| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 02/02/26

 

                    

Καταθέσεις: Μερική ανάκτηση για τα νοικοκυριά, πλήρης αποκατάσταση ρευστότητας για τις επιχειρήσεις

Σημαντικό μέρος των απωλειών που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης έχουν καλύψει τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες καταθέτες, ιδίως από το 2019 και μετά, χωρίς ωστόσο να έχουν επιστρέψει στα επίπεδα αποταμίευσης του 2009. Αντίθετα, οι ελληνικές επιχειρήσεις, επωφελούμενες από τη μεγέθυνση της οικονομίας, έχουν ανακτήσει πλήρως τις απώλειες της κρίσης σε όρους ρευστότητας. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για την πορεία των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το 2009 –έτος κατά το οποίο καταγράφηκε το ιστορικό υψηλό των 237,5 δισ. ευρώ– έως το τέλος του 2025, όταν το συνολικό ύψος των καταθέσεων διαμορφώθηκε στα 213,2 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 21% ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΑ από τα επίπεδα καταθέσεων του 2009, ενώ οι επιχειρήσεις εμφανίζουν αύξηση της τραπεζικής τους ρευστότητας κατά 43,4% σε σχέση με εκείνη την περίοδο. Ειδικότερα, οι καταθέσεις των νοικοκυριών ανήλθαν στα 154,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 110 δισ. ευρώ το 2018, παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερα από τα 196,9 δισ. ευρώ του 2009. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις όχι μόνο υπερδιπλασίασαν τα διαθέσιμά τους σε σχέση με το 2018 –από 24,5 δισ. ευρώ σε 58,4 δισ. ευρώ– αλλά ξεπέρασαν κατά 43,4% και τα προ κρίσης επίπεδα.

 
 

                                

Καταθέσεις 2

 

Σε ετήσια βάση, από τα τέλη του 2024 έως τα τέλη του 2025, οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 5,1 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών ενισχύθηκαν κατά 4,5 δισ. ευρώ. Περίπου 2,5 δισ. ευρώ από αυτή την αύξηση των νοικοκυριών αποδίδονται στην καταβολή του δώρου Χριστουγέννων τον Δεκέμβριο. Από την πλευρά των επιχειρήσεων, η άνοδος άνω των 4 δισ. ευρώ τον ίδιο μήνα συνδέεται και με τις αυξημένες εκταμιεύσεις δανείων που πραγματοποιούνται στο τέλος κάθε τριμήνου, στο πλαίσιο της συμβασιοποίησης δανείων εντός του έτους και του κλεισίματος των τραπεζικών ισολογισμών.

 

Παράλληλα, πέραν της ενίσχυσης των καταθέσεων, ιδιώτες τοποθέτησαν το 2025 επιπλέον 5,1 δισ. ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια, με τις συνολικές εισροές της τελευταίας τριετίας να υπερβαίνουν τα 13 δισ. ευρώ. Η τάση αυτή προς εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές εξηγεί και τη μείωση των προθεσμιακών καταθέσεων των νοικοκυριών, οι οποίες υποχώρησαν στα 34,1 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, από 37,2 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.

 

Η αυξημένη καταθετική βάση στηρίζει σε μεγάλο βαθμό και την ενίσχυση των νέων χρηματοδοτήσεων, με επίκεντρο τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και τις χορηγήσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και της ΕΤΕπ. Ενδεικτικά, η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις –δηλαδή τα νέα δάνεια μετά τις αποπληρωμές– ξεπέρασε το 2025 τα 9 δισ. ευρώ, διατηρώντας τον ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης σε διψήφια επίπεδα, στο 10,7%. Ο συνολικός εταιρικός δανεισμός ανήλθε στα 91,7 δισ. ευρώ και αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω εντός του τρέχοντος έτους, ενόψει της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης και της ανάγκης συμβασιοποίησης των εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων έως τα τέλη Αυγούστου. Υπενθυμίζεται ότι οι διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών έχουν αναθεωρήσει ανοδικά τους στόχους πιστωτικής επέκτασης: η Eurobank προβλέπει καθαρή αύξηση άνω των 4 δισ. ευρώ, η Πειραιώς άνω των 3,5 δισ. ευρώ, ενώ η Εθνική Τράπεζα και η Alpha Bank άνω των 3 δισ. ευρώ η καθεμία.

