Οι εταιρείες που συνθέτουν τον πυρήνα της
βιομηχανίας του 5G πρέπει να βρουν τρόπους για
την εναρμόνιση των λειτουργικών αναγκών τους με
την ασφάλεια και τον μη μονοπωλιακό ανταγωνισμό
που επιθυμούν οι περισσότερες κυβερνήσεις. Αν
δεν το κάνουν, τα κράτη ενδέχεται να διεξάγουν
έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς εναντίον του 5G.
Η διαταραχή που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο στις
σημερινές δικτυωμένες κοινωνίες είναι τεράστια.
------------------
Στα τέλη Οκτωβρίου, η
Γερμανία και η Κίνα
ξεκίνησαν την εμπορικού
επιπέδου αποκάλυψη του
5G στο κοινό, της
υποδομής ασύρματων
τεχνολογιών που
μετατρέπει τον τρόπο με
τον οποίο ο κόσμος
χρησιμοποιεί υπολογιστές.
Οι μηχανές και οι
άνθρωποι θα μιλούν ο
ένας στον άλλο μέσω του
δικτύου χωρίς σύνορα που
ονομάζουμε Διαδίκτυο.
Αλλά με το 5G, μια νέα
υποδομή δικτύωσης
αναδύεται, εξαρτημένη
από το Διαδίκτυο, αλλά
ξεχωριστή από αυτό και
υποκείμενη σε πολύ
περισσότερο κυβερνητικό
και ιδιωτικό έλεγχο.
Με το 5G είναι δυνατό να
εκτελεστούν τεράστιες
ποσότητες υπολογισμών σε
πολύ υψηλές ταχύτητες
και χωρίς να χρειάζεται
να συνδεθεί η συσκευή
εισόδου -ένα κινητό
τηλέφωνο, για παράδειγμα,
ή ένα αυτοκινούμενο
αυτοκίνητο- σε κάποιο
καλώδιο οποιουδήποτε
είδους. Αλλά αυτές οι
υψηλές ταχύτητες είναι
δυνατές μόνο αν το
υπόλοιπο σύστημα (οι
πύργοι σημάτων, οι
σταθμοί βάσης, οι
κατανεμημένοι
διακομιστές [servers]
και τα τεράστιας
κλίμακας [megascale]
κέντρα που φιλοξενούν τα
δεδομένα και κάνουν μόνα
τους μεγάλο κομμάτι των
υπολογισμών) είναι με
φυσικό τρόπο αρκετά
κοντά σε αυτές τις
συσκευές εισόδου. Το να
έχετε το τηλέφωνο, το
αυτοκίνητο ή τον
βηματοδότη σας σε συνεχή
επαφή με την τεράστια
υπολογιστική ισχύ στο
λεγόμενο «σύννεφο»
(cloud) ακούγεται
εκπληκτικά
απελευθερωτικό και
εξωεδαφικό. Ωστόσο, από
την φύση του και την
εστίασή του στην
τοποθεσία, το αναδυόμενο
σύστημα είναι πιο
γειωμένο από όσο ήταν
ποτέ το Internet.
Μια κεραία σταθμού βάσης
5G σε μια εγκατάσταση
της Huawei στην Dongguan,
στην Κίνα, τον Μάιο του
2019. Jason Lee /
Reuters
Το εάν ο έλεγχος επί του
5G θα ασκείται κυρίως
από κράτη ή εταιρείες
μένει να το δούμε. Αλλά
οι συνέπειες για την
εποπτεία, την ασφάλεια
και την εθνική ευημερία
είναι τεράστιες, κι όμως
οι υπεύθυνοι για την
χάραξη πολιτικής και τα
στελέχη επιχειρήσεων
μόλις άρχισαν να τα
αντιμετωπίζουν.
ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Το Διαδίκτυο έχει
αποδειχθεί εξαιρετικά
ανθεκτικό στην κρατική
διακυβέρνηση. Η χρήση
του μπορεί ασφαλώς να
διαμορφωθεί από
δαπανηρές κυβερνητικές
πρωτοβουλίες όπως το
Μεγάλο Τείχος Προστασίας
(Great Firewall) της
Κίνας ή τον Γενικό
Κανονισμό Προστασίας
Δεδομένων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης [2] (General Data
Protection Regulation,
GDPR). Ωστόσο, οι
πολυμερείς προσπάθειες
ελέγχου του Ίντερνετ
έχουν αποτύχει μέχρι
στιγμής, κυρίως επειδή η
σκόπιμα αδιαπέραστη «παγκόσμια
κοινότητα του Ίντερνετ»
-συμπεριλαμβανομένων των
παρόχων υπηρεσιών
Διαδικτύου και των sui
generis θεσμών
διακυβέρνησης, όπως η
Internet Engineering
Task Force και η
Internet Society- είναι
αφοσιωμένη, υπό το
καλύτερο πνεύμα του
κομπιουτεράκια, για να
αποφευχθεί η κατάληψη
από το κράτος. Αυτή η
στάση μπορεί να αλλάξει,
αλλά προς το παρόν η
ισχυρογνωμοσύνη της
κοινότητας και οι
ανασφάλειες των κρατών,
που κράτησαν επί χρόνια
τις παγκόσμιες
διαπραγματεύσεις για την
διακυβέρνηση του
Διαδικτύου μοναδικά
αντιπαραγωγικές,
συνδυάζονται για να
διατηρήσουν το Διαδίκτυο
μια ανοιχτή παγκόσμια
πλατφόρμα.
Το Διαδίκτυο, βεβαίως,
απλώς μετακινεί δεδομένα˙
δεν τα αποθηκεύει. Αυτό
το κάνουν οι διακομιστές
(servers) στα κέντρα
δεδομένων (data
centers). Αλλά ακόμα και
στον κόσμο των φυσικών
διακομιστών, η τοποθεσία
είναι όλο και λιγότερο
σημαντική -τουλάχιστον,
μέχρι την εμφάνιση του
5G. Δείτε την Amazon Web
Services (AWS), την
ηγετική εταιρία
αποθήκευσης δεδομένων
σήμερα. Η Amazon
δημιούργησε την
θυγατρική αυτή το 2006,
προκειμένου να θέσει σε
χρήση τον αδρανή χώρο
στους server της, που
φτιάχτηκε για τις
κορυφώσεις των πωλήσεων
στις γιορτές. Η ιδέα της
AWS ήταν να συνδέσει
αυτόν τον [διαθέσιμο]
χώρο του διακομιστή με
ένα ενιαίο «εικονικό»
(“virtual”) μηχάνημα,
διαθέσιμο προς ενοικίαση
σε οποιοδήποτε μέρος ανά
πάσα στιγμή. Οι
πραγματικές μηχανές που
εμπλέκονται θα μπορούσαν
να είναι οπουδήποτε,
κατανεμημένες (ή όχι)
ανά τον κόσμο.
Από την στιγμή που η AWS
εξευγένισε το προϊόν
της, αυτό το είδος
υπολογιστών - σύντομα
γνωστό ως «cloud
computing»- έγινε πολύ
δημοφιλές στους
ιδιοκτήτες επιχειρήσεων
που επιθυμούν διακαώς να
μειώσουν τους
προϋπολογισμούς τους για
τα τμήματα τεχνολογίας
της πληροφορικής, τους
διακομιστές, το
λογισμικό, τις
ενημερώσεις, τα patches
και, στην συνέχεια,
ακόμη περισσότερους
διακομιστές. Θα
μπορούσατε να
αποθηκεύσετε τον
ιστότοπό σας και τα
δεδομένα σας εξ
ολοκλήρου στο «σύννεφο»
(cloud) και να έχετε
πρόσβαση σε αυτό άμεσα
από έναν φορητό
υπολογιστή που
χρησιμοποιεί το
Διαδίκτυο. Η AWS σύντομα
έγινε -και παραμένει
σήμερα- η μοναδική
μείζων κερδοφόρα μονάδα
της Amazon.
Αυτό το οικονομικά
αποδοτικό μοντέλο
αποδείχτηκε ένα δώρο για
την καινοτομία. Η
Instagram, με 13
υπαλλήλους, κατάφερε να
αποθηκεύσει περίπου 100
εκατομμύρια εικόνες στο
cloud. Η Lyft, η
Pinterest και η Slack
[3] βασίστηκαν όλες στο
cloud computing για να
χτίσουν τις εταιρείες
τους. Και μόλις τα
τηλέφωνα μπόρεσαν να
πάνε, μέσω εφαρμογών
όπως το Instagram, στο
cloud και να γυρίσουν,
μετατράπηκαν σε
επεκτάσεις της τεράστιας
υπολογιστικής και
αποθηκευτικής ικανότητας.
Στην πραγματικότητα, όχι
μόνο μπορούσατε να
αποθηκεύσετε τα δεδομένα
σας, αλλά και να κάνετε
τους υπολογισμούς σας
στο cloud: Υπηρεσίες που
διαφορετικά θα είχαν
αγοραστεί ως λογισμικό
και αποθηκευτεί σε
αφιερωμένους διακομιστές
πλέον εκτελούνταν από
απόσταση.
Η Google και η
Microsoft, και στην
συνέχεια ο κινεζικός
κολοσσός του
ηλεκτρονικού εμπορίου
και της τεχνολογίας
Alibaba, ξεκίνησαν τα
δικά τους cloud projects
για να ανταγωνιστούν την
AWS της Amazon. Μέχρι το
2011, μεγάλες εταιρείες
«μετανάστευαν στο
cloud». Με μια ψήφο
εμπιστοσύνης-ορόσημο, η
CIA αποφάσισε να πράξει
το ίδιο (με την AWS) το
2013. Η απόφαση του
αμερικανικού Υπουργείου
Άμυνας τον περασμένο
μήνα να προσχωρήσει
ολοκληρωτικά στην
υπολογιστική του cloud (χρησιμοποιώντας
την Azure, την απάντηση
της Microsoft στην AWS)
σηματοδοτεί την
ενηλικίωση αυτού του
μοντέλου. Η
αποδοτικότητα, το
πλεόνασμα, και η
ασφάλεια του cloud
computing, καθώς και η
ικανότητά του να
ενθαρρύνει τις -και να
προσαρμόζεται στις-
τεχνολογικές καινοτομίες,
είναι ανεπανάληπτη.
Πέρυσι, η αξία της
βιομηχανίας υπολογισμών
στο σύννεφο
(cloud-computing) ήταν
πάνω από 200
δισεκατομμύρια δολάρια
[4].
ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΓΗ
Μέχρι τώρα [όλα αυτά
γίνονται] χωρίς σύνορα˙
αλλά ο φυσικός χώρος
εξακολουθεί να έχει
σημασία. Μια ταινία
μπορεί να αποθηκευτεί
στο σύννεφο, αλλά όσο
πιο κοντά στον
δρομολογητή WiFi είναι ο
φορητός υπολογιστής στον
οποίο παίζεται, τόσο πιο
γρήγορα γίνεται το «κατέβασμα»
(stream) της ταινίας. Η
ταχύτητα με την οποία
ένα σήμα κινείται από
και προς τον υπολογιστή
χαρακτηρίζεται από την
«latency» (λανθάνων
χρόνος, καθυστέρηση),
και όσο χαμηλότερη είναι
η latency, τόσο πιο
γρήγορος είναι ο
υπολογισμός (computing).
Ακόμη και με καλώδιο
οπτικών ινών, υπάρχουν
πλεονεκτήματα latency
λόγω της φυσικής
εγγύτητας (βλ. το βιβλίο
Flash Boys του Michael
Lewis [5]). Με τα
ραδιοσήματα, όπως από
ένα κινητό τηλέφωνο, η
latency είναι πολύ πιο
σημαντική, διότι τα
ραδιοκύματα μεταφέρουν
πολύ λιγότερες
πληροφορίες, σε
βραδύτερες ταχύτητες,
και με περισσότερες
παρεμβολές από ό, τι
συμβαίνει με τα καλώδια.
Εάν η εγγύτητα
εξακολουθεί να έχει
σημασία για το cloud
computing, είναι
ουσιώδης για τα δίκτυα
5G. Η μαγεία του 5G
είναι η ικανότητά του να
συνδέει μέσα σε χιλιοστά
του δευτερολέπτου ένα
κινητό τηλέφωνο ή
αυτοκίνητο ή ατμομηχανή
εξοπλισμένη με αισθητήρα
με το cloud, το οποίο
μπορεί να επεξεργαστεί
τα δεδομένα, να τα
συνδυάσει με άλλα
δεδομένα και να τα
επιστρέψει στην τελική
συσκευή. Για την ομαλή
διεξαγωγή της
διαδικασίας, η latency
πρέπει να παραμείνει
χαμηλή. Αυτός είναι ο
κύριος λόγος για τον
οποίο ο υπολογισμός
(computing) επιστρέφει
στη γη.
Τα τεράστια χρηματικά
ποσά που διακινούνται σε
πολύ μακρινά κέντρα
δεδομένων υποδεικνύουν
το ίδιο. Η Αργεντινή
[6], τον περασμένο μήνα,
κάλεσε την AWS να
επενδύσει 800
εκατομμύρια δολάρια σε
ένα κέντρο δεδομένων στο
Μπουένος Άιρες. Η Google
θα επενδύσει 850
εκατομμύρια δολάρια σε
μια νέα εγκατάσταση στην
Ταϊβάν [7]. Το γεγονός
ότι αυτές οι εταιρείες
και οι δύο κύριοι
ανταγωνιστές τους, η
Microsoft και η Alibaba,
είναι πρόθυμες να
επενδύσουν σε αυτή την
κλίμακα δείχνει ότι
αναγνωρίζουν ότι ούτε οι
νόμοι για την τοπική
εγκατάσταση δεδομένων (που
απαιτούν την αποθήκευση
δεδομένων των πολιτών
στην χώρα τους) ούτε οι
υποκείμενες αρχές της
κυριαρχίας επί των
δεδομένων (η έννοια,
σχετιζόμενη κυρίως με
την Κίνα, ότι ο
κυβερνοχώρος πρέπει να
είναι εθνικός χώρος) θα
εξαφανιστούν οποτεδήποτε
σύντομα. Αλλά η
δημιουργία κέντρων
δεδομένων (data centers)
είναι επίσης ένας τρόπος
για να κερδηθεί μερίδιο
αγοράς μειώνοντας την
καθυστέρηση (latency)
για τους χρήστες. Τα νέα
κέντρα δημιουργούν αυτό
που ονομάζονται «ζώνες
διαθεσιμότητας»
(“availability zones”),
όπου οι υπολογισμοί που
βασίζονται σε
ραδιοκύματα μπορούν να
πραγματοποιηθούν με
ακόμα υψηλότερες
ταχύτητες. Αν οι
υπολογιστικές εφαρμογές
του cloud είναι
παγκόσμιες, τότε οι
ζώνες διαθεσιμότητας
είναι σαν τα τοπικά
clouds, που έχουν
κατασκευαστεί για να
ικανοποιούν τις ανάγκες
των εταιρειών σε latency
οι οποίες έχουν ολοένα
και μεγαλύτερες
απαιτήσεις από τους
παρόχους cloud -και
ειδικότερα τις ανάγκες
latency για οτιδήποτε
επικοινωνεί με
υπολογιστές μέσω
ραδιοκυμάτων, που είναι
πολλά,
συμπεριλαμβανομένων των
κινητών τηλεφώνων, των
αισθητήρων των αυτόνομων
οχημάτων, και των
αμέτρητων ασύρματων
αισθητήρων εκεί έξω στο
Διαδίκτυο των Πραγμάτων
(Internet of Things).
Εάν οι μεγάλες
πολυεθνικές δεν ελέγξουν
το έδαφος αυτό, θα το
κάνουν άλλοι. Υπάρχει
ένας παράλληλος κόσμος
από (κυρίως) μικρότερες
και λιγότερο γνωστές
εταιρείες που κτίζουν
κέντρα δεδομένων σε όλο
τον κόσμο. Η Google και
η AWS ηγούνται στην
αγορά, αλλά
ακολουθούνται από την
Digital Realty Trust και
την Equinix, εκ των
οποίων καμιά δεν είναι
ένα πασίγνωστο όνομα. Η
Κίνα, όπως ίσως
αναμένεται, ευνοεί τα
εγχώρια κέντρα δεδομένων
cloud, παρόλο που συχνά
εμπλέκονται και
επιχειρήσεις των ΗΠΑ
[8]. Μεγάλο μέρος της
ανάπτυξης των κέντρων
δεδομένων στην Ινδία και
την Αφρική έχει
καθοδηγηθεί από
μικρότερες εταιρείες,
συχνά σε συνεργασία [9]
με παγκόσμιους παίκτες.
Η βασική τεχνολογία
είναι ευλόγως
προσβάσιμη, αν και είναι
δαπανηρή για να
κατασκευαστεί και να
ψυχθεί. (Η AWS πέτυχε
μια απαλλαγή από τον
ενεργειακό φόρο για το
έργο της στην
Αργεντινή). Η επιχείρηση
των κέντρων δεδομένων
έχει εδραιωθεί, αλλά
εξακολουθεί να είναι
αρκετά ανοιχτή σε σχέση
με τις μηχανές
αναζήτησης ή την
κοινωνική δικτύωση, για
παράδειγμα.
ΠΑΡΤΕ ΠΙΣΩ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Ο συνδυασμός της ανάγκης
του 5G για χαμηλό
λανθάνοντα χρόνο
(latency) και ο
ανταγωνισμός στην
βιομηχανία των κέντρων
δεδομένων υποδεικνύει
την πιθανότητα εμφάνισης
περισσότερων τοπικών
clouds καθώς το νέο
δίκτυο εγκαθίσταται στην
γη. Όμως, οι γίγαντες
της βιομηχανίας
απάντησαν σε αυτή την
ιδέα αμυντικά, επειδή
απειλεί την ικανότητά
τους να διασχίζουν τα
σύνορα και να
αναπτύσσουν υπηρεσίες
για την κατά το δυνατόν
ευρύτερη αγορά. Τον
περασμένο μήνα, η Γαλλία
και η Γερμανία
ανακοίνωσαν σχέδια [10]
για την οικοδόμηση ενός
«ευρωπαϊκού cloud» που
θα έδινε προτίμηση στις
τοπικές επιχειρήσεις
έναντι της AWS, της
Alibaba, της Google και
άλλων παρόχων
πολυεθνικών cloud. Ένας
εκπρόσωπος της AWS
απάντησε ότι ένα τέτοιο
σχέδιο θα στερείται της
κλίμακας για να
ανταγωνιστεί τους
κυρίαρχους παίκτες της
βιομηχανίας. «Πιστεύουμε
ότι η ιδέα ενός
"εθνικού" cloud είναι
ενδιαφέρουσα θεωρητικά»,
δήλωσε ένας εκπρόσωπος
της Amazon [11], «αλλά
στην πραγματικότητα
αφαιρεί πολλά από τα
θεμελιώδη πλεονεκτήματα
του cloud computing». Η
Microsoft ήταν πιο ωμή,
χτυπώντας το ευαίσθητο
σημείο της Ευρώπης: «Η
πραγματική κυριαρχία
απαιτεί τις ισχυρότερες
λύσεις cloud
-διαφορετικά η Ευρώπη
απλώς θα εδραιώσει το
ψηφιακό χάσμα της».
Ωστόσο, οι πολυεθνικές,
ακόμη και οι κορυφαίες
στην αγορά, δεν
ευδοκιμούν πάντα με το
να διακωμωδούν την
κυριαρχία των
κυβερνήσεων. Ίσως κάποια
μέρα η μηχανή αναζήτησης
της Google θα επιτραπεί
να επιστρέψει στην Κίνα˙
αλλά πάλι, ίσως όχι. Το
Facebook διαβοήτως
έσβησε στην Ινδία το
2016 αφότου ένα μέλος
του διοικητικού
συμβουλίου, ο μύθος της
τεχνολογίας Marc
Andreessen, προσβλήθηκε
από μια μικρή αντίσταση
της υποηπείρου και
έγραψε [12]: «Η
αντι-αποικιοκρατία ήταν
οικονομικά καταστροφική
για τον ινδικό λαό εδώ
και δεκαετίες. Γιατί να
σταματήσει τώρα;». Το
GDPR της ΕΕ και ένα
πλήθος αντιμονοπωλιακών
προστίμων που
επιβλήθηκαν από το
ευρωπαϊκό μπλοκ εναντίον
της Google και του
Facebook υπήρξαν
ουσιαστικά
χαιρετιστήριες
ομοβροντίες σε μια μάχη
δημοσίου-ιδιωτών για τον
έλεγχο των δεδομένων. Η
Ρωσία εφαρμόζει
νομοθεσία που αποσκοπεί
στην εξόντωση των
πολυεθνικών τεχνολογικών
εταιρειών, παρόλο που
καλωσορίζει την κινεζική
εταιρεία τηλεπικοινωνιών
Huawei ως
πολιτικο-οικονομική
εναλλακτική λύση στις
Δυτικές πλατφόρμες. Η
διοίκηση του προέδρου
των Ηνωμένων Πολιτειών,
Ντόναλντ Τραμπ, δεν έχει
στρέψει ακόμη την
προσοχή της σε αυτά τα
ζητήματα, αλλά έχει
επιδείξει προθυμία να
επιτεθεί στον τομέα της
τεχνολογίας όταν θεωρεί
ότι τα κυβερνητικά
προνόμια παραβιάζονται.
Το cloud-computing, τα
data-centers και οι
βιομηχανίες 5G -για να
γίνουν πραγματικά μια
ενιαία βιομηχανία-
πρέπει να αρχίσουν να
σκέφτονται για το
μέλλον. Επί του
παρόντος, η AWS, η
Google Cloud, η
Microsoft Azure και η
Alibaba Cloud παρέχουν
τα δικά τους ξεχωριστά
προϊόντα cloud. Η
μετάβαση από τη μια στην
άλλη ή ο συνδυασμός των
υπηρεσιών περισσότερων
της μιας δεν είναι
ακριβώς εύκολα:
Πρόκειται για
ανταγωνιστικές εταιρείες
που θέλουν να κλειδώσουν
πελάτες και να
αποκλείσουν τους
ανταγωνιστές τους. Αλλά
αν το νέο παγκόσμιο
δίκτυο που κατασκευάζουν
αυτές οι εταιρείες
μέλλει να είναι
πραγματικά παγκόσμιο, τα
προϊόντα που έχουν
σχεδιαστεί για αυτό
πρέπει να είναι σε θέση
να μετακινούνται ομαλά
πέρα από αυτά τα
εταιρικά σύνορα.
Διαφορετικά, τα
αυτοκίνητα και τα
τηλέφωνα και οι
περίπλοκες διαδικασίες
του Διαδικτύου των
Πραγμάτων δεν θα είναι
παγκοσμίως
κλιμακούμενες: Σε κάποια
στιγμή στην υποτιθέμενη
αιθέρια πρόοδό τους στην
επιφάνεια της γης, θα
πάψουν να υπολογίζουν.
Στην πραγματικότητα, θα
χρειαστούν εταιρικές
βίζες για να διασχίσουν
τα εταιρικά σύνορα. Αυτό
ισοδυναμεί με μια
ανακατανομή της
κυριαρχίας από το κράτος
στην εταιρία τόσο
εκτεταμένη που τα κράτη
θα αντιδράσουν -όπως
όντως το κάνουν ήδη. Η
αντίθεση στις μεγάλες
τεχνολογικές εταιρείες
δεν είναι πταίσμα. Αυτό
που κάνει η διοίκηση του
Trump στην Huawei και η
Κίνα κάποτε στην Google,
είναι αυτό που η ΕΕ
μπορεί να κάνει για την
AWS. Η περίοδος «το
αύριο ανήκει σε εμάς»
της Silicon Valley
τελειώνει.
Ταυτόχρονα, οι
κυβερνήσεις θέλουν να
είναι στα καλύτερα
δίκτυα, εκ των οποίων
όλα είναι ιδιωτικά. Οι
περίπου 50 εταιρείες που
συνθέτουν τον πυρήνα της
βιομηχανίας πρέπει να
βρουν τρόπους για την
εναρμόνιση των
λειτουργικών αναγκών
τους με την ασφάλεια και
τον μη μονοπωλιακό
ανταγωνισμό που
επιθυμούν οι
περισσότερες κυβερνήσεις.
Αν δεν το κάνουν, τα
κράτη ενδέχεται να
διεξάγουν έναν
μακροχρόνιο πόλεμο
φθοράς εναντίον των
παγκόσμιων πλατφορμών
κέντρων
δεδομένων-cloud-5G,
χρεώνοντας πρόστιμα,
επιβάλλοντας κανονισμούς,
προστατεύοντας τις
εγχώριες αγορές,
αποβάλλοντας ξένους
ανταγωνιστές,
επιδοτώντας εθνικούς
πρωταθλητές κ.ο.κ. Η
διαταραχή που θα
προκαλούσε κάτι τέτοιο
στις σημερινές
δικτυωμένες κοινωνίες
είναι τεράστια. Χωρίς
μια πιο συντονισμένη
προσπάθεια από τις
εταιρικές μεγάλες
δυνάμεις του νέου
δικτύου, οι αντιδράσεις
των κρατών θα γίνουν
ολοένα και πιο
απρόβλεπτες, καθώς
αντιμετωπίζουν τις
πραγματικές και
αντιληπτές ευπάθειές
τους.
Ο SCOTT MALCOMSON είναι
διευθυντής του Strategic
Insight Group και του
FutureMap και ο
συγγραφέας του βιβλίου
με τίτλο Splinternet:
How Geopolitics and
Commerce Are Fragmenting
the World Wide Web [1].
Trading
σε ελληνικές μετοχές μέσω
της Πλατφόρμας Συναλλαγών Plus 500 (Κάντε Click και
Κατεβάστε την μοναδική πλατφόρμα συναλλαγών, χωρίς καμία
οικονομική υποχρέωση, περιλαμβάνει και λογαριασμό "επίδειξης"
- Demo).