|
00:01 -
01/10/26 |
|
|
|
|
|

Ενοίκια: Αθήνα και Βερολίνο σχεδόν ίδια τιμή, αλλά ο Έλληνας
πληρώνει διπλάσιο μέρος του μισθού
Η στεγαστική κρίση στην Ευρώπη δεν αποτυπώνεται μόνο στο
πόσο κοστίζει ένα διαμέρισμα. Το πραγματικό μέτρο της πίεσης
είναι πόσο από τον μισθό πρέπει να διαθέσει ένας εργαζόμενος
για να πληρώσει το ενοίκιό του.
Και σε αυτή τη σύγκριση η εικόνα για την Ελλάδα γίνεται
ιδιαίτερα δυσμενής.
Ένα ενδεικτικό διαμέρισμα 60 τ.μ. σε κεντρική περιοχή της
Αθήνας κοστίζει περίπου 966 ευρώ τον μήνα, με βάση τις μέσες
ζητούμενες τιμές ανά τετραγωνικό στις πλατφόρμες αγγελιών.
Στο Βερολίνο, στην περιοχή
Mitte,
το αντίστοιχο ενοίκιο διαμορφώνεται περίπου στα 977 ευρώ.
Δηλαδή, σε απόλυτους αριθμούς, η διαφορά είναι ελάχιστη.
Μόνο που ο εργαζόμενος στην Αθήνα καλείται να πληρώσει αυτό
το ενοίκιο με έναν πολύ χαμηλότερο καθαρό μισθό.
Το ίδιο ενοίκιο, εντελώς διαφορετική επιβάρυνση
Σύμφωνα με την έκθεση
Taxing Wages 2026 του ΟΟΣΑ, οι
ετήσιες καθαρές αποδοχές το 2025 για έναν άγαμο εργαζόμενο
χωρίς παιδιά, που αμείβεται με τον μέσο εθνικό μισθό,
ανέρχονταν σε:
|
Χώρα
|
Καθαρές ετήσιες αποδοχές
|
|
Ελλάδα
|
19.625 €
|
|
Ισπανία
|
24.985 €
|
|
Ιταλία
|
26.118 €
|
|
Γερμανία
|
40.902 €
|
Αν ο συγκεκριμένος εργαζόμενος νοίκιαζε μόνος του ένα
διαμέρισμα 60 τ.μ. στο κέντρο της πόλης, το ετήσιο κόστος
στέγασης θα απορροφούσε περίπου:
59% του καθαρού μισθού στην Αθήνα
29% στο Βερολίνο
75% στη Μαδρίτη
77% στη Ρώμη
Η σύγκριση αποκαλύπτει κάτι που οι ονομαστικές τιμές των
ακινήτων δεν δείχνουν: το ίδιο περίπου ενοίκιο μπορεί να
έχει εντελώς διαφορετικό βάρος ανάλογα με το εισόδημα του
εργαζομένου.
Αθήνα και Βερολίνο: 966 έναντι 977 ευρώ
Η αντίθεση Αθήνας και Βερολίνου είναι ίσως η πιο
χαρακτηριστική.
Για ένα υποθετικό διαμέρισμα 60 τ.μ.:
Αθήνα: περίπου 966 ευρώ τον μήνα
Βερολίνο: περίπου 977 ευρώ τον μήνα
Η διαφορά είναι μόλις 11 ευρώ.
Ωστόσο, ο μέσος καθαρός ετήσιος μισθός που χρησιμοποιεί ο
ΟΟΣΑ για το συγκεκριμένο υπόδειγμα εργαζομένου είναι 19.625
ευρώ στην Ελλάδα έναντι 40.902 ευρώ στη Γερμανία.
Έτσι, το ενοίκιο του συγκεκριμένου διαμερίσματος αντιστοιχεί
περίπου στο 59% των ετήσιων καθαρών αποδοχών στην Αθήνα,
έναντι μόλις 29% στο Βερολίνο.
