| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 01/07/26

                        

 

Φορολογία υψηλών εισοδημάτων στην Ελλάδα και Ευρώπη: συγκρίσεις, ιδιαιτερότητες και το ζήτημα των μερισμάτων

 

Η συζήτηση γύρω από τη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων έχει επανέλθει δυναμικά στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, με αιχμή την πρόταση για μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των οικονομικά ισχυρότερων στρωμάτων. Υποστηρίζεται ότι οι πολίτες με υψηλά εισοδήματα δεν συμβάλλουν στον βαθμό που θα προέβλεπε μια πιο προοδευτική φορολογική πολιτική, ενώ αντίστοιχες τάσεις υπέρ της ενίσχυσης της φορολόγησης των «πλουσίων» καταγράφονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες στην Ελλάδα φορολογούνται πράγματι ηπιότερα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και ποια είναι η συνολική εικόνα φορολόγησης των εύπορων νοικοκυριών διεθνώς.

 

Η πραγματική φορολογική επιβάρυνση προκύπτει από ένα σύνολο παραγόντων: τους ανώτατους συντελεστές εισοδήματος, το όριο στο οποίο αυτοί εφαρμόζονται, τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις κάθε συστήματος. Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη, καθώς η φορολογία δεν αφορά μόνο το εισόδημα αλλά και την περιουσία, μέσω τεκμηρίων διαβίωσης και φόρου πολυτελούς κατανάλωσης.

 

Έτσι, η σύγκριση Ελλάδας και Ευρώπης δεν μπορεί να περιοριστεί στους φορολογικούς συντελεστές. Εξίσου σημαντικά είναι το σημείο ενεργοποίησης της ανώτατης κλίμακας, το καθαρό εισόδημα που απομένει μετά φόρων και εισφορών, καθώς και οι επιπλέον υποχρεώσεις που συνοδεύουν την κατοχή περιουσιακών στοιχείων. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο το ύψος της φορολογίας, αλλά το συνολικό φορολογικό βάρος που τελικά επωμίζονται οι υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες.

 

Πότε ενεργοποιείται ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής

 

Στην Ελλάδα, ο ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων ανέρχεται στο 44% και εφαρμόζεται για εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ, από το προηγούμενο όριο των 40.000 ευρώ. Στην πράξη, η τελική επιβάρυνση αυξάνεται περαιτέρω λόγω των ασφαλιστικών εισφορών, ιδίως για εισοδήματα από εργασία.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρκετές χώρες εφαρμόζουν ακόμη υψηλότερους συντελεστές. Ενδεικτικά, στη Δανία, την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Σουηδία και τη Φινλανδία οι ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές κυμαίνονται περίπου μεταξύ 50% και 57%, ενώ σε άλλες χώρες της ΕΕ οι συντελεστές είναι σημαντικά χαμηλότεροι.

 

Ωστόσο, η βασική διαφοροποίηση δεν είναι μόνο το ποσοστό, αλλά και το εισοδηματικό όριο εφαρμογής του ανώτατου συντελεστή. Για παράδειγμα, σε χώρες όπως η Ισπανία και η Γαλλία, ο υψηλός συντελεστής εφαρμόζεται σε πολύ υψηλότερα εισοδήματα σε σχέση με την Ελλάδα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το όριο είναι χαμηλότερο αλλά συνοδεύεται από διαφορετική φορολογική δομή.

 

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, η καθαρή φορολογική επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη, λόγω του συνδυασμού φόρων και εισφορών.

                            

 

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: τεκμήρια και φόρος πολυτελείας

 

Στην Ελλάδα, η φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων δεν περιορίζεται στο εισόδημα. Τα τεκμήρια διαβίωσης μπορούν να οδηγήσουν σε τεκμαρτό προσδιορισμό εισοδήματος με βάση την περιουσία και τον τρόπο ζωής, ανεξάρτητα από το δηλωθέν εισόδημα.

 

Παράλληλα, ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης αποτελεί πρόσθετη επιβάρυνση για συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, όπως πισίνες και σκάφη αναψυχής. Αν και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει αντίστοιχος φόρος, εφαρμόζονται εναλλακτικές μορφές φορολόγησης περιουσίας ή αυξημένοι τοπικοί φόροι.

