| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 01/09/26

                             

 

Η παγκόσμια στεγαστική κρίση βαθαίνει – Γιατί Ελλάδα, Ευρώπη και ΗΠΑ δεν βρίσκουν αρκετά σπίτια

 

Η στεγαστική κρίση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας μεμονωμένης χώρας και εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής. Από την Ευρώπη έως τις ΗΠΑ, η προσφορά κατοικιών δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση, ενώ οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα.

 

Στις ΗΠΑ, οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα κατοικιών κυμαίνονται από περίπου 4 έως 8 εκατομμύρια σπίτια, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζει το στεγαστικό έλλειμμα σε περίπου 4,6 εκατομμύρια κατοικίες.

 

Το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η άνοδος των τιμών και των ενοικίων έχει αρχίσει να πιέζει έντονα και τα μεσαία εισοδήματα, περιορίζοντας την κατανάλωση, καθυστερώντας την οικονομική ανεξαρτησία των νέων και αυξάνοντας το κόστος ζωής.

 

Μια κρίση που ξεκίνησε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες

 

Η σημερινή στεγαστική κρίση έχει διαφορετικές αφετηρίες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, όμως κοινός παρονομαστής είναι η ανεπαρκής αύξηση της προσφοράς κατοικιών.

 

Στις ΗΠΑ, η μεγάλη κρίση ξεκίνησε το 2007-2008 με την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου. Η πτώση των τιμών των ακινήτων, οι κατασχέσεις και η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησαν σε κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η οικοδομή δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως στα επίπεδα που απαιτούνταν για να καλυφθούν οι ανάγκες της αγοράς.

 

Η δεκαετία του 2010 χαρακτηρίστηκε από εξαιρετικά χαμηλές νέες κατασκευές μονοκατοικιών. Παράλληλα, πολλοί εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τον κατασκευαστικό κλάδο, αρκετές κατασκευαστικές εταιρείες κατέρρευσαν και η χρηματοδότηση των νέων έργων παρέμεινε περιορισμένη.

 

Έτσι δημιουργήθηκε ένα διαρθρωτικό έλλειμμα που συνεχίζει να επηρεάζει την αμερικανική αγορά σχεδόν 20 χρόνια αργότερα.

 

Η Freddie Mac εκτιμά πλέον το στεγαστικό έλλειμμα στις ΗΠΑ σε περίπου 3,7 εκατομμύρια κατοικίες, ενώ ο National Low Income Housing Coalition υπολογίζει σε 7,2 εκατομμύρια το έλλειμμα οικονομικά προσιτών ενοικιαζόμενων κατοικιών για τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα.

 

Με άλλα λόγια, η χρηματοπιστωτική κρίση τελείωσε, αλλά η στεγαστική της κληρονομιά παραμένει.

 

Η Ευρώπη πληρώνει το κόστος της ανεπαρκούς προσφοράς

 

Στην Ευρώπη η εικόνα είναι αντίστοιχη, αν και οι αιτίες διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα.

 

Μετά την κρίση του 2008, η οικοδομική δραστηριότητα σε αρκετές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου κατέρρευσε. Στη συνέχεια, η ανάκαμψη της οικονομίας, η αύξηση της τουριστικής ζήτησης, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η εισροή επενδυτικών κεφαλαίων στα ακίνητα δημιούργησαν νέες πιέσεις.

 

Η πανδημία ενίσχυσε περαιτέρω την τάση, καθώς η ζήτηση για κατοικίες αυξήθηκε σε πολλές περιοχές, την ώρα που η προσφορά παρέμεινε περιορισμένη.

 

Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στις τιμές. Από το 2010, οι μέσες τιμές κατοικιών στην ΕΕ έχουν αυξηθεί κατά περίπου 55,4%, ενώ τα ενοίκια κατά 26,7%. Την ίδια περίοδο, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε περίπου κατά 20%.

