|

Ελληνικές τράπεζες:
Η αποκλιμάκωση του κινδύνου, η επιστροφή στις ανεπτυγμένες
αγορές και οι αστερίσκοι για το 2027
Η ουσιαστική
αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τις ελληνικές τράπεζες
αποτυπώνεται πλέον ανάγλυφα στη δραστική μείωση του κόστους
δανεισμού τους και των περιθωρίων πιστωτικού κινδύνου. Από το
2023, η εικόνα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί
σημαντικά, επιτρέποντας στις τράπεζες να αντλούν κεφάλαια από
τις αγορές με αισθητά ευνοϊκότερους όρους.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία του ΙΟΒΕ, το περιθώριο απόδοσης των ομολόγων υψηλής
εξοφλητικής προτεραιότητας (senior
preferred)
των ελληνικών τραπεζών έναντι των κρατικών ομολόγων αντίστοιχης
διάρκειας διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στις 350–380 μονάδες βάσης
την περίοδο 2022–2023. Το 2025–2026 έχει περιοριστεί περίπου
στις 65 μονάδες βάσης, υποδηλώνοντας τη μεγάλη υποχώρηση του
πρόσθετου κινδύνου που αποδίδουν οι επενδυτές στις συγκεκριμένες
εκδόσεις.
Ακόμη εντονότερη
είναι η μεταβολή στα ομόλογα μειωμένης εξοφλητικής
προτεραιότητας (Tier
2), τα οποία ενσωματώνουν υψηλότερο κίνδυνο. Το σχετικό
περιθώριο υποχώρησε από περίπου 770 μονάδες βάσης το 2019 σε
130–150 μονάδες βάσης κατά την περίοδο 2025–2026.
Η εξέλιξη αυτή
αντανακλά τη σταδιακή επαναξιολόγηση του ελληνικού τραπεζικού
συστήματος από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Οι ελληνικές
τράπεζες θεωρούνται πλέον λιγότερο επικίνδυνες σε σχέση με το
παρελθόν, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι όροι πρόσβασής τους
στις αγορές κεφαλαίου.
Όπως επισημαίνει το
ΙΟΒΕ, η ανάκτηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης δεν προκλήθηκε από
την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες
αγορές. Αντίθετα, η αναβάθμιση επιβεβαιώνει μια ευρύτερη τάση
που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σταδιακά τα προηγούμενα
χρόνια.
Καθοριστικό σημείο
καμπής αποτέλεσε το 2023, όταν η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική
βαθμίδα. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη μείωση του αντιλαμβανόμενου
κινδύνου για τη χώρα και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την
επιστροφή της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στις
ανεπτυγμένες αγορές, με προοπτική περαιτέρω διεύρυνσης της
διεθνούς επενδυτικής βάσης.
Ισχυρές αποδόσεις
στο Χρηματιστήριο, αλλά και προκλήσεις
Η αναβάθμιση της
ελληνικής αγοράς από τους οίκους
FTSE Russell, S&P Dow Jones
Indices και STOXX, σε συνδυασμό
με τη βελτίωση της κεφαλαιοποίησης και της συναλλακτικής
δραστηριότητας, συνέβαλε στη διατήρηση της ανοδικής πορείας των
μετοχών και κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, παρά τη γεωπολιτική
ένταση στη Μέση Ανατολή.
Στο εννεάμηνο του
2026, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών κατέγραψε
σωρευτική άνοδο 29,1%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης ενισχύθηκε κατά
45,8%, συνεχίζοντας την ισχυρή πορεία των προηγούμενων ετών.
Η θετική εικόνα δεν
περιορίζεται στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Κατά τους
πρώτους οκτώ μήνες του 2026, οι ιδιωτικές καταθέσεις αυξήθηκαν
σημαντικά, ενώ η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα
διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα. Οι συγκεκριμένες τάσεις
δημιουργούν τις προϋποθέσεις για συνέχιση της θετικής πορείας
του κλάδου κατά το υπόλοιπο του 2026 και το 2027.
Παράλληλα, το
πρόσθετο κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και του
ιδιωτικού τομέα σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης
παρέμεινε σχετικά σταθερό, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και
τις διεθνείς μεταβολές στο κόστος χρήματος.
Ωστόσο, η πορεία
των τραπεζών δεν είναι ανεξάρτητη από τις διεθνείς συνθήκες. Η
άνοδος του κόστους νέας χρηματοδότησης, ως αποτέλεσμα των
πληθωριστικών πιέσεων και των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής,
αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που μπορεί να
επηρεάσουν τη δυναμική του κλάδου.
Τα επιτόκια και το
κόστος χρήματος
Οι ανατιμήσεις στην
ενέργεια και οι διαταραχές στο διεθνές εμπόριο ενίσχυσαν τις
πληθωριστικές πιέσεις, επηρεάζοντας τις προσδοκίες για την
πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της μελέτης, η ΕΚΤ προχώρησε τον Ιούνιο του 2026 σε
αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,25%,
την πρώτη αύξηση από το 2023, ενώ ακολούθησε νέα κίνηση τον
Σεπτέμβριο. Στις αγορές διαμορφώθηκαν, παράλληλα, προσδοκίες για
ακόμη μία αύξηση έως το τέλος του έτους.
