|
Ωστόσο, παρά το μέγεθος
της πτώσης σε απόλυτους
αριθμούς, η ιστορική
εμπειρία της Wall
Street
δείχνει ότι ακόμη και οι
βίαιες ημερήσιες
διορθώσεις δεν αποτελούν
απαραίτητα προάγγελο
μιας παρατεταμένης
bear
market.
Οι
εννέα μεγάλες πτώσεις
του Dow και η εικόνα
μετά
Σύμφωνα με στοιχεία του
CNBC,
ο Dow
Jones
έχει καταγράψει την
τελευταία πενταετία
εννέα συνεδριάσεις με
απώλειες άνω των 1.000
μονάδων.
Η συμπεριφορά του δείκτη
μετά από αυτά τα
επεισόδια παρουσιάζει
ένα ενδιαφέρον μοτίβο.
Βραχυπρόθεσμα, η
μεταβλητότητα συνήθως
παραμένει αυξημένη, όμως
σε μεγαλύτερο χρονικό
ορίζοντα η εικόνα
βελτιώνεται αισθητά.
|
Χρονικός
ορίζοντας
μετά την
πτώση
|
Διάμεση
απόδοση Dow
Jones
|
|
Επόμενη
συνεδρίαση
|
Σχεδόν 0%
|
|
Μία εβδομάδα
μετά
|
-1,14%
|
|
Έναν μήνα μετά
|
Περίπου +2%
|
|
Τρεις μήνες μετά
|
+9,1%
|
Τα στοιχεία δεν
σημαίνουν ότι κάθε
μεγάλη πτώση
ακολουθείται υποχρεωτικά
από ανάκαμψη. Το δείγμα
είναι περιορισμένο και
κάθε περίοδος είχε
διαφορετικές αιτίες πίσω
από την αναταραχή.
Παρόλα αυτά, δείχνουν
ότι οι ακραίες ημερήσιες
απώλειες συχνά
αντανακλούν την κορύφωση
του φόβου των επενδυτών
και όχι απαραίτητα την
έναρξη μιας μεγάλης
καθοδικής αγοράς.
Από τους δασμούς του
Trump
έως τον πληθωρισμό του
2022
Τρεις από τις εννέα
μεγάλες πτώσεις του
Dow
σημειώθηκαν τον Απρίλιο
του 2025, όταν οι αγορές
αντέδρασαν έντονα στην
ανακοίνωση των νέων
δασμών από τον
Donald
Trump.
Οι επενδυτές φοβήθηκαν
ότι η επιβολή
εκτεταμένων εμπορικών
περιορισμών θα μπορούσε
να οδηγήσει σε
επιβράδυνση της
παγκόσμιας οικονομίας
και παράλληλα να
ενισχύσει τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Η αγορά σταθεροποιήθηκε
όταν ο Αμερικανός
πρόεδρος ανακοίνωσε
προσωρινή αναστολή
μεγάλου μέρους του
σχεδίου, ενώ η
αποκλιμάκωση στις
σχέσεις Ουάσιγκτον –
Πεκίνου ενίσχυσε
σταδιακά την επιστροφή
των αγοραστών.
Η πιο δύσκολη περίοδος
για τις αγορές ήταν το
2022, όταν τέσσερις
συνεδριάσεις με πτώση
άνω των 1.000 μονάδων
συνδέθηκαν με τον
εκρηκτικό πληθωρισμό και
τον επιθετικό κύκλο
αυξήσεων επιτοκίων της
Fed.
Οι επενδυτές φοβήθηκαν
ότι το υψηλό κόστος
χρήματος θα οδηγούσε την
αμερικανική οικονομία σε
ύφεση. Οι βασικοί
δείκτες της Wall
Street
εισήλθαν σε bear
market,
με το χαμηλό σημείο να
καταγράφεται τον
Οκτώβριο του 2022 πριν
ξεκινήσει ο νέος
ανοδικός κύκλος.
Οι δύο υπόλοιπες μεγάλες
διορθώσεις σημειώθηκαν
τον Αύγουστο και τον
Δεκέμβριο του 2024. Η
πρώτη συνδέθηκε με
ανησυχίες για την αγορά
εργασίας στις ΗΠΑ και
την έντονη πτώση στο
ιαπωνικό χρηματιστήριο,
ενώ η δεύτερη προκλήθηκε
από την πιο επιφυλακτική
στάση της Fed
σχετικά με τις μειώσεις
επιτοκίων.
Το νέο μέτωπο ανησυχίας:
Επιτόκια και πετρέλαιο
Η τελευταία πτώση ήρθε
σε μια περίοδο όπου οι
αγορές προσπαθούν να
αποκωδικοποιήσουν την
επόμενη κίνηση της
Federal
Reserve.
Η κεντρική τράπεζα
διατήρησε το βασικό
επιτόκιο στο εύρος
3,50%-3,75%,
επιβεβαιώνοντας τις
προσδοκίες της αγοράς.
Ωστόσο, η ύπαρξη τριών
αξιωματούχων που
τάχθηκαν υπέρ αύξησης
κατά 25 μονάδες βάσης
ενίσχυσε την ανησυχία
ότι η επόμενη κίνηση
μπορεί να μην είναι
μείωση αλλά νέα
σύσφιγξη.
Ο πρόεδρος της
Fed,
Kevin
Warsh,
επανέλαβε ότι η
προτεραιότητα παραμένει
η επιστροφή του
πληθωρισμού στον στόχο
του 2%, αφήνοντας
ανοιχτό το ενδεχόμενο
νέων αυξήσεων εφόσον τα
οικονομικά δεδομένα το
απαιτήσουν.
Την ίδια στιγμή, η
άνοδος των τιμών
ενέργειας επανέφερε στο
προσκήνιο το μεγαλύτερο
πρόβλημα για τις
κεντρικές τράπεζες: τον
κίνδυνο νέου
πληθωριστικού κύματος.
Το αμερικανικό
WTI
κινήθηκε κοντά στα 85
δολάρια το βαρέλι,
σημειώνοντας άνοδο
σχεδόν 7%, ενώ το
Brent
ξεπέρασε τα 88 δολάρια,
μετά τις νέες
γεωπολιτικές εντάσεις
γύρω από το Ιράν.
Η αγορά κοιτάζει πλέον
την επόμενη κίνηση
Η ιστορία της
Wall
Street
δείχνει ότι οι μεγάλες
ημερήσιες πτώσεις δεν
αποτελούν από μόνες τους
ένδειξη αλλαγής
μακροπρόθεσμης τάσης.
Ωστόσο, το σημερινό
περιβάλλον είναι
ιδιαίτερα απαιτητικό,
καθώς οι επενδυτές
καλούνται να
τιμολογήσουν ταυτόχρονα
τρεις σημαντικούς
κινδύνους:
πιθανή επαναφορά των
πληθωριστικών πιέσεων,
διατήρηση υψηλών
επιτοκίων για μεγαλύτερο
διάστημα,
νέα κλιμάκωση της
γεωπολιτικής έντασης στη
Μέση Ανατολή.
Το επόμενο διάστημα θα
κριθεί από το αν η
άνοδος του πετρελαίου
αποδειχθεί προσωρινή ή
αν θα αποτελέσει νέο
παράγοντα πίεσης για την
παγκόσμια οικονομία και
τις αγορές.
|