 

Η διαφορά αυτή είναι καθοριστική: το κόστος της κατοικίας αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών να το αντιμετωπίσουν.

 

                       

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος

 

Στην Ελλάδα η στεγαστική κρίση έχει μια ιδιαίτερη διαδρομή.

 

Η οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2018 προκάλεσε βαθιά υποχώρηση των εισοδημάτων και ουσιαστικά πάγωσε την οικοδομική δραστηριότητα. Για αρκετά χρόνια, η χώρα κατασκεύαζε ελάχιστες νέες κατοικίες.

 

Όταν η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, η αγορά ακινήτων βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα: η ζήτηση επέστρεψε πολύ ταχύτερα από την προσφορά.

 

Η τουριστική ανάπτυξη, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, οι αγορές ακινήτων από ξένους επενδυτές και η αυξημένη ζήτηση για κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα ενίσχυσαν την πίεση.

 

Έτσι, η σημερινή ελληνική στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των υψηλών τιμών. Είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της μεγάλης χρονικής υστέρησης μεταξύ ζήτησης και νέας προσφοράς.

 

Τέσσερις παράγοντες επιδεινώνουν την κατάσταση

 

Η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει ταυτόχρονα:

 

μεγάλο απόθεμα παλαιών και ενεργειακά μη αποδοτικών κατοικιών,

 

περιορισμένες επενδύσεις σε ανακαινίσεις για πολλά χρόνια,

 

σημαντικό αριθμό κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία,

 

ανεπαρκή κατασκευή νέων κατοικιών σε σχέση με τη ζήτηση.

 

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι διαθέσιμες κατοικίες είναι λίγες, η ζήτηση παραμένει ισχυρή και το κόστος αγοράς ή ενοικίασης αυξάνεται.

 

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι «τα σπίτια έγιναν ακριβά». Είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια εκεί όπου τα χρειάζονται τα νοικοκυριά.

 

Το μεγαλύτερο θύμα είναι η νέα γενιά

 

Η στεγαστική κρίση έχει πλέον και έντονη δημογραφική διάσταση.

 

Οι νέοι δυσκολεύονται περισσότερο να εγκαταλείψουν το πατρικό τους, να νοικιάσουν μόνοι τους κατοικία ή να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, το κόστος ενός τυπικού διαμερίσματος δύο δωματίων μπορεί να απορροφά πάνω από το 80% του διάμεσου μισθού ενός νέου ενήλικα, ενώ σε ιδιαίτερα ακριβές και τουριστικές περιοχές ξεπερνά ακόμη και το 100%.

 

Το αποτέλεσμα είναι να καθυστερεί η δημιουργία ανεξάρτητων νοικοκυριών.

 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιρλανδίας. Μεταξύ 2013 και 2023, το ποσοστό των φοιτητών που ζούσαν με τους γονείς τους αυξήθηκε από 73% σε 93%, ενώ για την ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών αυξήθηκε από 23% σε 40%.

 

Η κατοικία από βασικό αγαθό μετατρέπεται έτσι σε παράγοντα που καθορίζει την ίδια την πορεία προς την ενηλικίωση.

 

Η στεγαστική κρίση απειλεί πλέον και τη μεσαία τάξη

 

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η πίεση δεν περιορίζεται στα χαμηλά εισοδήματα.

 

Ένα νοικοκυριό μπορεί να έχει σταθερή εργασία και αξιοπρεπές εισόδημα, αλλά να αδυνατεί να αγοράσει κατοικία επειδή οι τιμές έχουν απομακρυνθεί από τους μισθούς. Ταυτόχρονα, η ενοικίαση μπορεί να απορροφά ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες. Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση, τόσο μικρότερη είναι η δυνατότητα των νοικοκυριών να καταναλώσουν, να αποταμιεύσουν ή να επενδύσουν.

 

Παράλληλα, η αδυναμία αγοράς κατοικίας περιορίζει τη συσσώρευση πλούτου από τις νεότερες γενιές και ενισχύει τη διαφορά μεταξύ όσων ήδη διαθέτουν ακίνητη περιουσία και όσων προσπαθούν τώρα να αποκτήσουν.

 

Το κοινό πρόβλημα Ελλάδας, Ευρώπης και ΗΠΑ

 

Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών αγορών, η βασική εξίσωση είναι παρόμοια.

 

Η ζήτηση αυξήθηκε ταχύτερα από την προσφορά.

 

Στις ΗΠΑ, η οικοδομή δεν κατάφερε να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε μετά το 2008. Στην Ευρώπη, η χαμηλή κατασκευαστική δραστηριότητα συνδυάστηκε με τουρισμό, βραχυχρόνιες μισθώσεις, επενδυτικές ροές και αυξανόμενη αστικοποίηση. Στην Ελλάδα, η δεκαετής κρίση άφησε πίσω της ένα τεράστιο κενό νέων κατασκευών, το οποίο η μεταγενέστερη ανάκαμψη της ζήτησης δεν μπόρεσε να καλύψει.

 

Γι' αυτό και η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν μπορεί να περιοριστεί σε επιδοτήσεις ενοικίου ή προγράμματα ενίσχυσης της ζήτησης. Τέτοια μέτρα μπορούν να ανακουφίσουν προσωρινά τα νοικοκυριά, αλλά εάν δεν αυξηθεί ουσιαστικά η προσφορά κατοικιών, υπάρχει ο κίνδυνος μέρος της ενίσχυσης να μετακυλιστεί τελικά στις τιμές και στα ενοίκια.

 

Η πραγματική λύση βρίσκεται στην αύξηση της προσφοράς: περισσότερες κατοικίες, ταχύτερες αδειοδοτήσεις, ανακαινίσεις του υφιστάμενου αποθέματος και αξιοποίηση των ακινήτων που παραμένουν κλειστά ή υποχρησιμοποιούνται.

 

Η στεγαστική κρίση, επομένως, δεν είναι ένα προσωρινό πρόβλημα που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία. Είναι σε μεγάλο βαθμό η συσσωρευμένη συνέπεια σχεδόν δύο δεκαετιών ανεπαρκών επενδύσεων στην κατοικία. Και όσο η νέα προσφορά παραμένει χαμηλότερη από τη ζήτηση, το πρόβλημα θα συνεχίσει να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

 

                           

 

56.000 άνθρωποι έχουν τριπλάσιο πλούτο από τον μισό πλανήτη

 

Μια εικόνα ακραίας συγκέντρωσης του παγκόσμιου πλούτου αποτυπώνει το World Inequality Report 2026, σύμφωνα με ανάλυση της London School of Economics. Περίπου 56.000 άνθρωποι, δηλαδή το πλουσιότερο 0,001% του ενήλικου πληθυσμού, διαθέτουν συνολικά πλούτο τριπλάσιο από εκείνον που κατέχει το φτωχότερο 50% της ανθρωπότητας, περίπου 2,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι.

 

Η έκθεση βασίζεται σε στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει περισσότεροι από 200 ερευνητές του World Inequality Database και του World Inequality Lab και καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: η ανισότητα πλούτου όχι μόνο παραμένει εξαιρετικά υψηλή, αλλά ενισχύεται στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας.

 

Το 10% κατέχει τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πλούτου

 

Η ανισότητα είναι μεγάλη ακόμη και όταν εξετάζονται τα εισοδήματα. Το πλουσιότερο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, περίπου 560 εκατομμύρια ενήλικες, εισπράττει το 53% του παγκόσμιου εισοδήματος.

 

Στον αντίποδα, το φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας λαμβάνει μόλις 8%. Με άλλα λόγια, το πλουσιότερο 10% κερδίζει περισσότερα από εξαπλάσια εισοδήματα σε σχέση με το κατώτερο 50%.

 

Στον πλούτο, όμως, η απόσταση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Το πλουσιότερο 10% ελέγχει περίπου το 75% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% διαθέτει μόλις 2%.