 

Σημάδια σταδιακής ανάκαμψης εμφανίζει και η στεγαστική πίστη, η οποία το τελευταίο τρίμηνο του έτους εξήλθε από τη μακρά περίοδο αρνητικών ρυθμών. Τον Δεκέμβριο, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης στα στεγαστικά δάνεια διαμορφώθηκε στο 0,7%, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 7%. Παρά τη βελτίωση, τα υπόλοιπα των στεγαστικών δανείων υποχώρησαν οριακά σε ετήσια βάση, στα 25,6 δισ. ευρώ από 26,5 δισ. ευρώ, καθώς οι αποπληρωμές ξεπέρασαν τις νέες εκταμιεύσεις. Το 2025 οι νέες χορηγήσεις στεγαστικών δανείων ανήλθαν σε περίπου 2,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 850 εκατ. ευρώ αφορούσαν το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ». Χωρίς το πρόγραμμα, η αγορά κινήθηκε αυτόνομα με εκταμιεύσεις 1,75 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 31% σε σύγκριση με το 2024. Συνολικά, οι τράπεζες εκταμίευσαν περίπου 19.150 στεγαστικά δάνεια, έναντι 14.600 το προηγούμενο έτος, ενώ μέσω του «Σπίτι μου» εκταμιεύθηκαν επιπλέον 7.500 δάνεια. Τέλος, το υπόλοιπο των καταναλωτικών δανείων διαμορφώθηκε στα 8,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, με τις νέες εκταμιεύσεις της χρονιάς να φθάνουν τα 1,6 δισ. ευρώ.

 

                            

Φόρο-απαλλαγές

 

Σε ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που είδαμε κατά την προηγούμενη εβδομάδα. Κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση για τον μελλοντικό προσανατολισμό της φορολογικής πολιτικής θέτει το ΙΟΒΕ την εκτεταμένη χρήση φοροαπαλλαγών, επισημαίνοντας ότι το μέγεθος και το δημοσιονομικό τους αποτύπωμα έχουν πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας συμπληρωματικής πολιτικής παρέμβασης. Στην τριμηνιαία του έκθεση για την ελληνική οικονομία, το Ινστιτούτο αναδεικνύει την ανάγκη συνολικής επανεξέτασης των λεγόμενων φορολογικών δαπανών, καθώς η συνεχής διεύρυνσή τους επηρεάζει άμεσα τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και τη λειτουργικότητα του φορολογικού συστήματος.

 

Όπως τονίζεται, οι φοροαπαλλαγές μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο πολιτικής, είτε για την ενίσχυση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων είτε για την προώθηση επενδύσεων και ανάπτυξης. Ωστόσο, όταν εφαρμόζονται χωρίς σαφή στόχευση και χωρίς συστηματική αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους, ενδέχεται να διαβρώσουν τη φορολογική βάση, να δημιουργήσουν στρεβλώσεις και να υπονομεύσουν τον μακροχρόνιο δημοσιονομικό σχεδιασμό.

 

Η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή κλιμάκωση την τελευταία δεκαετία. Το συνολικό κόστος των φοροαπαλλαγών αυξήθηκε από περίπου 3 δισ. ευρώ το 2014 σε πάνω από 22 δισ. ευρώ το 2024. Η μοναδική προσωρινή κάμψη καταγράφηκε το 2020, λόγω των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας, ωστόσο από το 2021 και μετά η ανοδική πορεία επανήλθε δυναμικά. Το ΙΟΒΕ αποδίδει αυτή την εξέλιξη κυρίως σε παρεμβάσεις που αφορούν τη φορολογία ακινήτων και κεφαλαίου.

 

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η αύξηση των φορολογικών δαπανών εξελίσσεται ταχύτερα από την άνοδο των φορολογικών εσόδων. Ο λόγος των φοροαπαλλαγών προς τα συνολικά έσοδα έχει ενισχυθεί αισθητά και το 2024 διαμορφώθηκε σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η τάση αυτή περιορίζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και οδηγεί σε μεγαλύτερη συγκέντρωση του φορολογικού βάρους σε στενότερη ομάδα φορολογουμένων.

 

Σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των απαλλαγών, το μεγαλύτερο μέρος σχετίζεται με τη φορολογία κεφαλαίου, με κυρίαρχο ρόλο να διαδραματίζουν τα ακίνητα και οι μεταβιβάσεις. Ακολουθούν οι ελαφρύνσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων, κυρίως μέσω εξαιρέσεων σε κέρδη και μερίσματα, ενώ αξιοσημείωτο είναι και το μερίδιο που αφορά τη φορολογία φυσικών προσώπων.

