|
Για τον λόγο αυτό, η
S&P
εξακολουθεί να προβλέπει
μέση τιμή Brent
στα 110 δολάρια ανά
βαρέλι για το υπόλοιπο
του 2026. Παράλληλα,
εκτιμά ότι οι τιμές θα
υποχωρήσουν στα 80
δολάρια το 2027 και στα
65 δολάρια από το 2028
και μετά.
Ο οίκος αναγνωρίζει ότι
η πρόσφατη αποκλιμάκωση
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε χαμηλότερες τιμές
πετρελαίου σε σχέση με
τα επίπεδα που
καταγράφηκαν κατά τη
διάρκεια της κρίσης,
ωστόσο θεωρεί ότι
εξακολουθούν να υπάρχουν
σημαντικοί παράγοντες
αβεβαιότητας που
στηρίζουν την αγορά.
Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η
εύθραυστη φύση της
συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν, οι
περιορισμένες
δυνατότητες αύξησης της
παραγωγής από άλλους
προμηθευτές, οι
δυσκολίες εξεύρεσης
εναλλακτικών πηγών
εφοδιασμού, η στενότητα
στην αγορά διυλισμένων
προϊόντων και η
αβεβαιότητα σχετικά με
την πιθανή χαλάρωση των
κυρώσεων στις ρωσικές
εξαγωγές ενέργειας.
Όπως σημειώνει
χαρακτηριστικά η έκθεση
«Credit
Conditions
Asia-Pacific
Q3
2026: Hormuz
Reopens,
Fragility
Remains»,
η αγορά ενδέχεται να
εξακολουθήσει να
χρειάζεται υψηλότερες
τιμές πετρελαίου ώστε να
περιοριστεί η ζήτηση, να
αναπληρωθούν τα
αποθέματα και να
καλυφθεί το αυξημένο
κόστος μεταφοράς,
ασφάλισης και ασφάλειας
που εξακολουθεί να
επιβαρύνει την
εφοδιαστική αλυσίδα.
Η S&P
υπογραμμίζει ότι οι
συνέπειες της κρίσης δεν
περιορίζονται μόνο στο
αργό πετρέλαιο. Τα Στενά
του Ορμούζ αποτελούν
βασικό πέρασμα και για
διυλισμένα καύσιμα,
νάφθα, λιπάσματα και
βιομηχανικές πρώτες
ύλες, γεγονός που
αυξάνει τον κίνδυνο
ελλείψεων σε επιμέρους
αγορές ακόμη και εάν οι
τιμές του πετρελαίου
κινηθούν χαμηλότερα.
Ο οίκος εκτιμά ότι η
αργή αποκατάσταση των
θαλάσσιων μεταφορών
είναι πιθανό να
διατηρήσει σε υψηλά
επίπεδα το ενεργειακό
κόστος, τα ναύλα και τις
τιμές βασικών εισροών
για κλάδους όπως τα
πετροχημικά, οι
μεταφορές, η εφοδιαστική
αλυσίδα και η γεωργία.
Παράλληλα, πολλές
επιχειρήσεις και χώρες
συνεχίζουν να αναζητούν
εναλλακτικούς
προμηθευτές εκτός
Περσικού Κόλπου, ενώ σε
ορισμένες περιπτώσεις
καταγράφεται στροφή από
το φυσικό αέριο προς τον
άνθρακα. Ωστόσο, η λύση
αυτή δεν μπορεί να
εφαρμοστεί ευρέως λόγω
περιορισμών σε υποδομές,
συμβόλαια και
περιβαλλοντικές
δεσμεύσεις.
Η S&P
προειδοποιεί επίσης ότι
μια παρατεταμένη
περίοδος υψηλών
ενεργειακών τιμών θα
μπορούσε να αναζωπυρώσει
τις πληθωριστικές
πιέσεις διεθνώς,
αυξάνοντας την
πιθανότητα διατήρησης ή
και περαιτέρω
αυστηροποίησης της
νομισματικής πολιτικής
από τις κεντρικές
τράπεζες.
Ταυτόχρονα, το αυξημένο
κόστος ενέργειας,
μεταφορών και πρώτων
υλών ενδέχεται να
περιορίσει τους ρυθμούς
ανάπτυξης της παγκόσμιας
οικονομίας, επηρεάζοντας
ιδιαίτερα τις χώρες που
εξαρτώνται σε μεγάλο
βαθμό από εισαγόμενη
ενέργεια.

|