικονομική κατάσταση του
ιδιοκτήτη. Αντίθετα, ο
δανεισμός για μια
επιχείρηση ή ένα
περιουσιακό στοιχείο που
παράγει επαρκείς
ταμειακές ροές θα
μπορούσε, υπό
προϋποθέσεις, να
δημιουργήσει θετική
οικονομική απόδοση.
Αυτή είναι η ουσία της
προσέγγισης του
Kiyosaki:
το κρίσιμο στοιχείο δεν
είναι μόνο το ύψος του
δανεισμού, αλλά και η
χρήση των χρημάτων, η
απόδοση της επένδυσης
και η δυνατότητα
εξυπηρέτησης των
υποχρεώσεων.
Η συγκεκριμένη
φιλοσοφία, πάντως, δεν
σημαίνει ότι ο
μεγαλύτερος δανεισμός
οδηγεί αυτομάτως σε
ταχύτερη οικονομική
ανεξαρτησία. Αν οι
αποδόσεις αποδειχθούν
χαμηλότερες από τις
προσδοκίες ή τα έσοδα
δεν επαρκούν για την
κάλυψη των δόσεων, η
μόχλευση μπορεί να
επιδεινώσει σημαντικά
την οικονομική θέση του
δανειολήπτη.
Το φορολογικό
πλεονέκτημα του
δανεισμού και οι
περιορισμοί
Ένα ακόμη επιχείρημα που
χρησιμοποιεί ο
Kiyosaki
αφορά τη φορολογική
μεταχείριση των
δανειακών κεφαλαίων. Σε
αντίθεση με το εισόδημα
από εργασία, το οποίο
υπόκειται σε φορολογία,
τα χρήματα που λαμβάνει
κάποιος μέσω ενός
δανείου δεν θεωρούνται
από μόνα τους
φορολογητέο εισόδημα,
καθώς συνοδεύονται από
υποχρέωση αποπληρωμής.
Ως παράδειγμα, αναφέρει
ότι κάποιος που κερδίζει
20.000 δολάρια και
επιβαρύνεται με
υποθετικό φορολογικό
συντελεστή 25% θα έχει
στη διάθεσή του 15.000
δολάρια μετά τον φόρο.
Αν, αντίθετα, δανειστεί
20.000 δολάρια, μπορεί
να χρησιμοποιήσει
ολόκληρο το ποσό για μια
επένδυση, χωρίς να
φορολογηθεί κατά την
εκταμίευσή του.
Η σύγκριση, όμως, έχει
ένα σημαντικό κενό: το
δάνειο δεν αποτελεί
δωρεάν κεφάλαιο. Πρέπει
να αποπληρωθεί, μαζί με
τους τόκους και τα
ενδεχόμενα έξοδα
χρηματοδότησης.
Επομένως, το γεγονός ότι
τα δανειακά κεφάλαια δεν
φορολογούνται κατά τη
λήψη τους δεν
συνεπάγεται ότι είναι
οικονομικά συμφερότερα
από τα ίδια κεφάλαια.
Επιπλέον, η φορολογική
μεταχείριση των εξόδων
εξαρτάται από τη φύση
της δραστηριότητας, τη
νομοθεσία της εκάστοτε
χώρας και τις
προϋποθέσεις που πρέπει
να πληρούνται. Οι
δαπάνες ενός πραγματικού
επιχειρηματικού
περιουσιακού στοιχείου
ενδέχεται να
αντιμετωπίζονται
διαφορετικά από εκείνες
ενός αντικειμένου
προσωπικής χρήσης. Η
απλή δήλωση ενός σκάφους
ή ενός αεροσκάφους ως
επιχειρηματικού
περιουσιακού στοιχείου
δεν αρκεί από μόνη της
για να θεμελιώσει
φορολογικές εκπτώσεις.
Το πραγματικό ρίσκο πίσω
από τα πολυτελή
περιουσιακά στοιχεία
Η εκμίσθωση ενός σκάφους
ή ενός αεροσκάφους
μπορεί να δημιουργήσει
σημαντικά έσοδα, αλλά η
οικονομική απόδοση δεν
είναι εγγυημένη.
Στην περίπτωση ενός
σκάφους αναψυχής, τα
έσοδα εξαρτώνται από την
πληρότητα, την
εποχικότητα, τις τιμές
ναύλωσης και την
κατάσταση της αγοράς.
Παράλληλα, υπάρχουν
έξοδα συντήρησης,
ασφάλισης, επισκευών και
διαχείρισης, καθώς και ο
κίνδυνος ζημιών ή
περιόδων χωρίς μισθωτές.
Αντίστοιχα, ένα ιδιωτικό
αεροσκάφος συνεπάγεται
υψηλό κόστος
λειτουργίας, τεχνικής
υποστήριξης, ασφάλισης
και στάθμευσης. Τα έσοδα
από ναυλώσεις πρέπει να
επαρκούν όχι μόνο για τα
καθημερινά έξοδα, αλλά
και για την εξυπηρέτηση
του δανείου και την
κάλυψη απρόβλεπτων
επιβαρύνσεων.