Εφόσον
επιβεβαιωθούν οι σχετικές εκτιμήσεις, το τρίμηνο
Euribor
αναμενόταν να κινηθεί κοντά στο 2,8% στα τέλη του 2026, από
περίπου 2% στην αρχή της χρονιάς.
Μια τέτοια εξέλιξη
θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις
και νοικοκυριά, επηρεάζοντας τη ζήτηση για νέα δάνεια και τον
ρυθμό πιστωτικής επέκτασης. Για τις τράπεζες, η τελική επίδραση
θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των επιτοκιακών εσόδων, του κόστους
καταθέσεων και της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων.
Τα κόκκινα δάνεια
παραμένουν βάρος για την οικονομία
Παρά την εξυγίανση
των τραπεζικών ισολογισμών, το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν
έχει εξαλειφθεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που μεταφέρθηκαν
εκτός τραπεζικών ισολογισμών εξακολουθούν να επιβαρύνουν
νοικοκυριά και επιχειρήσεις, μέσω των χαρτοφυλακίων που
διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Κατά το δεύτερο
τρίμηνο του 2026, τα δάνεια υπό τη διαχείριση των
servicers ανήλθαν
σε 79,7 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι το απόθεμα του
προβληματικού ιδιωτικού χρέους παραμένει υψηλό, ακόμη και αν
μεγάλο μέρος του δεν βρίσκεται πλέον στα βιβλία των τραπεζών.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ,
το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα τραπεζικά
χαρτοφυλάκια παρέμεινε στο 3,4% κατά το δεύτερο τρίμηνο του
2026. Σε απόλυτα μεγέθη, το σχετικό υπόλοιπο αυξήθηκε στα 6,2
δισ. ευρώ, από 6 δισ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο.
Το ποσοστό
προσεγγίζει τα επίπεδα που καταγράφονται στις υπόλοιπες χώρες
της Ευρωζώνης, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια
περαιτέρω βελτίωσης.
Η επιβάρυνση είναι
εντονότερη στα δάνεια των νοικοκυριών. Τα μη εξυπηρετούμενα
στεγαστικά αντιστοιχούν στο 8,9% του συνολικού χαρτοφυλακίου,
ενώ στα καταναλωτικά δάνεια το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται
στο 7,4%. Αντίθετα, στην επιχειρηματική πίστη το ποσοστό είναι
χαμηλότερο, στο 2,2%.
Για την
αντιμετώπιση του προβλήματος, σημαντικό ρόλο μπορούν να
διαδραματίσουν εργαλεία όπως το μητρώο παρακολούθησης ιδιωτικού
χρέους και ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών.
Παράλληλα, κρίσιμη παραμένει η αποτελεσματική λειτουργία της
δευτερογενούς αγοράς απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Άνοδος στις
καταθέσεις και ισχυρή πιστωτική επέκταση
Θετική παραμένει η
εικόνα στο μέτωπο των ιδιωτικών καταθέσεων. Κατά το πρώτο
οκτάμηνο του 2026, οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 9,3% σε ετήσια
βάση, καταγράφοντας άνοδο περίπου 19 δισ. ευρώ.
Από τις καθαρές
εισροές, 7,7 δισ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις και 1,8 δισ.
ευρώ από νοικοκυριά. Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η ανοδική τάση μπορεί να
συνεχιστεί τόσο κατά το υπόλοιπο του 2026 όσο και το 2027, αν
και ο υψηλότερος πληθωρισμός ενδέχεται να περιορίσει τον ρυθμό
αύξησης.
Στην πλευρά των
χορηγήσεων, η πιστωτική επέκταση προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα
διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα. Τον Αύγουστο του 2026, ο ετήσιος
ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα
διαμορφώθηκε στο 7,1%, ενώ προς τις επιχειρήσεις έφτασε το 9%.
Οι υψηλοί δείκτες
κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος,
σε συνδυασμό με τα χρηματοδοτικά προγράμματα της Ελληνικής
Αναπτυξιακής Τράπεζας, στηρίζουν τη δυνατότητα συνέχισης των
χορηγήσεων προς μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το ΙΟΒΕ
επισημαίνει ότι ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης ενδέχεται να
μετριαστεί, λόγω του υψηλότερου κόστους χρήματος και της
ολοκλήρωσης του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας.
Το στοίχημα για το
2027
Οι ελληνικές
τράπεζες έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση από την περίοδο της
κρίσης, βελτιώνοντας την πρόσβασή τους στις αγορές, ενισχύοντας
τη ρευστότητά τους και περιορίζοντας σημαντικά τα μη
εξυπηρετούμενα δάνεια που διατηρούν στους ισολογισμούς τους.
Η επιστροφή του
Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές αποτελεί ένα
ακόμη βήμα θεσμικής αναβάθμισης, αλλά η διατήρηση της θετικής
δυναμικής θα εξαρτηθεί από περισσότερους παράγοντες: την πορεία
των επιτοκίων, την αντοχή της οικονομικής δραστηριότητας, την
εξέλιξη των καταθέσεων και των χορηγήσεων, καθώς και την
περαιτέρω αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους.
Το βασικό ζητούμενο
για το 2027 είναι η βελτίωση της επενδυτικής εμπιστοσύνης να
μεταφραστεί σε διατηρήσιμη χρηματοδότηση της πραγματικής
οικονομίας, χωρίς να υπονομευθεί από την αύξηση του κόστους
δανεισμού ή από νέες πιέσεις στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων.
|