Με άλλα λόγια, η κατοικία μπορεί να κοστίζει σχεδόν το ίδιο
σε απόλυτους όρους, αλλά η οικονομική της επιβάρυνση για τον
εργαζόμενο είναι υπερδιπλάσια στην Αθήνα.
Η εικόνα αλλάζει και εκτός πρωτευουσών
Η σύγκριση σε επίπεδο χώρας μειώνει τις διαφορές στις τιμές,
αλλά όχι στην επιβάρυνση του εισοδήματος.
Με βάση τις ζητούμενες τιμές ανά τετραγωνικό, ένα υποθετικό
διαμέρισμα 60 τ.μ. αντιστοιχεί περίπου σε:
|
Χώρα
|
Ενδεικτικό ενοίκιο 60 τ.μ.
|
|
Ελλάδα
|
643 €
|
|
Γερμανία
|
648 €
|
|
Ισπανία
|
906 €
|
|
Ιταλία
|
876 €
|
Και πάλι, Ελλάδα και Γερμανία εμφανίζουν σχεδόν την ίδια
ονομαστική τιμή.
Όμως για τον
εργαζόμενο του υποδείγματος του ΟΟΣΑ, το ετήσιο ενοίκιο
αντιστοιχεί περίπου στο 39% των καθαρών αποδοχών
στην Ελλάδα, έναντι μόλις 19% στη Γερμανία.
Η διαφορά
επομένως δεν βρίσκεται μόνο στην αγορά ακινήτων. Βρίσκεται
και στη σχέση εισοδήματος προς κόστος στέγασης.
Από τη Μαδρίτη η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση
Το ζήτημα έχει πάρει πλέον έντονη κοινωνική διάσταση στην
Ισπανία.
Η έξωση της
87χρονης Μαρί Κάρμεν Αμπασκάλ, η οποία
ζούσε επί περίπου 70 χρόνια στο ίδιο σπίτι στη Μαδρίτη,
αποτέλεσε αφορμή για μαζικές κινητοποιήσεις. Παρά το γεγονός
ότι τελικά βρέθηκε συμβιβαστική λύση και η ηλικιωμένη
μπόρεσε να επιστρέψει στην κατοικία της, η υπόθεση έγινε
σύμβολο μιας πολύ ευρύτερης κρίσης.
Στην
Πουέρτα δελ Σολ έχουν στηθεί περισσότερες από 350
σκηνές, ενώ η ισπανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με
πιέσεις για αλλαγές στο πλαίσιο των μισθώσεων και των
εξώσεων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Μαδρίτη δεν είναι η μόνη ευρωπαϊκή
πρωτεύουσα όπου η σχέση μισθού και ενοικίου έχει γίνει
εκρηκτική.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η Ελλάδα πληρώνει το στεγαστικό και από το οικογενειακό
εισόδημα
Στην Ελλάδα, η πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στα ζητούμενα
ενοίκια, αλλά και στις πραγματικές δαπάνες των νοικοκυριών.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 δείχνουν ότι τα ελληνικά
νοικοκυριά που νοικιάζουν κατοικία διέθεταν κατά μέσο όρο
23,4% της συνολικής μηνιαίας δαπάνης τους για στέγαση.
Από αυτό το ποσοστό, οι 17,3 ποσοστιαίες μονάδες αφορούσαν
αποκλειστικά το ενοίκιο.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για
πραγματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών και όχι μόνο
για ζητούμενες τιμές αγγελιών.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το «πόσο»
Η ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση οδηγεί έτσι σε ένα διαφορετικό
ερώτημα.
Δεν αρκεί να συγκρίνουμε αν ένα διαμέρισμα 60 τ.μ. κοστίζει
600, 900 ή 1.000 ευρώ τον μήνα. Πρέπει να δούμε τι ποσοστό
του διαθέσιμου εισοδήματος απορροφά αυτό το ποσό.
Με αυτή τη μέτρηση, η Αθήνα εμφανίζεται σε σαφώς δυσκολότερη
θέση από όσο υποδηλώνει η απλή σύγκριση των ενοικίων.
Και αυτό εξηγεί γιατί η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν
αφορά πλέον μόνο όσους αναζητούν να αγοράσουν σπίτι. Αφορά
όλο και περισσότερο και τον εργαζόμενο που έχει δουλειά και
πληρώνει κανονικά το ενοίκιό του, αλλά δυσκολεύεται να
διατηρήσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης μετά τη στέγαση.
Το κρίσιμο μέγεθος για την ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας δεν
είναι τελικά η τιμή ανά τετραγωνικό.
Είναι πόσους μισθούς χρειάζεται ένα σπίτι.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στέγαση: Σχεδόν 1 στους 2 νέους στην Ελλάδα ζει σε
συνωστισμένο σπίτι – 4η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ
Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα
αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στις νεότερες ηλικίες.
Σχεδόν ένας στους δύο νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών ζει σε
κατοικία που δεν διαθέτει επαρκή αριθμό δωματίων για τα μέλη
του νοικοκυριού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το
2025, το ποσοστό των νέων που αντιμετωπίζουν συνθήκες
συνωστισμού στην κατοικία ανέρχεται στην Ελλάδα σε 48,4%.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στην 4η
υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από
τη Ρουμανία, τη Λετονία και τη Βουλγαρία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν
συγκρίνεται με τον συνολικό πληθυσμό. Στην Ελλάδα, το
ποσοστό των ανθρώπων όλων των ηλικιών που ζουν σε
υπερπλήρεις κατοικίες διαμορφώνεται στο 28,3%. Δηλαδή, στους
νέους το αντίστοιχο ποσοστό είναι υψηλότερο κατά 20,1
ποσοστιαίες μονάδες.
Η Ελλάδα πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο
Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι
σημαντική. Στην ΕΕ, το 26,9% των νέων ηλικίας 15–29 ετών
ζούσε το 2025 σε κατοικία που χαρακτηρίζεται ως υπερπλήρης.
Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα το ποσοστό είναι
σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά όταν
εξετάζεται το σύνολο του πληθυσμού: στην ΕΕ το ποσοστό
διαμορφώνεται σε 16,8%, έναντι 28,3% στην Ελλάδα.
Η εικόνα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά
απλώς το αν μια κατοικία είναι μικρή σε τετραγωνικά μέτρα. Ο
δείκτης της Eurostat εξετάζει εάν ο αριθμός των διαθέσιμων
δωματίων είναι επαρκής σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που
κατοικούν στο σπίτι, αλλά και την ηλικία και τη σύνθεση του
νοικοκυριού.
Ποιες χώρες έχουν μεγαλύτερο πρόβλημα
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται η
Ρουμανία με 60,4%, ενώ ακολουθούν η Λετονία με 54,9% και η
Βουλγαρία με 52,8%.
Η Ελλάδα, με 48,4%, βρίσκεται στην τέταρτη
θέση, ενώ ακολουθούν η Κροατία και η Ιταλία.
Χώρα
|
Νέοι 15–29 ετών σε συνωστισμένη κατοικία
|
Ρουμανία
|
60,4%
|
Λετονία
|
54,9%
|
Βουλγαρία
|
52,8%
|
Ελλάδα
|
48,4%
|
Κροατία
|
46,8%
|
Ιταλία
|
41,9%
|
Πολωνία
|
41,0%
|
Σλοβακία
|
40,8%
|
Λιθουανία
|
40,6%
|
Σουηδία
|
29,4%
|
ΕΕ
|
26,9%
|
Τσεχία
|
25,7%
|
Εσθονία
|
25,0%
|
Ουγγαρία
|
24,7%
|
Δανία
|
22,3%
|
Αυστρία
|
21,4%
|
Πορτογαλία
|
21,4%
|
Γερμανία
|
21,0%
|
Φινλανδία
|
18,7%
|
Γαλλία
|
18,5%
|
Ισπανία
|
16,2%
|
Σλοβενία
|
15,8%
|
Λουξεμβούργο
|
12,4%
|
Βέλγιο
|
10,2%
|
Ολλανδία
|
8,6%
|
Μάλτα
|
7,7%
|
Ιρλανδία
|
7,4%
|
Κύπρος
|
3,5%
|
|
|
|
|
|
|
|
|

Όσο μικρότερη η ηλικία, τόσο μεγαλύτερος ο συνωστισμός
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα στοιχεία δείχνουν
ότι οι μικρότερες ηλικίες αντιμετωπίζουν εντονότερα το
πρόβλημα.
Στην ηλικιακή ομάδα 15–19 ετών, το ποσοστό
όσων ζουν σε υπερπλήρεις κατοικίες φτάνει το 30,1%. Υποχωρεί
στο 28,7% για τις ηλικίες 20–24 ετών και στο 21,8% για τους
νέους 25–29 ετών.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με το γεγονός
ότι οι νεότεροι παραμένουν συχνότερα στο οικογενειακό σπίτι
ή μοιράζονται την κατοικία με περισσότερα μέλη του
νοικοκυριού.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ιδιαίτερα υψηλό
συνολικό ποσοστό δείχνει ότι το ζήτημα έχει αποκτήσει
ευρύτερες διαστάσεις.
Το στεγαστικό χτυπά περισσότερο τη νέα γενιά
Τα στοιχεία της Eurostat προσθέτουν μία
ακόμη διάσταση στη συζήτηση για το ελληνικό στεγαστικό
πρόβλημα.
Η έλλειψη διαθέσιμων και οικονομικά προσιτών
κατοικιών δεν αποτυπώνεται μόνο στις υψηλές τιμές αγοράς και
στα ενοίκια. Αποτυπώνεται και στο πόσα άτομα αναγκάζονται να
μοιράζονται την ίδια κατοικία και σε πόσο περιορισμένο
οικιστικό χώρο.
Για τη νέα γενιά, το πρόβλημα είναι επομένως
διπλό: η πρόσβαση σε ανεξάρτητη κατοικία γίνεται
δυσκολότερη, ενώ ακόμη και όταν παραμένει στο οικογενειακό
σπίτι, οι συνθήκες διαβίωσης είναι πολύ συχνότερα πιο
πιεσμένες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στην τέταρτη
υψηλότερη θέση της ΕΕ στον συνωστισμό των κατοικιών για τους
νέους, με ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μόνο με ακίνητα ανάπτυξη δε γίνεται ….
Με την αγορά ακινήτων να έχει την τιμητική
της. Αρκετές φορές, ειδικά παλαιότερα, είχαμε γράψει πως
μόνο με ακίνητα ανάπτυξη δε γίνεται και πως χρειάζεται
βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας,
που φαίνεται να ακολουθεί τα μοντέλα προηγούμενων δεκαετιών
που δεν οδηγούνε σε βιώσιμους, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Ισχυρή ανάπτυξη λοιπόν κατέγραψε το 2024 ο κλάδος της
διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, με την ακαθάριστη
προστιθέμενη αξία να αυξάνεται κατά 32,2%, σύμφωνα με τα νέα
στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη διάρθρωση των ελληνικών
επιχειρήσεων.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ
όλων των κλάδων που εξετάζει η συγκεκριμένη στατιστική
έρευνα, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που απέκτησε η αγορά
ακινήτων τα τελευταία χρόνια.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ισχυρή και στους
υπόλοιπους βασικούς δείκτες. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που
δραστηριοποιούνται στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας
αυξήθηκε κατά 15,2%, φτάνοντας τις 18.673, έναντι 16.215 το
2023.