 

Παράλληλα, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να υστερεί στην απόδοση εσόδων από τον ΦΠΑ σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, τόσο λόγω εκτεταμένων εξαιρέσεων όσο και λόγω αδυναμιών στη φορολογική συμμόρφωση. Υπό αυτό το πρίσμα, ο εξορθολογισμός των φοροαπαλλαγών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός απλούστευσης του συστήματος και ενίσχυσης της διαφάνειας.

 

Χωρίς να εισηγείται οριζόντιες περικοπές, το Ινστιτούτο θέτει στο τραπέζι την ανάγκη μιας συνολικής και δομημένης αξιολόγησης των υφιστάμενων απαλλαγών, με στόχο τη βελτίωση της στόχευσης, τη σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και τη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας σε βάθος χρόνου.

 
 

                              

Η Ευρώπη του σήμερα

 

Η Γαλλία καταγράφει τον υψηλότερο αριθμό αλλοδαπών που διαμένουν και εργάζονται νόμιμα στην επικράτειά της. Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα την Τρίτη η Γενική Διεύθυνση Αλλοδαπών (DGEF), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 οι ισχύουσες άδειες διαμονής ξεπέρασαν τα 4,5 εκατομμύρια, επιβεβαιώνοντας μια σταθερά ανοδική πορεία. Όπως σημειώνει στη «Les Echos» ο Ανγκεράν Αρμανέ, τα στοιχεία αυτά αναζωπύρωσαν τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση, την ώρα που οι γαλλικές επιχειρήσεις προειδοποιούν εδώ και χρόνια για χρόνιες ελλείψεις εργατικού δυναμικού.

 

Μία ημέρα μετά τη δημοσιοποίηση των δεδομένων, ο διευθύνων σύμβουλος της Δημόσιας Τράπεζας Επενδύσεων (Bpifrance), Νικολά Ντιφούρκ, μιλώντας στο France Inter, υπογράμμισε την εξάρτηση του γαλλικού επιχειρείν από τους ξένους εργαζομένους. «Η οικονομική μετανάστευση παραμένει απολύτως αναγκαία», τόνισε, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με έρευνες της Bpifrance, το 90% των στελεχών στη βιομηχανία δηλώνουν δυσκολία στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας.

 

Οι Γάλλοι επιχειρηματίες αποδίδουν την έλλειψη εργατικών χεριών κυρίως σε δύο παράγοντες: τη δυσμενή δημογραφική εξέλιξη της χώρας και την ιδιαίτερα «σφιχτή» αγορά εργασίας, ειδικά σε πολλούς κλάδους του δευτερογενούς τομέα. Υπενθυμίζεται ότι η Bpifrance αποτελεί δημόσιο χρηματοπιστωτικό φορέα, ο οποίος δημιουργήθηκε το 2005 μέσω της συγχώνευσης του Στρατηγικού Ταμείου Επενδύσεων με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

 

Η συζήτηση περί κινητικότητας των εργαζομένων – έννοια που είχε προβληθεί έντονα ως ζητούμενο για την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας από την πρώην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ – αφορά στην πράξη κυρίως τους πολίτες της ΕΕ. Η μελέτη της Bpifrance Le Lab εστιάζει στους οικονομικούς μετανάστες από τρίτες χώρες και στον ρόλο τους σε μικρομεσαίες και μεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις.

 

Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι αντιστοιχούν μόλις στο 6% του εργατικού δυναμικού αυτών των επιχειρήσεων – ποσοστό που φθάνει το 13% στις κατασκευές – τα τρία τέταρτα των διευθυντικών στελεχών θεωρούν ότι συμβάλλουν καθοριστικά στην κάλυψη θέσεων που δεν προσελκύουν τους ντόπιους εργαζομένους. Παράλληλα, ισόποσο ποσοστό εκτιμά ότι οι οικονομικοί μετανάστες παρουσιάζουν ελλείψεις δεξιοτήτων.

 

Παρότι οι περισσότεροι επιχειρηματικοί παράγοντες αναγνωρίζουν τη συμβολή των ξένων εργαζομένων στη λειτουργία και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, εμφανίζονται διχασμένοι ως προς τη μελλοντική μεταναστευτική πολιτική. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 32% τάσσεται υπέρ της αύξησης της εισροής εξειδικευμένων εργαζομένων, το 30% υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης, ενώ το 38% δηλώνει αναποφάσιστο ή αποφεύγει να απαντήσει. Μεταξύ όσων αντιτίθενται σε ένα πιο ανοιχτό πλαίσιο, ορισμένοι δηλώνουν ακόμη και απογοήτευση από αυτό το εργατικό δυναμικό. «Τα ταμπού παραμένουν ισχυρά στη γαλλική αγορά εργασίας», σχολιάζει ο Ντιφούρκ, παρατήρηση που συνδέεται και με την άνοδο της Ακροδεξιάς τόσο στη Γαλλία όσο και ευρύτερα στην Ευρώπη.

