|

Ομόλογα
Νέα ένταση καταγράφηκε χθες στις ευρωπαϊκές
αγορές ομολόγων, με το γαλλικό χρέος να βρίσκεται και πάλι στο
επίκεντρο των πιέσεων και την επιδείνωση του επενδυτικού
κλίματος να μεταδίδεται στα ομόλογα της περιφέρειας, μεταξύ
άλλων στην Ιταλία και την χώρα μας, Ελλάδα.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς OAT αυξήθηκε στο
4,897%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα
επίπεδα πολλών δεκαετιών. Η κίνηση έρχεται μετά τη μεγαλύτερη
ημερήσια άνοδο από τα τέλη Σεπτεμβρίου και διατηρεί το γαλλικό
10ετές σε τροχιά για έκτη συνεχόμενη εβδομάδα
απωλειών.
Η παρατεταμένη πίεση στα γαλλικά κρατικά ομόλογα
έχει πλέον ευρύτερες επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή αγορά σταθερού
εισοδήματος, καθώς οι επενδυτές αυξάνουν τις απαιτήσεις τους για
αποδόσεις προκειμένου να διακρατήσουν τίτλους χωρών που
θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες σε δημοσιονομικούς και
πολιτικούς κινδύνους.
Η γαλλική κρίση μεταδίδεται στην περιφέρεια
Η διεύρυνση του risk premium της Γαλλίας έναντι
της Γερμανίας έχει αρχίσει να επηρεάζει και τα ιταλικά BTPs και
τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Η εξέλιξη είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον
οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων: όταν οι επενδυτές
αυξάνουν συνολικά το ασφάλιστρο κινδύνου για τις πιο ευάλωτες
δημοσιονομικά χώρες, η πίεση δεν περιορίζεται απαραίτητα στη
χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης.
Η Γαλλία αποτελεί πλέον τον βασικό «πονοκέφαλο»
της αγοράς, με το ενδιαφέρον να στρέφεται στην ικανότητα του
Παρισιού να περιορίσει το έλλειμμα και να σταθεροποιήσει το
δημόσιο χρέος.
Παράλληλα, η αναταραχή στα ομόλογα συνοδεύεται
από νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες επιστρέφουν
πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για τις
ενεργειακές προοπτικές της Ευρώπης, καθώς η κρίση στη Μέση
Ανατολή αυξάνει τους κινδύνους για την προσφορά πετρελαίου και
φυσικού αερίου.
Το αποτέλεσμα είναι ένας ιδιαίτερα δυσμενής
συνδυασμός: υψηλότερο ενεργειακό κόστος, αυξημένος πληθωριστικός
κίνδυνος και ταυτόχρονα υψηλότερο κόστος δανεισμού για τις
κυβερνήσεις.
Το γαλλικό έλλειμμα στο επίκεντρο
Πίσω από την επιδείνωση της αγοράς βρίσκεται
ένας συνδυασμός μεγάλων διαρθρωτικών ελλειμμάτων, αυξημένων
αναγκών έκδοσης χρέους και πολιτικού αδιεξόδου.
Το προσχέδιο του γαλλικού προϋπολογισμού για το
2027 προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ,
πολύ υψηλότερο από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί
κανόνες.
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι η πολιτική
αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027 θα δυσκολέψει
την εφαρμογή των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του
ελλείμματος, αλλά και η δυνατότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει
σε περικοπές δαπανών χωρίς να προκαλέσει νέα πολιτική κρίση.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Emmanuel
Moulin, χαρακτήρισε την κατάσταση της γαλλικής οικονομίας και
των δημόσιων οικονομικών «σοβαρή», αποδίδοντας την επιδείνωση
τόσο στα δημοσιονομικά ελλείμματα όσο και στην πολιτική
αβεβαιότητα.
Παράλληλα, απέρριψε τα σενάρια για παρέμβαση της
ΕΚΤ, υπογραμμίζοντας ότι η Γαλλία δεν χρειάζεται έκτακτη στήριξη
από την κεντρική τράπεζα.
Γιατί η ΕΚΤ έχει περιορισμένα περιθώρια
Η αγορά αντιμετωπίζει πλέον τη διεύρυνση του
γαλλικού κόστους δανεισμού ως ζήτημα δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Όσο οι επενδυτές αμφισβητούν την ικανότητα του
Παρισιού να περιορίσει το χρέος και τα ελλείμματα, τόσο
υψηλότερη απόδοση απαιτούν για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: υψηλότερες
αποδόσεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους,
γεγονός που με τη σειρά του επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια
οικονομικά.
Η προσδοκία ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει
και να περιορίσει τις πιέσεις δεν αποτελεί εύκολη λύση, καθώς η
κεντρική τράπεζα έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αντιμετώπιση
των δημοσιονομικών προβλημάτων αποτελεί ευθύνη των κυβερνήσεων.
Γερμανία: Το καταφύγιο των επενδυτών
Την ίδια στιγμή, οι γερμανικοί τίτλοι συνεχίζουν
να λειτουργούν ως βασικό καταφύγιο για τους επενδυτές που
απομακρύνονται από το γαλλικό χρέος.
Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund
διαμορφώθηκε στο 3,498%, παραμένοντας
κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα περίπου ενός μήνα.
Η αυξημένη ζήτηση για γερμανικούς τίτλους
περιορίζει την άνοδο των αποδόσεων, καθώς οι επενδυτές
μεταφέρουν κεφάλαια προς το ασφαλέστερο τμήμα της αγοράς
κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης.
Στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης, η απόδοση
του 2ετούς Bund υποχώρησε στο 3,055%,
αντανακλώντας τις προσδοκίες για μια πιο προσεκτική και σταδιακή
πορεία της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.
Ελλάδα: Η μετάδοση του κινδύνου είναι το βασικό
ζητούμενο
Για την Ελλάδα, η σημαντικότερη εξέλιξη δεν
είναι μόνο η απόλυτη απόδοση του ελληνικού 10ετούς, αλλά η
συμπεριφορά του έναντι του γερμανικού Bund.
Η διεύρυνση των spreads σε Γαλλία και Ιταλία
δείχνει ότι η αγορά επανατιμολογεί συνολικά τον δημοσιονομικό
κίνδυνο στην Ευρώπη.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα ελληνικά ομόλογα
δεν μπορούν να μείνουν πλήρως ανεπηρέαστα, ακόμη και εάν τα
ελληνικά δημόσια οικονομικά παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα από
τη Γαλλία.
Το βασικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι ότι η
αγορά δεν την αντιμετωπίζει πλέον όπως πριν από μία δεκαετία.
Ωστόσο, η αύξηση του ευρωπαϊκού risk premium σημαίνει ότι οι
επενδυτές θα απαιτούν μεγαλύτερη αποζημίωση για το ρίσκο σε
ολόκληρη την περιφέρεια.
Η νέα εξίσωση για τα ευρωπαϊκά ομόλογα
Η εικόνα των τελευταίων ημερών δείχνει ότι η
ευρωπαϊκή αγορά κρατικού χρέους εισέρχεται σε μια πιο δύσκολη
φάση.
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό έλλειμμα
και πολιτική αβεβαιότητα, η Ιταλία επηρεάζεται από την αύξηση
του περιφερειακού risk premium, ενώ η Ελλάδα παρακολουθεί στενά
τις εξελίξεις στα spreads.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος του πετρελαίου πάνω
από τα 100 δολάρια προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας
για την ευρωπαϊκή οικονομία και την πορεία του πληθωρισμού.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά δύο ταχυτήτων:
οι επενδυτές απομακρύνονται από τα πιο ευάλωτα
κρατικά ομόλογα και κατευθύνονται προς το γερμανικό Bund,
ενώ παράλληλα απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν
δημοσιονομικό και πολιτικό κίνδυνο.
|