 

Έτσι, η Ελλάδα διαφοροποιείται σημαντικά, καθώς συνδυάζει φορολόγηση εισοδήματος με τεκμαρτή φορολόγηση περιουσίας, κάτι που δεν συναντάται με την ίδια μορφή στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.

 

Η συζήτηση για τη φορολόγηση μερισμάτων

 

Ένα ακόμη κεντρικό ζήτημα στη φορολογική συζήτηση αφορά τα μερίσματα. Στην Ελλάδα, ο συντελεστής φορολόγησης των μερισμάτων ανέρχεται στο 5%, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα χαμηλότερα στην Ευρώπη.

 

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση του συντελεστή οδήγησε σε αύξηση των εσόδων, καθώς από περίπου 173 εκατ. ευρώ το 2019 (με συντελεστή 15%) τα έσοδα ανήλθαν σε 386 εκατ. ευρώ μετά τη μείωση στο 5%.

 

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της αύξησης υποστηρίζουν ότι τα μερίσματα φορολογούνται ήδη σε επίπεδο εταιρικών κερδών, γεγονός που οδηγεί σε διπλή φορολόγηση του ίδιου εισοδήματος.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανομοιογενής: ορισμένες χώρες εφαρμόζουν υψηλούς συντελεστές (όπως η Ιρλανδία και η Δανία), ενώ άλλες δεν επιβάλλουν ξεχωριστό φόρο μερισμάτων, ενσωματώνοντάς τον στο συνολικό σύστημα φορολόγησης εταιρικών κερδών.

 

Η Ελλάδα, πάντως, παραμένει στις χώρες με τη χαμηλότερη φορολόγηση μερισμάτων στην Ευρώπη.

 

Συμπέρασμα

 

Η φορολογία των υψηλών εισοδημάτων δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο μέσα από τους ονομαστικούς συντελεστές. Το πραγματικό φορολογικό βάρος διαμορφώνεται από ένα σύνθετο πλέγμα εισοδήματος, εισφορών, περιουσιακής φορολόγησης και ειδικών επιβαρύνσεων. Στην Ελλάδα, η ύπαρξη τεκμηρίων και φόρου πολυτελούς διαβίωσης δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πλαίσιο που διαφοροποιεί σημαντικά τη χώρα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

                                                   

 

Η Ελλάδα αυξάνει τις εξαγωγές αλλά υστερεί στην εγχώρια προστιθέμενη αξία – το παράδοξο της οικονομίας

 

Η ελληνική οικονομία εμφανίζει τα τελευταία χρόνια σημαντική ενίσχυση της εξωστρέφειας, με τις εξαγωγές να καταγράφουν σταθερή άνοδο. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική αξία που παραμένει εντός της χώρας από αυτή τη δραστηριότητα είναι δυσανάλογα χαμηλή, δημιουργώντας ένα παράδοξο: ενώ το συνάλλαγμα αυξάνεται μέσω αγροτικών προϊόντων, τουρισμού, βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, προγραμμάτων όπως η Golden Visa και άλλων κλάδων, η πραγματική συμβολή τους στον εσωτερικό πλούτο παραμένει περιορισμένη.

 

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η αναλογία των εξαγωγών προς το ΑΕΠ έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με πριν από δύο δεκαετίες, φτάνοντας περίπου το 40%, πλησιάζοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται κοντά στο 49%. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη θετική εικόνα, μια σειρά πρόσφατων εκθέσεων διεθνών οργανισμών όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ αναδεικνύουν βαθύτερες αδυναμίες της ελληνικής παραγωγικής βάσης.

 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η προστιθέμενη αξία που μένει στην ελληνική οικονομία από τις εξαγωγές είναι ιδιαίτερα χαμηλή. Συγκεκριμένα, για κάθε 1 ευρώ εξαγωγών, μόλις 0,43 ευρώ μετατρέπεται σε εγχώριο εισόδημα, ενώ το υπόλοιπο απορροφάται από εισαγόμενα ενδιάμεσα αγαθά και υπηρεσίες. Η δομή αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των ελληνικών εξαγωγών προέρχεται από κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα διυλισμένα προϊόντα, ο τουρισμός, τα μέταλλα και τα αγροδιατροφικά προϊόντα.