 

Παρά τις προκαταλήψεις, οι ειδικοί εκτιμούν ότι όσο επιδεινώνεται το δημογραφικό πρόβλημα στην Ευρώπη, ο ρόλος των οικονομικών μεταναστών θα καθίσταται ολοένα και πιο κρίσιμος για την αναπτυξιακή πορεία των οικονομιών και των επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει ο επικεφαλής της Bpifrance, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να σχεδιάσει τη βιομηχανική της ανάπτυξη χωρίς την ενίσχυση του εργατικού της δυναμικού από αλλοδαπούς εργαζομένους.

 

Ο Αρμανέ επισημαίνει ότι αυτή η πραγματικότητα αναγνωρίζεται και από κυβερνήσεις που ιδεολογικά δεν χαρακτηρίζονται προοδευτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία, παρά τον δεξιό πολιτικό της προσανατολισμό και τη στήριξη της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι, ανακοίνωσε τον Ιούνιο την εισδοχή περίπου 500.000 μη Ευρωπαίων εργαζομένων, εκ των οποίων πάνω από 260.000 εποχικοί για τη γεωργία και τον τουρισμό.

 

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός είχε εξηγήσει ότι στόχος είναι η διασφάλιση του αναγκαίου εργατικού δυναμικού για τη λειτουργία της οικονομίας και είχε παραδεχθεί ότι χωρίς την υποδοχή ξένων εργαζομένων αυτό δεν θα ήταν εφικτό. Αντίστοιχα, η Γερμανία – με πληθυσμό σχεδόν διπλάσιο από της Ιταλίας – εφαρμόζει εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια μια συντεταγμένη και επιλεκτική πολιτική εισδοχής περίπου 500.000 αλλοδαπών εργαζομένων ετησίως, ήδη από την εποχή των κυβερνήσεων Μέρκελ και Σόιμπλε.

 

                        

 

Ψηφιακή μετάβαση: Πρόοδος με ανισορροπίες κρατά την Ελλάδα πίσω από την Ευρώπη

 

Κοντά αλλά όχι ισότιμα με την Ευρώπη κινείται η Ελλάδα στο πεδίο της ψηφιακής μετάβασης, καθώς η συνολική της επίδοση αντιστοιχεί στο 84% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παρά τα σαφή βήματα προόδου των τελευταίων ετών, η εικόνα παραμένει ανομοιογενής, με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ υποδομών, δεξιοτήτων και υιοθέτησης σύγχρονων τεχνολογιών. Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από τη μελέτη του ΣΕΒ «Ελλάδα 2023: Μειώνοντας το Ψηφιακό Χάσμα, Χτίζοντας Ανταγωνιστικότητα».

 

Η έρευνα συνοδεύεται από δέσμη προτάσεων του Παρατηρητηρίου Ψηφιακού Μετασχηματισμού του ΣΕΒ, οι οποίες στοχεύουν στην ενίσχυση του εγχώριου τεχνολογικού οικοσυστήματος και στην επιτάχυνση της ψηφιακής ωρίμανσης της οικονομίας, με την τεχνολογία να αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό παραγωγικότητας και διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

 

Πρόοδος χωρίς ισορροπία

 

Κατά την παρουσίαση των ευρημάτων τονίστηκε ότι, αν και η Ελλάδα έχει βελτιώσει αισθητά τις επιδόσεις της, εξακολουθεί να εμφανίζει έντονες ασυμμετρίες. Οι ψηφιακές υποδομές και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση εξελίσσονται ταχύτερα από τις ψηφιακές δεξιότητες και τη διείσδυση τεχνολογιών αιχμής, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, στις επιχειρήσεις.

 

Την ίδια στιγμή, καταγράφονται τομείς στους οποίους η χώρα εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και την εκτεταμένη κάλυψη δικτύων πέμπτης γενιάς (5G).

 

Πού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα

 

Η αποτίμηση βασίζεται στους ποσοτικούς στόχους της ΕΕ για το 2030, στο πλαίσιο της στρατηγικής της «Ψηφιακής Δεκαετίας».