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, το πλουσιότερο 1% κατέχει περίπου 37% του παγκόσμιου πλούτου, δηλαδή σχεδόν 18 φορές περισσότερο από το σύνολο του κατώτερου 50%.

 

Η κορυφή απομακρύνεται ακόμη περισσότερο

 

Η εξέλιξη των τελευταίων τριών δεκαετιών δείχνει ότι η συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή εντείνεται.

 

Το 1995, το πλουσιότερο 0,001% κατείχε περίπου το 4% του παγκόσμιου προσωπικού πλούτου. Μέχρι το 2025, το μερίδιό του είχε αυξηθεί στο 6%.

 

Την ίδια περίοδο, το μερίδιο του φτωχότερου 50% παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, γύρω στο 2%.

 

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή όταν εξετάζονται οι ρυθμοί αύξησης του πλούτου.

 

Το φτωχότερο 50% είδε τον πλούτο του να αυξάνεται κατά περίπου 3,4% ετησίως σε πραγματικούς όρους την περίοδο 1995-2025. Το πλουσιότερο 10% κατέγραψε χαμηλότερο ρυθμό, περίπου 2,9%.

 

Όμως μέσα στο 10% κρύβεται η πραγματική διαφορά. Το πλουσιότερο 0,001% αύξησε τον πλούτο του κατά περίπου 5% ετησίως, ενώ οι δισεκατομμυριούχοι κατά περισσότερο από 8% ετησίως.

 

Η παγίδα των ποσοστών

 

Οι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης μπορούν να δημιουργήσουν μια παραπλανητική εικόνα.

 

Ένας άνθρωπος που ανήκει στο φτωχότερο 50% διαθέτει κατά μέσο όρο περιουσιακά στοιχεία περίπου 6.500 δολαρίων. Ακόμη και με ετήσια αύξηση 3,4%, η αύξηση του πλούτου του αντιστοιχεί σε περίπου 220 δολάρια.

 

Αντίθετα, ένα άτομο στο κορυφαίο 0,001%, με μέση καθαρή περιουσία περίπου 1 δισ. δολάρια, βλέπει τον πλούτο του να αυξάνεται κατά περίπου 48 εκατ. δολάρια σε έναν χρόνο με ρυθμό 5%.

 

Η διαφορά δεν βρίσκεται επομένως μόνο στο ποσοστό απόδοσης, αλλά κυρίως στην τεράστια διαφορά της αρχικής περιουσιακής βάσης.

 

                           

 

Ακόμη και η Ευρώπη δεν ξεφεύγει από την εικόνα

 

Η συγκέντρωση πλούτου δεν αποτελεί αποκλειστικά χαρακτηριστικό των αναδυόμενων ή φτωχότερων οικονομιών.

 

Η Ευρώπη εμφανίζει τη χαμηλότερη ανισότητα πλούτου μεταξύ των μεγάλων περιοχών του κόσμου. Ωστόσο, ακόμη και εδώ το πλουσιότερο 1% κατέχει περίπου το 25% του συνολικού πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% κατέχει μόλις ένα μικρό κλάσμα αυτού.

 

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η ανισότητα πλούτου αποτελεί ευρύτερο χαρακτηριστικό των σύγχρονων οικονομικών συστημάτων και όχι μια ιδιαιτερότητα συγκεκριμένων χωρών.

 

Φορολογία και εκπαίδευση στο επίκεντρο

 

Οι ερευνητές του World Inequality Report υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη εικόνα δεν είναι αναπόφευκτη. Αντίθετα, θεωρούν ότι επηρεάζεται σημαντικά από τις πολιτικές επιλογές που αφορούν τη φορολογία, την ιδιοκτησία και τη λειτουργία των θεσμών.

 

Ως βασικά εργαλεία για τον περιορισμό των ανισοτήτων προκρίνουν την προοδευτική φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων και περιουσιών, αλλά και τις δημόσιες επενδύσεις στην εκπαίδευση.

 

Η λογική είναι ότι η φορολογία μπορεί να περιορίσει την υπερβολική συγκέντρωση κεφαλαίου, ενώ η πρόσβαση στην εκπαίδευση μπορεί να διευρύνει τις οικονομικές ευκαιρίες για μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

 

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι επομένως ότι η ακραία ανισότητα πλούτου δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα των δυνάμεων της αγοράς. Επηρεάζεται από τους κανόνες που καθορίζουν ποιος συσσωρεύει πλούτο, ποιος φορολογείται και ποιος έχει πρόσβαση στις ευκαιρίες.

 

Και οι κανόνες αυτοί, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, μπορούν να αλλάξουν.

    

                                              

 

Σιτάρι: Η νέα παγκόσμια κρίση τροφίμων που απειλεί να φέρει ακριβότερο ψωμί

 

Το σιτάρι αποτελεί θεμέλιο της παγκόσμιας διατροφής. Από το ψωμί και τα ζυμαρικά μέχρι τα νουντλς και τις πίτες, ένα τεράστιο μέρος της καθημερινής διατροφής βασίζεται σε αυτό. Ωστόσο, η επάρκεια και το κόστος του βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με έναν συνδυασμό παραγόντων που γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνος: κλιματική αλλαγή, πόλεμοι, ενεργειακό κόστος και διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια αγορά σιταριού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από έναν περιορισμένο αριθμό μεγάλων παραγωγών και εξαγωγέων, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, η Ουκρανία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, πολλές από τις χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες σιταριού είναι οικονομίες χαμηλότερου εισοδήματος, με περιορισμένες δυνατότητες να απορροφήσουν μια μεγάλη αύξηση των τιμών.

 

Η Ουκρανία επιστρέφει στο επίκεντρο

 

Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας έχει ήδη δείξει πόσο ευάλωτη είναι η παγκόσμια αγορά. Οι δύο χώρες αντιπροσωπεύουν μαζί σχεδόν το ένα τρίτο του σιταριού που διακινείται διεθνώς.

 

Η ρωσική εισβολή το 2022 προκάλεσε σοβαρή διαταραχή στις εξαγωγές μέσω της Μαύρης Θάλασσας και οδήγησε σε απότομη άνοδο των διεθνών τιμών τροφίμων. Η κατάσταση σταδιακά εξομαλύνθηκε, όμως σήμερα οι κίνδυνοι επιστρέφουν.

 

Οι επιθέσεις σε λιμάνια, τερματικούς σταθμούς και πλοία μεταφοράς σιτηρών περιορίζουν και πάλι τις εξαγωγικές δυνατότητες. Στο ρωσικό λιμάνι του Νοβοροσίσκ, για παράδειγμα, οι τερματικοί σταθμοί σιτηρών ανέστειλαν τη λειτουργία τους μετά από ουκρανική επίθεση με drones, ενώ η Ρωσία απάντησε με επιδρομές στην Οδησσό, έναν από τους σημαντικότερους κόμβους εξαγωγής ουκρανικών σιτηρών.

 

Η κλιματική κρίση χτυπά τους σιτοβολώνες

 

Ακόμη όμως και χωρίς τον πόλεμο, η αγορά θα αντιμετώπιζε σημαντικές πιέσεις.

 

Η ακραία ζέστη και η ξηρασία έχουν περιορίσει τις αποδόσεις σε μεγάλες παραγωγικές περιοχές. Η Γαλλία, ο μεγαλύτερος παραγωγός σιταριού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναμένει χαμηλότερες αποδόσεις, ενώ προβλήματα καταγράφονται και στη Γερμανία.

 

Παράλληλα, η ξηρασία έχει μειώσει δραματικά τη στάθμη του Δούναβη, περιορίζοντας μια από τις σημαντικότερες εναλλακτικές οδούς μεταφοράς αγροτικών προϊόντων στην Ευρώπη.

