|
00:01 -
02/03/26 |
|
|
|
|
|
|
|

ΔΝΤ: Η Ελλάδα δεν υστερεί σε ταλέντα – Υστερεί σε
θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης
Νέα μελέτη του
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη ότι η Ελλάδα υπολείπεται σε
ανθρώπινο δυναμικό υψηλής κατάρτισης στους τομείς αιχμής.
Αντίθετα, τα ευρήματα δείχνουν ότι το βασικό πρόβλημα δεν
είναι η έλλειψη δεξιοτήτων σε νέες τεχνολογίες, πληροφορική
ή τεχνητή νοημοσύνη, αλλά η ανεπαρκής δημιουργία θέσεων
εργασίας που να αξιοποιούν αποτελεσματικά αυτό το ανθρώπινο
κεφάλαιο.
Στην έκθεση με τίτλο «Bridging
Skill Gaps for the Future: New Jobs Creation in the AI Age»,
το ΔΝΤ εξετάζει πώς μπορεί να καλυφθεί το χάσμα δεξιοτήτων
στην αγορά εργασίας, σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνητή
νοημοσύνη μετασχηματίζει ραγδαία την παραγωγή και την
απασχόληση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το 40% των θέσεων
εργασίας επηρεάζεται ήδη από εξελίξεις που σχετίζονται με
την AI. Μία στις δέκα αγγελίες σε ανεπτυγμένες οικονομίες –
και μία στις είκοσι σε αναπτυσσόμενες – απαιτεί δεξιότητες
που μέχρι πρόσφατα δεν υφίσταντο, αποτυπώνοντας το βάθος των
αλλαγών. Ακόμη και κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας δεν
μένουν ανεπηρέαστες, όπως καταδεικνύει το πρόσφατο κύμα
απολύσεων στον κλάδο.
Η ζήτηση για νέες δεξιότητες είναι
εντονότερη σε επαγγελματικές, τεχνικές και διοικητικές
ειδικότητες, με πάνω από το 50% να αφορά την Πληροφορική.
Παράλληλα, ενισχύεται η ανάγκη για εξειδικευμένες γνώσεις σε
συγκεκριμένους κλάδους: στην υγεία, για παράδειγμα,
αυξάνεται η σημασία της τηλεφροντίδας και της ψηφιακής
παρακολούθησης ασθενών, ενώ στο μάρκετινγκ η εξειδίκευση στα
μέσα κοινωνικής δικτύωσης γίνεται όλο και πιο κρίσιμη.
Η έρευνα επισημαίνει ότι η
ενίσχυση των δεξιοτήτων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός
τοπικής ανάπτυξης. Στις ΗΠΑ, περιοχές με μεγαλύτερη
υιοθέτηση νέων δεξιοτήτων κατέγραψαν αύξηση απασχόλησης 1,3%
για κάθε 1% άνοδο στο ποσοστό αγγελιών που απαιτούσαν
τέτοιες δεξιότητες. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή συνοδεύεται από
πόλωση: οι εργαζόμενοι υψηλής και χαμηλής εξειδίκευσης
βελτιώνουν τη θέση τους, ενώ οι θέσεις μεσαίου επιπέδου –
όπως πολλές διοικητικές εργασίες γραφείου – συρρικνώνονται.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Δείκτης Ανισορροπίας
Δεξιοτήτων
Στον Δείκτη Ανισορροπίας
Δεξιοτήτων που καταρτίζει το ΔΝΤ, η Ελλάδα κατατάσσεται στις
τελευταίες θέσεις, με αρνητική τιμή – γεγονός που σημαίνει
ότι η προσφορά ταλέντων υπερβαίνει τη ζήτηση. Με άλλα λόγια,
η χώρα διαθέτει επαρκές ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά
περιορισμένες ευκαιρίες απορρόφησής του. Παρόμοια εικόνα
παρουσιάζουν και χώρες όπως η Αυστραλία, η Ιρλανδία και η
Πολωνία, αν και με διαφορετικά οικονομικά χαρακτηριστικά.
Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με το
ΔΝΤ, αφορά τις πολιτικές επιλογές που πρέπει να γίνουν
σήμερα ώστε οι τεχνολογικές ανατροπές να μετατραπούν σε
αναπτυξιακή ευκαιρία. Η απάντηση δεν περιορίζεται στην
αύξηση της τεχνολογικής κατάρτισης. Πολλές εργασίες
πληροφορικής ενδέχεται να αυτοματοποιηθούν από την ίδια την
τεχνητή νοημοσύνη, γεγονός που καθιστά αναγκαία την
καλλιέργεια γνωστικών, δημιουργικών και σύνθετων δεξιοτήτων
που συμπληρώνουν – και δεν ανταγωνίζονται – την AI.