 

Το Ταμείο αποδίδει αυτή την εικόνα αφενός στη χαμηλή τεχνολογική και παραγωγική ένταση των εξαγωγικών κλάδων και αφετέρου στο γεγονός ότι η ανταγωνιστικότητα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο χαμηλότερο εργατικό κόστος ή στη χρήση εισαγόμενων πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων.

 

                            

 

Έλλειμμα δεξιοτήτων

 

Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει έλλειμμα δεξιοτήτων, το οποίο περιορίζει την ανάπτυξη τομέων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Στις πρόσφατες οικονομικές της προβλέψεις επισημαίνεται ότι η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στη μεσαία κλίμακα εισοδημάτων μπορεί να ενισχύσει την προσφορά εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, διευκολύνοντας την ανάπτυξη πιο παραγωγικών κλάδων.

 

Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι στην Ελλάδα έχουν ήδη αναπτυχθεί ορισμένοι τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα, οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, καθώς και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι πράσινες τεχνολογίες. Ωστόσο, αυτοί οι κλάδοι παραμένουν ακόμη περιορισμένοι σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της οικονομίας.

 

Ιδιαίτερα έντονο είναι και το πρόβλημα της αντιστοίχισης δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη ως προς αυτόν τον δείκτη, ενώ σύμφωνα με το Cedefop βρίσκεται στην 29η θέση μεταξύ 31 χωρών. Η χρόνια αυτή αδυναμία έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με έρευνες, πάνω από 80% των επιχειρήσεων να δηλώνουν δυσκολία εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα προσέλκυσης νέων επενδύσεων, κυρίως σε τεχνολογικούς και επιστημονικούς κλάδους.

 

Η έννοια της προστιθέμενης αξίας αναφέρεται στο μέρος του πλούτου που δημιουργείται και παραμένει στην εγχώρια οικονομία μέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Όσο μεγαλύτερη είναι η τεχνολογική υπεροχή, η εξειδίκευση και το εγχώριο περιεχόμενο της παραγωγής, τόσο υψηλότερη είναι η συμβολή στο ΑΕΠ και στους μισθούς. Αντίθετα, όταν η παραγωγή στηρίζεται σε χαμηλού κόστους εργασία ή σε εισαγόμενα υλικά, το τελικό οικονομικό όφελος για τη χώρα περιορίζεται σημαντικά.

 

Παρά τις θετικές εξελίξεις στο εμπόριο και τις επενδύσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τομείς όπως ο τουρισμός και η γεωργία, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από χαμηλότερη παραγωγικότητα. Αυτό, σύμφωνα με αναλύσεις του ΟΟΣΑ, εξηγεί γιατί η χώρα διατηρεί χαμηλότερη συνολική προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό κατακερματισμού των επιχειρήσεων και χαμηλή συμμετοχή κλάδων υψηλής τεχνολογίας, όπως η μεταποίηση και οι υπηρεσίες πληροφορικής, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Σε νεότερη ανάλυσή του, ο ΟΟΣΑ κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια για την παραγωγή προστιθέμενης αξίας, γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής και περιορίζει το τελικό οικονομικό όφελος που παραμένει στη χώρα.

 

Τέλος, παρά τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια, ένα μεγάλο μέρος τους βασίζεται σε εισαγόμενο εξοπλισμό και πρώτες ύλες. Αυτό σημαίνει ότι, αν και η οικονομία αναπτύσσεται σε επίπεδο όγκου επενδύσεων, το εγχώριο παραγωγικό αποτύπωμα παραμένει σχετικά περιορισμένο, καθώς σημαντικό τμήμα της προστιθέμενης αξίας διαχέεται στο εξωτερικό.

 

                         

 

Ένα στα τέσσερα παιδιά στην ΕΕ κινδυνεύει από επισιτιστική ανασφάλεια – Στο επίκεντρο και η Ελλάδα

 

Η επισιτιστική ανασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές προκλήσεις στην Ευρώπη, με τις επιπτώσεις της να είναι ιδιαίτερα σοβαρές για τα παιδιά. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, περίπου ένα στα τέσσερα παιδιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο επισιτιστικής ανασφάλειας, ενώ σχεδόν το 20% του συνολικού πληθυσμού απειλείται από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.

 

Η κατάσταση αποτυπώνεται και στα στοιχεία για την πρόσβαση σε βασικά τρόφιμα, καθώς περισσότερο από το 8% των πολιτών της ΕΕ δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα γεύμα με κρέας ή ισοδύναμη χορτοφαγική πρωτεΐνη κάθε δεύτερη ημέρα.

 

Το ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο της Πρωτοβουλίας Ευρωπαίων Πολιτών «Καλό Φαγητό για Όλους» (ECI), η οποία ζητά την αναγνώριση του δικαιώματος στην τροφή ως θεμελιώδους ευρωπαϊκής αρχής. Μέσα από 16 συγκεκριμένες προτάσεις που καλύπτουν όλη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής τροφίμων, οι διοργανωτές επιδιώκουν να διασφαλίσουν αξιοπρεπή, προσιτή και βιώσιμη πρόσβαση σε τρόφιμα για όλους τους πολίτες.

 

Όπως επισημαίνουν οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας, τα τρόφιμα δεν αποτελούν απλώς ένα καταναλωτικό αγαθό, αλλά συνδέονται άμεσα με τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, το περιβάλλον και την οικονομική δικαιοσύνη. Παράλληλα, προειδοποιούν ότι τα σημερινά βιομηχανικά συστήματα παραγωγής τροφίμων επιτείνουν προβλήματα όπως η επισιτιστική ανασφάλεια, η κλιματική αλλαγή, η απώλεια βιοποικιλότητας και η εργασιακή εκμετάλλευση.

 

Στην Ελλάδα, η επισιτιστική ανασφάλεια παραμένει έντονο και διαχρονικό πρόβλημα, το οποίο επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, τον πληθωρισμό και τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

 

Σύμφωνα με την Έκθεση για τη Φτώχεια στην Ελλάδα 2025, το 26,9% του πληθυσμού –περίπου 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι– βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ η παιδική φτώχεια παραμένει σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 22,4%.

 

Οι χαμηλοί μισθοί, η εργασιακή αβεβαιότητα, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των κοινωνικών πολιτικών συνεχίζουν να συντηρούν φαινόμενα οικονομικής και κοινωνικής στέρησης. Παράλληλα, η χαμηλή αγοραστική δύναμη μισθών και συντάξεων σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος βασικών αγαθών δυσκολεύουν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού να καλύψει ακόμη και βασικές διατροφικές ανάγκες.

 

Η πρωτοβουλία «Καλό Φαγητό για Όλους» προτείνει σειρά παρεμβάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως η δημιουργία Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Τροφίμων, η ενίσχυση των μικρών παραγωγών, η προστασία των εργαζομένων στον αγροδιατροφικό τομέα και η προώθηση πιο βιώσιμων μορφών γεωργίας και αλιείας.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην πρόσβαση όλων των παιδιών σε υγιεινά και ποιοτικά σχολικά γεύματα, καθώς και στη στήριξη των νέων και των γυναικών που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον πρωτογενή τομέα.

 

Παράλληλα, προτείνονται μέτρα κατά της κερδοσκοπίας στα αγροτικά προϊόντα, προστασία της βιοποικιλότητας και σύνδεση των εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ με την κατοχύρωση του δικαιώματος στην τροφή.

 

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην αύξηση της παραγωγής τροφίμων. Αντίθετα, απαιτούνται πιο ανθεκτικά και βιώσιμα διατροφικά συστήματα, ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, αύξηση των εισοδημάτων και μέτρα που θα διασφαλίζουν την αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.

 

Σύμφωνα με στοιχεία του FAO, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη αντιμετώπισαν μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια το 2022, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.

 

Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί να μετατρέψει το δικαίωμα στην τροφή από πολιτικό αίτημα σε θεσμική υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να συγκεντρωθούν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο υπογραφές πολιτών από επτά κράτη-μέλη, ώστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει επίσημα τις προτάσεις της.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum