|
Η επένδυση δεν αποτελεί
απλώς ένα μεγάλο
project
ακινήτων. Για την Ελλάδα
λειτουργεί και ως
σύμβολο της οικονομικής
μεταμόρφωσης της
τελευταίας δεκαετίας.
Από το «μαύρο πρόβατο»
της Ευρώπης στο διεθνές
κεφάλαιο
Η Ελλάδα που βρέθηκε
κάποτε αντιμέτωπη με τον
κίνδυνο οικονομικής
κατάρρευσης προσπαθεί
σήμερα να παρουσιάσει
ένα διαφορετικό
επενδυτικό προφίλ: μια
οικονομία με υψηλότερους
ρυθμούς ανάπτυξης,
βελτιωμένα δημόσια
οικονομικά, αυξημένες
επενδύσεις και ένα
φορολογικό πλαίσιο που
επιχειρεί να προσελκύσει
διεθνώς κινητικούς
επενδυτές και υψηλά
εισοδήματα.
Η Αθήνα φαίνεται μάλιστα
να μπαίνει σταδιακά στο
ραντάρ κορυφαίων
ονομάτων του διεθνούς
hedge
fund
industry.
Η περίπτωση του Βρετανού
δισεκατομμυριούχου
διαχειριστή hedge
fund
Κρις Ρόκος είναι
χαρακτηριστική. Ο
ιδρυτής της Rokos
Capital
Management
εξετάζει τη μεταφορά της
φορολογικής του
κατοικίας στην Ελλάδα,
ενώ παράλληλα έχει γίνει
γνωστό το ενδιαφέρον για
τη δημιουργία παρουσίας
της εταιρείας στην
Αθήνα.
Η περιουσία του
υπολογίζεται σε περίπου
4 δισ. δολάρια, ενώ
σύμφωνα με δημοσιεύματα
είχε καταβάλει περίπου
330 εκατ. λίρες σε
βρετανικούς φόρους μόνο
κατά το προηγούμενο
έτος.
Η περίπτωση Ρόκος αποκτά
ιδιαίτερη σημασία επειδή
δεν αφορά απλώς την
αγορά μιας κατοικίας.
Συνδέεται με τη μεταφορά
φορολογικής κατοικίας
αλλά και με τη
δημιουργία οικονομικής
και επιχειρηματικής
παρουσίας στην Ελλάδα.
Η Αθήνα προσελκύει
hedge
funds
Η Ελλάδα φαίνεται να
επιχειρεί να μετατρέψει
το ενδιαφέρον
μεμονωμένων επενδυτών σε
ευρύτερη τάση.
Η Millennium
Management,
ένα από τα μεγαλύτερα
hedge
funds
παγκοσμίως, με υπό
διαχείριση κεφάλαια άνω
των 90 δισ. δολαρίων,
προετοιμάζει επίσης
παρουσία στην Αθήνα.
Παράλληλα, ο υπουργός
Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών Κυριάκος
Πιερρακάκης έχει
πραγματοποιήσει επαφές
στο Λονδίνο,
προβάλλοντας την Ελλάδα
ως έναν τόπο όπου
μπορούν να συνδυαστούν
το διεθνές κεφάλαιο και
το ελληνικό ανθρώπινο
δυναμικό.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για την Αθήνα,
καθώς η παρουσία μεγάλων
επενδυτικών οργανισμών
μπορεί να δημιουργήσει
ζήτηση όχι μόνο για
κατοικίες και γραφεία,
αλλά και για
εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό,
χρηματοοικονομικές
υπηρεσίες και
υποστηρικτικές
δραστηριότητες.
Το φορολογικό κίνητρο
του 5%
Σημαντικό μέρος της νέας
στρατηγικής αφορά το
φορολογικό πλαίσιο.
Από φέτος, επαγγελματίες
του επενδυτικού κλάδου
που μεταφέρουν τη
φορολογική τους κατοικία
στην Ελλάδα μπορούν, υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις, να
φορολογούνται με
συντελεστή 5% για το
λεγόμενο carried
interest,
δηλαδή το μερίδιο των
κερδών που συνδέεται με
την απόδοση των
επενδύσεων.