Στον Δείκτη Ετοιμότητας
Δεξιοτήτων, χώρες όπως η Φινλανδία, η Ιρλανδία και η Δανία
εμφανίζονται καλύτερα προετοιμασμένες για τη μετάβαση. Η
Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται ακόμη σε αυτή την κατηγορία,
γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων που θα
ενισχύσουν την καινοτομία, τη δημιουργία επιχειρήσεων
τεχνολογικής αιχμής και, τελικά, τη ζήτηση για το ταλέντο
που ήδη διαθέτει.
|
|
|
|
|
|
|
|

Παγκόσμια ανισότητα
Η παγκόσμια ανισότητα πλούτου
συνεχίζει να αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς: λιγότεροι
από 60.000 άνθρωποι κατέχουν τριπλάσιο πλούτο από ολόκληρο
το φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η
φορολόγηση των πλουσίων και των μεγάλων πολυεθνικών
εταιρειών θεωρείται κρίσιμο εργαλείο κοινωνικής συνοχής και
αναδιανομής.
Υποστήριξη στην Ελλάδα
Σύμφωνα με την έρευνα
Ευρωβαρόμετρο 2025, το 70% των Ελλήνων υποστηρίζει την
επιβολή ελάχιστου φόρου σε άτομα που ανήκουν στο ανώτερο
0,001% της κοινωνίας, με 20% να διαφωνεί και 10% να δηλώνει
«δεν ξέρω». Στην ίδια έρευνα, η Ελλάδα ηγείται στην ΕΕ ως
προς την υποστήριξη της φορολόγησης πολυεθνικών εταιρειών:
το 43% συμφωνεί απόλυτα και το 44% συμφωνεί εν μέρει ότι οι
πολυεθνικές θα πρέπει να πληρώνουν ένα ελάχιστο επίπεδο
φόρου όπου δραστηριοποιούνται. Μόλις το 8% διαφωνεί απόλυτα
και 3% δηλώνει αβεβαιότητα.
Ευρωπαϊκό πλαίσιο και παράγοντες
εμπιστοσύνης
Σε επίπεδο ΕΕ, κατά μέσο όρο το
65% των πολιτών υποστηρίζει φόρο πλούτου στους
πλουσιότερους, ενώ το 80% τάσσεται υπέρ ενός ελάχιστου φόρου
για πολυεθνικές. Η υποστήριξη είναι υψηλή στην Κεντρική και
Ανατολική Ευρώπη, αν και χαμηλότερη σε χώρες όπως Πολωνία
και Δανία.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, οι
στάσεις των πολιτών συνδέονται στενά με την εμπιστοσύνη στις
κυβερνήσεις και την αποτελεσματικότητα των φορολογικών
συστημάτων. Όπου τα κοινωνικά δίχτυα ασφάλειας είναι αδύναμα
και οι ανισότητες έντονες, οι πολίτες ζητούν ισχυρότερα
διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων υψηλότερων φόρων στους
πολύ πλούσιους.
Συμπέρασμα
Η έρευνα καταδεικνύει ότι η
ελληνική κοινωνία ζητά δίκαιη φορολόγηση τόσο των πλουσίων
όσο και των πολυεθνικών, ενισχύοντας την αναγκαιότητα μέτρων
κοινωνικής δικαιοσύνης και διασφάλισης της οικονομικής
σταθερότητας. Η υψηλή υποστήριξη στην Ελλάδα υπογραμμίζει
την ευαισθησία των πολιτών απέναντι στις ανισότητες και την
επιθυμία για πιο δίκαια οικονομικά συστήματα.
|
|
|
|
|
|
|
|

AI
και κοινωνία: Ποιος θα μοιράσει τον πλούτο σε μια οικονομία
χωρίς εργασία;
Σε ένα διαφορετικό τώρα, αλλά
πραγματικά πολύ ενδιαφέρον θέμα. Βρισκόμαστε μπροστά στη
μεγαλύτερη καμπή της ανθρώπινης ιστορίας; Για αιώνες, η
εργασία αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο της επιβίωσης και της
κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, όμως, η ραγδαία άνοδος της
Τεχνητής Νοημοσύνης επαναφέρει ένα ριζοσπαστικό ερώτημα: τι
συμβαίνει όταν η εργασία παύει να είναι αναγκαία;
Καθώς αλγόριθμοι αντικαθιστούν
επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης και ρομποτικά συστήματα
εκτοπίζουν χειρωνακτικές εργασίες, το ζήτημα δεν είναι μόνο
τεχνολογικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό: ποιος θα
ελέγχει την παραγωγή και – κυρίως – ποιος θα αποφασίζει πώς
θα διανεμηθεί ο παραγόμενος πλούτος;
Ο επικεφαλής της OpenAI, Sam
Altman, υποστηρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να δημιουργήσει
πρωτοφανή ευημερία. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό επιβεβαιωθεί, η
κατανομή αυτής της ευημερίας παραμένει ανοιχτό και πολιτικά
εκρηκτικό ζήτημα. Η συγκέντρωση ισχύος σε λίγους
τεχνολογικούς κολοσσούς και δισεκατομμυριούχους δημιουργεί
εύλογες ανησυχίες για το ποιος θα καθορίζει τις
προτεραιότητες: υγεία, εκπαίδευση, αγροτική παραγωγή ή
περαιτέρω τεχνολογική επέκταση;
Ο γενικός γραμματέας του United
Nations, António Guterres, έχει προειδοποιήσει ότι το μέλλον
της ΤΝ δεν μπορεί να καθοριστεί από μια χούφτα χωρών ή
δισεκατομμυριούχων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για θεσμικά
«αντίβαρα» που θα διασφαλίζουν ανθρώπινη εποπτεία και
ευθύνη.