 

Δημόσιος τομέας:

 

Η Ελλάδα καταγράφει αξιόλογη πρόοδο στις ψηφιακές υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις, με δείκτες e-Government στο 79% και 77% αντίστοιχα. Πάνω από 2.200 υπηρεσίες παρέχονται πλέον ψηφιακά μέσω του gov.gr. Ωστόσο, η αξιοποίηση ανοικτών δεδομένων παραμένει περιορισμένη, με δείκτη ωριμότητας στο 61%. Στον τομέα της ψηφιακής υγείας έχει επιτευχθεί το 74% του στόχου, με προοπτική πλήρους σύγκλισης έως το 2030.

 

Υποδομές δικτύων:

 

Η κάλυψη 5G αγγίζει σχεδόν το σύνολο της επικράτειας, ωστόσο η ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών προχωρά με βραδύτερους ρυθμούς, καλύπτοντας μόλις το 46% των νοικοκυριών έως τα τέλη του 2024.

 

Επιχειρήσεις και τεχνολογίες αιχμής:

 

Παρά τη σταδιακή άνοδο, οι επενδύσεις σε προηγμένες ψηφιακές λύσεις παραμένουν χαμηλές. Η Ελλάδα έχει καλύψει μόλις το 12% του στόχου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, το 28% για το cloud και το 42% για την ανάλυση δεδομένων.

 

Ψηφιακές δεξιότητες:

 

Αν και η χώρα παράγει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό STEM (23,1 απόφοιτοι ανά 1.000 κατοίκους), η έλλειψη ειδικών ΤΠΕ είναι έντονη. Η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 25% του στόχου απασχόλησης εξειδικευμένων επαγγελματιών έως το 2030, γεγονός που δυσχεραίνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.

 

Κυβερνοασφάλεια:

 

Η ωριμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας παραμένει χαμηλή. Μόλις το 7% επικαιροποιεί τις πολιτικές ασφαλείας, το 34% εφαρμόζει πολλαπλά μέτρα προστασίας και λιγότερο από το ένα τρίτο επενδύει συστηματικά στην εκπαίδευση του προσωπικού.

 

Τομέας ΤΠΕ και οικονομία:

 

Η συμβολή του κλάδου ΤΠΕ στην οικονομία παραμένει περιορισμένη (3,3% της ΑΠΑ και 1,9% της απασχόλησης), ενώ η εξαγωγική του παρουσία σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας ανέρχεται μόλις στο 5,5%.

 

Έρευνα και καινοτομία:

 

Παρά τα παραπάνω, καταγράφεται θετική δυναμική στην Έρευνα & Ανάπτυξη, με ιδιωτικές δαπάνες άνω των 2 δισ. ευρώ (0,85% του ΑΕΠ) και ένα οικοσύστημα startups που ξεπερνά πλέον τις 90 ανά εκατομμύριο κατοίκων.

 

Οι παρεμβάσεις που προτείνει ο ΣΕΒ

 

Το Παρατηρητήριο Ψηφιακού Μετασχηματισμού υπογραμμίζει ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποσπασματικές δράσεις. Με δεδομένους τους περιορισμένους πόρους της χώρας, απαιτείται συνεργασία, συντονισμός και στρατηγική στόχευση, ώστε ο τομέας τεχνολογίας να φτάσει να συνεισφέρει έως και το 10% του ΑΕΠ.

 

Oι προτάσεις εστιάζουν σε τέσσερις άξονες:

 

δημιουργία ισχυρού εγχώριου τεχνολογικού κλάδου, με έμφαση στην ΤΝ και τη διασύνδεση έρευνας

και παραγωγής,

 

ενίσχυση ψηφιακών δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και κατάρτισης,

 

επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, κυρίως των ΜμΕ,

 

περαιτέρω εμβάθυνση της ψηφιοποίησης του Δημοσίου, με προτεραιότητα στη διαλειτουργικότητα, τα ανοικτά δεδομένα και την κυβερνοασφάλεια.

 

Η ευρωπαϊκή εικόνα

 

Σε επίπεδο ΕΕ, η πρόοδος παραμένει άνιση. Οι υποδομές και οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες εξελίσσονται ταχύτερα, όμως η υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής και η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων υστερούν, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την επίτευξη των στόχων του 2030.

 

Μήνυμα από την εκδήλωση του ΣΕΒ

 

Στη σχετική εκδήλωση, τονίστηκε ότι η Ευρώπη καλείται να περάσει από την απλή ψηφιακή πρόοδο στην ουσιαστική τεχνολογική κυριαρχία. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ρόλο του AI Factory Pharos για την Ελλάδα και στην ανάγκη συστηματικής ενίσχυσης του τεχνολογικού τομέα ως βασικής προϋπόθεσης βιώσιμης ανάπτυξης.

 
 
  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum