|
Ο
Donald
Trump
φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η διακοπή της μεγαλύτερης
θαλάσσιας οδού μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον
κόσμο μπορεί να έχει τεράστιες συνέπειες για την παγκόσμια
οικονομία. Αυτό προκύπτει από την προσπάθειά του να
επανεκκινήσει τις ροές μέσω των
Στενών του Ορμούζ,
προτείνοντας κρατική ασφάλιση για δεξαμενόπλοια και συνοδεία
από το Πολεμικό Ναυτικό των
ΗΠΑ.
Η ιδέα θυμίζει
τον λεγόμενο «Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων» στο τέλος της
δεκαετίας του 1980, όταν οι
Ηνωμένες Πολιτείες προστάτευαν τις αποστολές
πετρελαίου κατά τη διάρκεια του
Πόλεμος Ιράν-Ιράκ.
Ωστόσο, αυτή τη φορά μια γρήγορη λύση φαίνεται απίθανη. Οι
έμποροι εξακολουθούν να εξαρτώνται από το στενό πέρασμα στο
άκρο του Περσικού Κόλπου
για να μεταφέρουν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας
προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Λίγες ημέρες μετά την επίθεση
στο Ιράν, η οποία
ουσιαστικά διέκοψε τις εμπορικές ροές, ο Τραμπ προσπάθησε να
καθησυχάσει τη ναυτιλιακή αγορά, προσφέροντας κρατική κάλυψη
κινδύνου. Συγκεκριμένα, πρότεινε να αναλάβει την ασφάλιση
κινδύνων που πλέον αποφεύγουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές
εταιρείες μέσω της
US International
Development
Finance
Corporation
(DFC).
Ο αμερικανικός οργανισμός έχει τη δυνατότητα να παρέχει
ασφάλιση πολιτικού κινδύνου έως και 1 δισ. δολάρια ανά
εταιρεία, ποσό πολύ υψηλότερο από την αξία ενός νέου
δεξαμενόπλοιου – που φτάνει περίπου τα 120 εκατ. δολάρια,
σύμφωνα με αναλυτές της
Evercore. Συνολικά, η DFC
διαθέτει ανώτατο όριο ευθύνης που φτάνει τα 205 δισ.
δολάρια.
Θεωρητικά, μια
τέτοια εγγύηση θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους πλοιοκτήτες να
επιστρέψουν στον Κόλπο. Στην πράξη όμως, συμβαίνει το
αντίθετο: οι ναύλοι για τα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια
μεταφοράς αργού έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τον Ιανουάριο,
ενώ πολλές ασφαλιστικές εταιρείες που καλύπτουν κινδύνους
πολέμου αποσύρονται πλήρως από την περιοχή.
Ακόμη κι αν υπάρξει οικονομική κάλυψη, αυτό δεν εξαλείφει
τις βασικές απειλές. Η παρουσία
drones,
ναρκών και ναυτικών δυνάμεων του
Ιράν καθιστά το
πέρασμα εξαιρετικά επικίνδυνο. Επιπλέον, υπάρχουν και
πρακτικά προβλήματα: το ασφαλιστικό προϊόν της DFC
ενδέχεται να απαιτεί χρονοβόρες εγκρίσεις, γεγονός που
δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τους διαχειριστές
δεξαμενόπλοιων.
Η στρατιωτική
προστασία επίσης δεν είναι απλή υπόθεση. Την περίοδο του
Πόλεμος Ιράν-Ιράκ οι
Ηνωμένες Πολιτείες
είχαν μεγαλύτερη ναυτική παρουσία και μπορούσαν να
λειτουργούν ως σχετικά ουδέτερος εγγυητής των θαλάσσιων
μεταφορών. Σήμερα όμως το
Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ διαθέτει λιγότερα μέσα στην
περιοχή, ενώ η Ουάσιγκτον συμμετέχει άμεσα στη σύγκρουση,
γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο τα συνοδευόμενα
δεξαμενόπλοια να μετατραπούν σε στόχους.
Το στρατηγικό
περιβάλλον είναι επίσης πιο περίπλοκο. Επιθέσεις σε
ενεργειακές εγκαταστάσεις στα
Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
έδειξαν ότι ακόμη και οι εναλλακτικές διαδρομές είναι
ευάλωτες. Η Saudi
Aramco
εξετάζει τη μεταφορά πετρελαίου μέσω της
Ερυθράς Θάλασσας,
ωστόσο και αυτή η οδός έχει δεχθεί επιθέσεις από τους
Χούθι που συνδέονται
με το Ιράν και
παραμένει ουσιαστικά περιορισμένη από το 2024.
Ο κίνδυνος για
την αγορά ενέργειας είναι σημαντικός. Ακόμη και όταν ο Τραμπ
επιχείρησε να επιτύχει συμφωνία με τους
Χούθι τον περασμένο
Μάιο, οι πλοιοκτήτες παρέμειναν επιφυλακτικοί. Αν η κρίση
συνεχιστεί, οι τιμές πετρελαίου ενδέχεται να εκτιναχθούν
ακόμη περισσότερο. Αναλυτές της
Goldman
Sachs
εκτιμούν ότι ένα πλήρες κλείσιμο του Ορμούζ θα μπορούσε να
αφαιρέσει περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την
παγκόσμια προσφορά. Με βάση εμπειρικό μοντέλο της τράπεζας,
κάθε απώλεια ενός εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως για έναν
χρόνο αυξάνει την τιμή του πετρελαίου κατά περίπου 8
δολάρια. Εάν η διαταραχή διαρκέσει τρεις μήνες, το αργό
πετρέλαιο θα μπορούσε να αυξηθεί έως και κατά 40 δολάρια το
βαρέλι.
|