Για την εφαρμογή του
καθεστώτος προβλέπονται
συγκεκριμένα κριτήρια,
μεταξύ των οποίων και η
υποχρέωση της σχετικής
ελληνικής εταιρείας να
πραγματοποιεί ετήσιες
δαπάνες τουλάχιστον 3
εκατ. ευρώ στη χώρα.
Το μοντέλο εντάσσεται σε
μια ευρύτερη ευρωπαϊκή
προσπάθεια προσέλκυσης
υψηλών εισοδημάτων και
διεθνών επενδυτών.
Η Ιταλία έχει
ακολουθήσει αντίστοιχη
πολιτική, έχοντας
θεσπίσει ειδικό καθεστώς
για εισοδήματα από το
εξωτερικό όσων
μεταφέρουν εκεί τη
φορολογική τους
κατοικία. Παράλληλα, η
Ελλάδα από το 2020
προσφέρει σε αλλοδαπούς
συνταξιούχους τη
δυνατότητα φορολόγησης
των εισοδημάτων τους από
το εξωτερικό με ενιαίο
συντελεστή 7%, υπό
συγκεκριμένες
προϋποθέσεις και για
περίοδο έως 15 ετών.
Στο ίδιο πλαίσιο
εντάσσεται και η
Golden
Visa,
η οποία έχει
δημιουργήσει έναν ακόμη
δίαυλο προσέλκυσης ξένων
επενδυτών, παρά τις
αλλαγές που έχουν γίνει
τα τελευταία χρόνια στα
απαιτούμενα ποσά και
στις επιλέξιμες
περιοχές.
Η οικονομική εικόνα έχει
αλλάξει
Η προσέλκυση διεθνούς
κεφαλαίου δεν
πραγματοποιείται σε
οικονομικό κενό.
Η πραγματική ανάπτυξη
της ελληνικής οικονομίας
αναμένεται να κινηθεί
φέτος γύρω στο 2%, ενώ
τα δημόσια οικονομικά
παρουσιάζουν σημαντικά
καλύτερη εικόνα σε σχέση
με την περίοδο της
κρίσης.
Η βελτίωση αυτή αποτελεί
έναν από τους βασικούς
λόγους για τους οποίους
η Ελλάδα εμφανίζεται
πλέον περισσότερο ως
επενδυτικός προορισμός
και λιγότερο ως χώρα
δημοσιονομικού κινδύνου.
Η αλλαγή της εικόνας
είναι ιδιαίτερα εμφανής
στην Αθήνα, όπου η
αύξηση των επενδύσεων, η
τουριστική ανάπτυξη, η
αγορά ακινήτων και η
εγκατάσταση διεθνών
επιχειρήσεων έχουν
δημιουργήσει ένα νέο
οικονομικό οικοσύστημα.
Το Ελληνικό ως βιτρίνα
της νέας Αθήνας
Το Ελληνικό βρίσκεται
στην καρδιά αυτής της
μεταμόρφωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του οικιστικού τμήματος
του έργου, περίπου το
50% των αγοραστών
κατοικιών είναι Έλληνες,
το 20% μέλη της
ελληνικής διασποράς και
το 30% διεθνείς
αγοραστές.
Μεταξύ των ξένων
αγοραστών βρίσκονται και
Βρετανοί, αρκετοί από
τους οποίους
δραστηριοποιούνται στον
χρηματοοικονομικό κλάδο
ή εργάζονται εξ
αποστάσεως.
Το ενδιαφέρον δεν αφορά
αποκλειστικά την αγορά
μιας κατοικίας. Για
ορισμένους συνδέεται με
τη φορολογική κατοικία,
την ποιότητα ζωής και τη
δυνατότητα εργασίας από
την Ελλάδα.