Την ίδια στιγμή, ο κύκλος εργασιών
ενισχύθηκε κατά 18,1%, στα 4,85 δισ. ευρώ, ενώ η απασχόληση
αυξήθηκε κατά 14,6%, στους 35.562 εργαζόμενους.
Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου
διαμορφώθηκε στα 2,2 δισ. ευρώ, έναντι 1,66 δισ. ευρώ το
2023. Η αύξηση κατά 32,2% ξεχωρίζει αισθητά σε σχέση με τη
συνολική εικόνα της ελληνικής επιχειρηματικής οικονομίας,
όπου η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 11,9%.
Ακίνητα και κατασκευές στην πρώτη γραμμή
Η δυναμική του real estate γίνεται ακόμη πιο
εμφανής αν εξεταστεί μαζί με την πορεία των κατασκευών.
Ο κατασκευαστικός κλάδος κατέγραψε τη
μεγαλύτερη αύξηση κύκλου εργασιών μεταξύ των βασικών κλάδων,
με άνοδο 24,1%, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε
κατά 31,3%.
Παράλληλα, η απασχόληση στις κατασκευές
ενισχύθηκε κατά 13%, αποτυπώνοντας τη διεύρυνση της
δραστηριότητας σε έναν κλάδο που βρίσκεται στο επίκεντρο των
επενδύσεων σε υποδομές, κατοικίες και επαγγελματικά ακίνητα.
Στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας, το
ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι όλοι οι βασικοί δείκτες
κινήθηκαν ταυτόχρονα με διψήφιους ρυθμούς: περισσότερες
επιχειρήσεις, υψηλότερος τζίρος, μεγαλύτερη προστιθέμενη
αξία και περισσότερες θέσεις εργασίας.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η άνοδος της
αγοράς ακινήτων δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των
ακινήτων, αλλά συνοδεύεται από σημαντική διεύρυνση της ίδιας
της επιχειρηματικής δραστηριότητας γύρω από το real estate.
Η συνολική εικόνα της ελληνικής
επιχειρηματικής οικονομίας
Η ισχυρή επίδοση των ακινήτων και των
κατασκευών καταγράφεται σε ένα γενικότερα ανοδικό περιβάλλον
για την ελληνική επιχειρηματική οικονομία.
Το 2024 δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα
966.366 επιχειρήσεις, έναντι 933.929 το 2023.
Ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων
στους τομείς της βιομηχανίας, των κατασκευών, του εμπορίου
και των υπηρεσιών ανήλθε σε 447,5 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά
6,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία
έφτασε τα 114,2 δισ. ευρώ, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων
αυξήθηκε κατά 4,1%, στα 3,63 εκατομμύρια.
Οι συνολικές επενδύσεις σε υλικά αγαθά
ανήλθαν παράλληλα σε 21,3 δισ. ευρώ.
Το real estate αποκτά μεγαλύτερο βάρος
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της
ΕΛΣΤΑΤ είναι ότι το real estate και οι κατασκευές αποτελούν
πλέον έναν από τους πιο δυναμικούς πόλους της ελληνικής
επιχειρηματικής οικονομίας.
Ιδιαίτερα στη διαχείριση ακίνητης
περιουσίας, η αύξηση της προστιθέμενης αξίας κατά 32,2%
ξεχωρίζει όχι μόνο για το μέγεθός της, αλλά και επειδή
συνοδεύεται από σημαντική αύξηση τόσο του αριθμού των
επιχειρήσεων όσο και της απασχόλησης.
Με άλλα λόγια, το 2024 δεν ήταν μόνο μια
χρονιά υψηλότερης δραστηριότητας στην αγορά ακινήτων. Ήταν
μια χρονιά κατά την οποία διευρύνθηκε αισθητά ολόκληρο το
επιχειρηματικό οικοσύστημα γύρω από την ακίνητη περιουσία,
από τη διαχείριση και την εκμετάλλευση ακινήτων έως τις
κατασκευές.
|
|
|
|
|
|