 

Οι εκτιμήσεις της Coceral είναι ενδεικτικές της πίεσης: η συνολική παραγωγή σιτηρών στην Ευρώπη και τη Βρετανία εκτιμάται φέτος στα 286,6 εκατ. τόνους, έναντι περίπου 310 εκατ. τόνων το 2025.

 

Στις ΗΠΑ, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική, με την παραγωγή σιταριού να κινδυνεύει να υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1970, κυρίως λόγω της μεγάλης ξηρασίας στις Μεγάλες Πεδιάδες.

 

Το Ορμούζ επηρεάζει πλέον και το σιτάρι

 

Η ενεργειακή κρίση προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα.

 

Η Αυστραλία, ένας από τους σημαντικούς εξαγωγείς σιταριού, έχει περιορίσει τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, καθώς το κόστος των λιπασμάτων έχει αυξηθεί σημαντικά. Και πίσω από την άνοδο του κόστους βρίσκεται, μεταξύ άλλων, η αναστάτωση που έχει προκαλέσει το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

 

Το πρόβλημα είναι ευρύτερο: η παραγωγή σιταριού εξαρτάται από καύσιμα, λιπάσματα, ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και ναυτιλία. Επομένως, μια ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε κρίση τροφίμων.

 

Το ψωμί ως πολιτικός δείκτης

 

Η άνοδος της τιμής του σιταριού δεν αποτελεί μόνο οικονομικό ζήτημα. Σε πολλές χώρες μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.

 

Τον Ιούλιο οι τιμές του σιταριού είχαν ήδη φτάσει σε υψηλό τριετίας, σύμφωνα με τον FAO. Για χώρες όπως η Αίγυπτος, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, μια νέα μεγάλη άνοδος των τιμών δημιουργεί τεράστια δημοσιονομική πίεση.

 

Οι κυβερνήσεις καλούνται να αγοράσουν ακριβότερο σιτάρι, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να συγκρατήσουν την τελική τιμή του ψωμιού μέσω επιδοτήσεων. Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν οι δημοσιονομικές δυνατότητες είναι περιορισμένες.

 

Και το ιστορικό προηγούμενο είναι ανησυχητικό: οι απότομες αυξήσεις στις τιμές βασικών τροφίμων έχουν επανειλημμένα συνδεθεί με κοινωνικές εντάσεις και πολιτική αστάθεια.

 

Ένας κόσμος που εξαρτάται από λίγους

 

Μέχρι στιγμής, ένα σημαντικό «μαξιλάρι» αποτέλεσαν τα αποθέματα από την πολύ καλή σοδειά του 2025. Υπάρχουν ακόμη ποσότητες σε αποθήκες αγροτών, εμπόρων και κρατικών φορέων.

 

Αυτό όμως δεν εξαλείφει τον κίνδυνο.

 

Όταν η παγκόσμια παραγωγή και οι εξαγωγές συγκεντρώνονται σε σχετικά λίγες περιοχές, μια μεγάλη ξηρασία, ένας πόλεμος ή μια διακοπή στις μεταφορές μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη αναστάτωση.

 

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην τιμή του ψωμιού. Ακριβότερο σιτάρι σημαίνει υψηλότερο κόστος για ζυμαρικά, αρτοσκευάσματα, ζωοτροφές και μια μεγάλη σειρά τροφίμων, με τελικό αποτέλεσμα να ενισχύεται εκ νέου ο πληθωρισμός των τροφίμων.

 

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση: λιγότερη παραγωγή, ακριβότερη ενέργεια, πιο ευάλωτες μεταφορές και μεγαλύτερη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

 

Το μήνυμα είναι ότι το σημερινό παγκόσμιο διατροφικό σύστημα, σχεδιασμένο σε μια εποχή φθηνής ενέργειας, απρόσκοπτου εμπορίου και σχετικά σταθερού κλίματος, μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο ευάλωτο στη νέα πραγματικότητα.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum