|

Διεθνείς Αγορές - ΕΚΤ: Η ενεργειακή κρίση αλλάζει ξανά το
σκηνικό – Έρχεται νέα αύξηση επιτοκίων και «πάγωμα» έως το 2027
Η νέα ενεργειακή
κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τη νομισματική σύσφιγξη στην
Ευρωζώνη, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις αποδεικνύονται πιο
επίμονες από ό,τι αναμενόταν. Οι αγορές προεξοφλούν πλέον μια
ακόμη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
τον Σεπτέμβριο, ενώ το βασικό σενάριο θέλει το κόστος χρήματος
να παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα για μεγάλο μέρος του 2027.
Η εικόνα έχει
μεταβληθεί αισθητά μέσα σε λίγους μήνες. Οι προσδοκίες για
περαιτέρω αποκλιμάκωση των επιτοκίων έχουν υποχωρήσει και στη
θέση τους έχει επιστρέψει το σενάριο μιας νέας παρέμβασης της
ΕΚΤ, καθώς η άνοδος των ενεργειακών τιμών απειλεί να κρατήσει
τον πληθωρισμό αρκετά πάνω από τον στόχο του 2%.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του
Reuters, 57 από τους 69 οικονομολόγους, δηλαδή το 83%, αναμένουν αύξηση του
επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της
9ης και 10ης Σεπτεμβρίου, στο 2,50% από 2,25%.
Η μεταβολή των
προσδοκιών είναι αξιοσημείωτη. Πριν από τη συνεδρίαση του
Ιουλίου, το ποσοστό των οικονομολόγων που προέβλεπαν αύξηση
ανερχόταν στο 72%, ενώ τον Ιούνιο ήταν περίπου 65%.
Ακόμη πιο σημαντικό
είναι ότι περίπου οκτώ στους δέκα οικονομολόγους θεωρούν πως το
επιτόκιο καταθέσεων θα ολοκληρώσει το 2026 στο 2,50%. Παράλληλα,
το 63% εκτιμά ότι το επιτόκιο θα παραμείνει σε αυτό το επίπεδο
τουλάχιστον μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2027.
Πληθωρισμός κοντά
στο 3% για μήνες
Η βασική αιτία για
την αλλαγή στάσης είναι η επιστροφή των πληθωριστικών πιέσεων.
Ο επικεφαλής
οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, εκτίμησε ότι ο πληθωρισμός
στην Ευρωζώνη είναι πιθανό να παραμείνει κοντά στο 3% για το
υπόλοιπο του 2026. Η εξέλιξη αυτή απέχει σημαντικά από τον στόχο
του 2% και περιορίζει τα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής
πολιτικής.
Ο πληθωρισμός
αυξήθηκε στο 2,9% τον Ιούλιο, ενώ οι τελευταίες εκτιμήσεις των
οικονομολόγων τοποθετούν τον δείκτη στο 3% και 3,2% στα δύο
τελευταία τρίμηνα του έτους. Η επιστροφή στον στόχο της ΕΚΤ δεν
αναμένεται πλέον πριν από το τρίτο τρίμηνο του 2027.
Το μεγάλο
ερωτηματικό είναι η διάρκεια των ενεργειακών πιέσεων. Η πορεία
των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου θα εξαρτηθεί σε
σημαντικό βαθμό από την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή,
γεγονός που καθιστά τις προβλέψεις ιδιαίτερα αβέβαιες.
Το πετρέλαιο
απειλεί να δημιουργήσει δεύτερο κύμα πληθωρισμού
Για την ΕΚΤ, η
άνοδος της ενέργειας δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο επειδή αυξάνει
άμεσα τους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ο μεγαλύτερος
κίνδυνος βρίσκεται στις δευτερογενείς επιπτώσεις. Εάν οι
επιχειρήσεις μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος ενέργειας στις
τελικές τιμές και οι εργαζόμενοι ζητήσουν υψηλότερους μισθούς
για να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης, τότε ο
αρχικός ενεργειακός κραδασμός μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο
και πιο επίμονο πληθωριστικό κύμα.
Αυτό είναι το
σενάριο που θα προβλημάτιζε περισσότερο τη Φρανκφούρτη. Ένας
προσωρινός πληθωρισμός λόγω πετρελαίου μπορεί να γίνει ανεκτός.
Αν όμως περάσει στους μισθούς, στις υπηρεσίες και στις
επιχειρηματικές τιμές, η ΕΚΤ θα χρειαστεί να διατηρήσει
περιοριστική πολιτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στην εξίσωση
προστίθενται και τα τρόφιμα. Ο Λέιν έχει προειδοποιήσει ότι οι
καιρικές συνθήκες και φαινόμενα όπως το Ελ Νίνιο θα μπορούσαν να
προκαλέσουν νέες πιέσεις στις τιμές κατά την επόμενη περίοδο.
Η οικονομία αντέχει
– και αυτό διευκολύνει την ΕΚΤ
Ένας από τους
λόγους που η ΕΚΤ μπορεί να εξετάσει νέα αύξηση είναι ότι η
οικονομία της Ευρωζώνης δεν εμφανίζει μέχρι στιγμής τα σημάδια
αδυναμίας που θα καθιστούσαν μια τέτοια κίνηση ιδιαίτερα
επικίνδυνη.
Το ΑΕΠ των 21 χωρών
της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,4% στο δεύτερο τρίμηνο,
ξεπερνώντας τις προβλέψεις. Παράλληλα, οι οικονομολόγοι
αναθεώρησαν προς τα πάνω την πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη του
2026, στο 0,8% από 0,5%.
Η ανθεκτικότητα
αυτή δημιουργεί έναν ιδιαίτερο συνδυασμό για την κεντρική
τράπεζα. Από τη μία πλευρά, η οικονομία μπορεί να αντέξει μια
ακόμη αύξηση επιτοκίων. Από την άλλη, η διατήρηση της ζήτησης σε
σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα αυξάνει τον κίνδυνο οι
επιχειρήσεις να συνεχίσουν να έχουν τη δυνατότητα να μετακυλίουν
το υψηλότερο κόστος στους καταναλωτές.
Έτσι, η ΕΚΤ
βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα γνώριμο δίλημμα: να αντιμετωπίσει
έναν πληθωρισμό που ξεκινά από την ενέργεια χωρίς να οδηγήσει
την οικονομία σε περιττή επιβράδυνση.
Τι σημαίνει για
Euribor και
στεγαστικά
Για τα νοικοκυριά,
μια αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,50% θα σηματοδοτήσει
ουσιαστικά ένα προσωρινό τέλος στην προσδοκία για περαιτέρω
αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι το
Euribor θα αυξηθεί
αυτόματα κατά 25 μονάδες βάσης. Τα διατραπεζικά επιτόκια
ενσωματώνουν ήδη τις προσδοκίες για τις μελλοντικές αποφάσεις
της ΕΚΤ. Ωστόσο, μια σαφώς πιο «σφιχτή» νομισματική πολιτική
μπορεί να διατηρήσει ανοδική πίεση στα επιτόκια αναφοράς.
Για ένα στεγαστικό
δάνειο 100.000 ευρώ με διάρκεια 20 ετών και επιτόκιο 4%, μια
πλήρης μετακύλιση αύξησης 25 μονάδων βάσης θα αύξανε ενδεικτικά
τη μηνιαία δόση από περίπου 606 ευρώ σε 619 ευρώ.
Το ποσό μπορεί να
φαίνεταιπεριορισμένο σε μηνιαία βάση, αποκτά όμως μεγαλύτερη
σημασία όταν συνδυάζεται με τις αυξημένες δαπάνες για ενέργεια,
τρόφιμα και γενικότερα το κόστος διαβίωσης.
Ακριβότερο χρήμα
για τις επιχειρήσεις
Για τις
επιχειρήσεις, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι τόσο η μία
επιπλέον αύξηση όσο η παρατεταμένη παραμονή των επιτοκίων σε
υψηλά επίπεδα.
Υψηλότερο κόστος χρήματος σημαίνει ακριβότερη χρηματοδότηση
κεφαλαίου κίνησης, μεγαλύτερο κόστος αναχρηματοδότησης
υφιστάμενων δανείων και υψηλότερο
hurdle rate για νέες επενδύσεις.
Η επίδραση στις
τράπεζες είναι διττή. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να στηρίξουν
τα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά ταυτόχρονα περιορίζουν τη
ζήτηση για νέα δάνεια και αυξάνουν την πίεση σε επιχειρήσεις και
νοικοκυριά που έχουν κυμαινόμενες υποχρεώσεις.
Η σκιά του 2011
Η σημερινή συζήτηση
αναπόφευκτα παραπέμπει στο 2011, όταν η ΕΚΤ προχώρησε σε δύο
αυξήσεις επιτοκίων σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων
που συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την ενέργεια.
Η σύγκριση δεν
είναι απόλυτη, καθώς οι οικονομικές συνθήκες σήμερα είναι
διαφορετικές. Ωστόσο, το βασικό δίλημμα παραμένει: πόσο
επιθετικά πρέπει να αντιδράσει μια κεντρική τράπεζα σε έναν
πληθωρισμό που προκαλείται από έναν εξωτερικό ενεργειακό
παράγοντα;
Η υπερβολική
αντίδραση μπορεί να πλήξει την ανάπτυξη χωρίς να μειώνει άμεσα
την τιμή του πετρελαίου. Η ανεπαρκής αντίδραση, από την άλλη
πλευρά, μπορεί να επιτρέψει στις αυξήσεις να διαχυθούν σε
μισθούς, υπηρεσίες και ευρύτερες τιμές.
Η κρίσιμη μάχη του
Σεπτεμβρίου
Με τα σημερινά
δεδομένα, οι αγορές φαίνεται να έχουν σε μεγάλο βαθμό
προεξοφλήσει μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες
βάσης τον Σεπτέμβριο.
Το πραγματικό
ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει. Εάν η ενεργειακή κρίση αρχίσει
να αποκλιμακώνεται, η ΕΚΤ θα μπορούσε να παραμείνει σε στάση
αναμονής. Εάν όμως οι υψηλές τιμές ενέργειας περάσουν στον
πυρήνα του πληθωρισμού, η περίοδος υψηλών επιτοκίων μπορεί να
αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη.
Για την ώρα, το
βασικό σενάριο είναι ξεκάθαρο: επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50% τον
Σεπτέμβριο και στη συνέχεια παρατεταμένη παραμονή του εκεί. Αυτό
σημαίνει ότι για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και αγορές η εποχή του
φθηνότερου χρήματος μπορεί να χρειαστεί να περιμένει αρκετά
περισσότερο από ό,τι αναμενόταν μόλις λίγους μήνες πριν.
|