Η Αθήνα μπαίνει έτσι σε
έναν ανταγωνισμό με
πόλεις όπως το Μιλάνο, η
Μαδρίτη, η Λισαβόνα και
το Ντουμπάι για ένα
κοινό: ανθρώπους με
υψηλό εισόδημα και υψηλή
κινητικότητα, οι οποίοι
μπορούν να επιλέξουν πού
θα κατοικήσουν, πού θα
φορολογούνται και πού θα
αναπτύξουν μέρος της
επιχειρηματικής τους
δραστηριότητας.
Η ζήτηση από το
εξωτερικό
Τα στοιχεία της
Henley
& Partners
καταγράφουν αυξημένο
ενδιαφέρον για την
Ελλάδα ως προορισμό
φορολογικής κατοικίας
και εγκατάστασης εύπορων
αλλοδαπών.
Σημαντικό μέρος της
ζήτησης για
Golden
Visa
προέρχεται από την
Τουρκία, με τους
Τούρκους επενδυτές να
αντιπροσωπεύουν σχεδόν
το ένα τρίτο των
σχετικών αιτήσεων.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι η Αθήνα δεν
ανταγωνίζεται πλέον μόνο
τις παραδοσιακές
ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Βρίσκεται όλο και
περισσότερο στο ίδιο
ραντάρ με προορισμούς
της Μεσογείου και της
Μέσης Ανατολής που
διεκδικούν διεθνώς
κινητικό κεφάλαιο.
Δεν είναι όλοι
πεπεισμένοι για το
«ελληνικό θαύμα»
Η νέα εικόνα, ωστόσο,
δεν σημαίνει ότι έχουν
εξαφανιστεί οι
οικονομικές αδυναμίες.
Ο Νίκος Θεοχαράκης έχει
ασκήσει κριτική στην
αφήγηση περί ελληνικού
οικονομικού θαύματος,
επισημαίνοντας μεταξύ
άλλων το υψηλό κόστος
στέγασης και εκφράζοντας
επιφυλάξεις για τον ρόλο
των ξένων
χρηματοοικονομικών
επενδυτών στην ελληνική
οικονομία.
Από την άλλη πλευρά, ο
Ian
Lesser
του German
Marshall
Fund,
ο οποίος παρακολουθεί
την Ελλάδα επί
δεκαετίες, περιγράφει
μια Αθήνα που έχει
αλλάξει αισθητά σε σχέση
με την εικόνα της
προηγούμενης δεκαετίας.
Η μεταβολή είναι εμφανής
στους δρόμους της πόλης,
στην αγορά ακινήτων,
στις επενδύσεις και στην
παρουσία διεθνών
επιχειρήσεων.
Το μεγάλο στοίχημα
Το πραγματικό στοίχημα
για την Ελλάδα δεν είναι
απλώς να προσελκύσει
πλούσιους κατοίκους ή
μεγάλα επενδυτικά
κεφάλαια.
Είναι να μετατρέψει την
εισροή κεφαλαίων σε
μόνιμη αύξηση
της παραγωγικής
δυναμικότητας της
οικονομίας.
Η εγκατάσταση
hedge
funds,
η αγορά ακινήτων από
ξένους επενδυτές και η
μεταφορά φορολογικών
κατοικιών δημιουργούν
ζήτηση και εισόδημα. Η
μεγαλύτερη πρόκληση
είναι το κεφάλαιο αυτό
να συνδεθεί με νέες
επιχειρήσεις, θέσεις
εργασίας υψηλής
εξειδίκευσης,
τεχνολογία, εξαγωγές και
παραγωγικές επενδύσεις.
Το Ελληνικό είναι ίσως η
πιο ορατή εικόνα αυτής
της μετάβασης.
Η Αθήνα δεν είναι πλέον
η πόλη που προσπαθεί
απλώς να ξεπεράσει την
κρίση. Είναι μια πόλη
που επιχειρεί να
τοποθετηθεί στον χάρτη
του διεθνούς κεφαλαίου.
Το ερώτημα πλέον δεν
είναι αν η Ελλάδα
επέστρεψε.
Είναι αν μπορεί να
μετατρέψει την επιστροφή
του διεθνούς χρήματος σε
μια διατηρήσιμη νέα φάση
οικονομικής ανάπτυξης.
|