Η ουσιαστική σύγκριση,
συνεπώς, δεν γίνεται
μεταξύ των εσόδων από
ναυλώσεις και της
μηνιαίας δόσης του
δανείου. Απαιτείται να
υπολογιστούν όλα τα
λειτουργικά έξοδα, οι
φόροι, οι περίοδοι
αδράνειας και οι ανάγκες
συντήρησης, ώστε να
διαπιστωθεί αν απομένει
πραγματικό καθαρό
κέρδος.
Ακόμη και όταν μια
δραστηριότητα εμφανίζει
θετική απόδοση σε μια
καλή χρονιά, ο
ιδιοκτήτης εξακολουθεί
να φέρει τον κίνδυνο της
χρηματοδότησης. Οι
δόσεις του δανείου
πρέπει να πληρώνονται
ακόμη και όταν τα έσοδα
μειώνονται ή η ζήτηση
υποχωρεί.
Η διαφορά ανάμεσα στην
κατανάλωση και την
επένδυση
Η προσέγγιση του
Kiyosaki
έχει έναν σαφή πυρήνα: η
οικονομική αξιολόγηση
ενός περιουσιακού
στοιχείου δεν πρέπει να
περιορίζεται στην τιμή
αγοράς του, αλλά να
εξετάζει και τις
ταμειακές ροές που
μπορεί να δημιουργήσει.
Ένα αυτοκίνητο που
αγοράζεται με δάνειο και
χρησιμοποιείται
αποκλειστικά για
προσωπικές μετακινήσεις
δημιουργεί συνήθως έξοδα
και υποχρεώσεις.
Αντίθετα, ένα όχημα που
χρησιμοποιείται σε μια
βιώσιμη επιχείρηση
μπορεί να συνεισφέρει
στην παραγωγή εσόδων. Η
διαφορά δεν βρίσκεται
στο ίδιο το αντικείμενο,
αλλά στον τρόπο
αξιοποίησής του και στην
οικονομική απόδοση που
προκύπτει.
Ωστόσο, η επιχειρηματική
χρήση δεν μετατρέπει
αυτομάτως κάθε αγορά σε
καλή επένδυση. Η τιμή
απόκτησης, το κόστος
χρηματοδότησης, η
πραγματική ζήτηση, η
διάρκεια ζωής του
περιουσιακού στοιχείου
και η δυνατότητα
μεταπώλησης παραμένουν
καθοριστικοί παράγοντες.
Στην περίπτωση του
Kiyosaki,
η επιχειρηματική
αξιοποίηση των πολυτελών
περιουσιακών στοιχείων
αποτελεί μέρος της
προσωπικής του
επενδυτικής φιλοσοφίας.
Δεν αποτελεί, όμως, από
μόνη της απόδειξη ότι
μια αντίστοιχη
στρατηγική θα ήταν
κατάλληλη για κάθε
επενδυτή.
Η διαφορετική προσέγγιση
του Charlie
Munger
Η φιλοσοφία αυτή
διαφέρει από τη στάση
του Charlie
Munger,
ο οποίος είχε επικρίνει
τις υπερβολικές δαπάνες
για αντικείμενα
επίδειξης και είχε
υποστηρίξει ότι οι
περισσότεροι άνθρωποι θα
έπρεπε να αποφεύγουν την
επιδεικτική κατανάλωση.
Οι δύο προσεγγίσεις,
πάντως, συγκλίνουν σε
ένα σημείο: η οικονομική
αξία μιας αγοράς δεν
καθορίζεται μόνο από το
αντικείμενο, αλλά και
από το πώς επηρεάζει την
οικονομική κατάσταση του
ιδιοκτήτη.
Για τον Munger,
η αποφυγή περιττών
δαπανών και η
μακροχρόνια επένδυση
αποτελούσαν βασικά
στοιχεία οικονομικής
πειθαρχίας. Για τον
Kiyosaki,
η έμφαση βρίσκεται στη
δημιουργία περιουσιακών
στοιχείων που παράγουν
εισόδημα, ακόμη και όταν
αυτά αποκτώνται με
δανεισμό.
Το συμπέρασμα είναι ότι
ο δανεισμός μπορεί να
λειτουργήσει ως εργαλείο
ανάπτυξης, αλλά μόνο
όταν συνοδεύεται από
ρεαλιστικές προβλέψεις,
επαρκή περιθώρια
ασφαλείας και δυνατότητα
εξυπηρέτησης των
υποχρεώσεων ακόμη και σε
δυσμενείς συνθήκες. Η
κρίσιμη ερώτηση για κάθε
αγορά παραμένει απλή: θα
δημιουργεί καθαρές
ταμειακές ροές ή θα
απαιτεί διαρκώς νέα
χρήματα από τον
ιδιοκτήτη;
|