Στον ακαδημαϊκό χώρο, ο Anton
Korinek και ο Lee Lockwood έχουν προτείνει εναλλακτικά
μοντέλα φορολόγησης σε ένα περιβάλλον όπου το εισόδημα από
εργασία συρρικνώνεται. Μεταξύ άλλων, συζητούνται φόροι
κατανάλωσης, φορολόγηση γης και δεδομένων ή επιβαρύνσεις στα
μονοπωλιακά κέρδη. Παράλληλα, ο Joseph Stiglitz έχει
επισημάνει ότι, σε μεταβατική φάση, οι δημόσιοι πόροι θα
μπορούσαν να κατευθύνονται σε τεχνολογίες που ενισχύουν –
και δεν αντικαθιστούν – την ανθρώπινη εργασία.
Σε διεθνές επίπεδο, η φορολογική
συμφωνία του OECD το 2021 επιχειρούσε να περιορίσει τη
φοροαποφυγή των πολυεθνικών τεχνολογίας, όπως η Amazon, η
Google και η Meta Platforms. Ωστόσο, οι πολιτικές ανατροπές
και οι αντιστάσεις συμφερόντων έχουν καταστήσει αβέβαιη την
εφαρμογή τέτοιων πρωτοβουλιών.
Πιο ριζοσπαστικές προτάσεις
περιλαμβάνουν ακόμη και τη σταδιακή απόκτηση δημόσιου
μεριδίου στις εταιρείες ΤΝ – είτε μέσω φορολόγησης σε
μετοχές είτε μέσω προκαταβολικής παραχώρησης μετοχικού
κεφαλαίου – ώστε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός διανομής
της τεχνολογικής «αφθονίας».
Το κεντρικό δίλημμα, ωστόσο,
παραμένει: αν οι μηχανές παράγουν το μεγαλύτερο μέρος του
πλούτου, πώς θα διασφαλιστεί ότι αυτός δεν θα συγκεντρωθεί
σε λίγα χέρια; Η ιστορία δείχνει ότι η τεχνολογική πρόοδος
δεν εγγυάται κοινωνική πρόοδο. Η επιβίωση ενός συστήματος
δεν συνεπάγεται τη δικαιοσύνη του.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η
ΤΝ μπορεί να παράγει πλούτο ικανό να θρέψει τον πλανήτη. Το
ερώτημα είναι ποιο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο θα
επιλέξουμε: ένα σύστημα συλλογικής διανομής ή μια νέα εποχή
συγκεντρωτικής ισχύος και ανισότητας.
Η τεχνολογία μπορεί να είναι ο
καταλύτης. Η τελική απόφαση, όμως, θα είναι βαθιά ανθρώπινη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Στεγαστική ασφυξία στην Ισπανία: Ανάμεσα σε
ευάλωτους δανειολήπτες, απελπισμένους ιδιοκτήτες και
κερδοσκοπικά κεφάλαια
Συνεχίζουμε
και κλείνουμε με κάτι διαφορετικό, με την σταεγαστική κρίση
να είναι ένα παγκόσμια πρόβλημα. Σε μια λαϊκή γειτονιά της
Μαδρίτη,
η 54χρονη Σόνια Μοράν, ταμίας σε σούπερ μάρκετ με καταγωγή
από το Εκουαδόρ, βιώνει στο πετσί της τη σκοτεινή όψη μιας
στεγαστικής κρίσης που έχει μετατραπεί σε μείζον κοινωνικό
και οικονομικό πρόβλημα για ολόκληρη την
Ισπανία.
Αν και στα χαρτιά παραμένει ιδιοκτήτρια του μικρού
διαμερίσματός της στην Ουσέρα, στην πράξη βρίσκεται
εγκλωβισμένη σε μια νομική «ενδιάμεση κατάσταση»: είχε
σταματήσει να εξυπηρετεί το στεγαστικό της δάνειο πριν από
χρόνια και από τότε ζει με την αβεβαιότητα.
Πρόσφατα, ενώ
ετοίμαζε φαγητό για την κόρη της, το κουδούνι χτύπησε. Ένας
άνδρας ντυμένος στα μαύρα της μίλησε απειλητικά,
προειδοποιώντας την ότι, αν δεν «συνεργαστεί», θα την
πιέζουν καθημερινά, φτάνοντας στο σημείο να της υπονοήσει
ότι μπορεί να βρεθεί εκτός σπιτιού χωρίς δυνατότητα
επιστροφής. Το περιστατικό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μέρος
μιας ευρύτερης εικόνας έντασης που εκτυλίσσεται σε πολλές
ισπανικές πόλεις.
Η στεγαστική
κρίση έχει οξυνθεί τα τελευταία χρόνια, με τα κυβερνητικά
μέτρα προστασίας να λειτουργούν ως δίκοπο μαχαίρι. Η
κυβέρνηση του
Πέδρο Σάντσες
επέκτεινε την αποκαλούμενη «κοινωνική ασπίδα», η οποία
απαγορεύει τις εξώσεις ευάλωτων νοικοκυριών. Ωστόσο, η
πολιτική αυτή έχει βαθύνει τη διαμάχη στην αγορά ακινήτων.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το πάγωμα των εξώσεων δεν
συνοδεύεται από ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αύξηση της
προσφοράς κατοικιών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται
αντικίνητρα πληρωμής και να ενθαρρύνονται φαινόμενα
κατάληψης.
Η
ιδιαιτερότητα της Ισπανίας έγκειται στο ιστορικό βάρος της
κρίσης του 2008. Τότε, το τραπεζικό σύστημα της χώρας
επιβαρύνθηκε με επισφαλή δάνεια που άγγιξαν τα 200 δισ.
ευρώ, οδηγώντας σε κατάρρευση της οικοδομικής
δραστηριότητας. Παράλληλα, τα επόμενα χρόνια η ισπανική
οικονομία εξελίχθηκε σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες
της Ευρωζώνης, ενώ η μετανάστευση ενίσχυσε σημαντικά τον
πληθυσμό. Η προσφορά κατοικιών, ωστόσο, δεν ακολούθησε τον
ίδιο ρυθμό.
Ο Γκρεγκόριο
Ισκέρδο, επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Σπουδών,
επισημαίνει ότι οι συνέπειες είναι άνισα κατανεμημένες:
νεαρά ζευγάρια και μετανάστες αναγκάζονται να διαθέτουν
δυσανάλογο ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση, ενώ οι
ιδιοκτήτες επωφελούνται από την άνοδο των τιμών. Το
αποτέλεσμα είναι η κατοικία να μετατρέπεται από βασικό
κοινωνικό δικαίωμα σε προνόμιο για λίγους.
Η ένταση
αποτυπώνεται και στην ίδια την αγορά. Η πλατφόρμα
Idealista
έχει δημιουργήσει ξεχωριστή κατηγορία για «κατειλημμένα
ακίνητα». Στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, περίπου 24.000
τέτοιες κατοικίες βρίσκονταν προς πώληση, αντιπροσωπεύοντας
το 3% του συνόλου. Οι τιμές τους είναι μειωμένες ακόμη και
κατά 40%, καθώς οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές δεν έχουν
δυνατότητα επίσκεψης ούτε πρόσβαση σε τραπεζική
χρηματοδότηση. Έτσι, η αγορά μετατρέπεται σε πεδίο για
επενδυτές με υψηλή ρευστότητα και αυξημένη αντοχή στον
κίνδυνο.
Στην άλλη
πλευρά βρίσκονται μικροϊδιοκτήτες όπως η Τζέμα Λόπεζ,
διοικητική υπάλληλος που κληρονόμησε το σπίτι των γονιών
της. Οι ενοικιαστές της διέκοψαν την καταβολή ενοικίου,
αφήνοντάς την εκτεθειμένη οικονομικά. Από τον Νοέμβριο του
2024 έχει κινήσει διαδικασίες έξωσης, όμως το ήδη
επιβαρυμένο δικαστικό σύστημα καθυστερεί τις εξελίξεις. Στο
μεταξύ, η ίδια πρέπει να καλύπτει τις δόσεις τόσο για το
μισθωμένο διαμέρισμα όσο και για τη δική της κατοικία. Όπως
επισημαίνει, δεν πρόκειται για μεγάλο επενδυτικό σχήμα, αλλά
για εργαζόμενους που κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε οικονομική
κατάρρευση.
Η απόγνωση
αυτή έχει ευνοήσει την ανάπτυξη εταιρειών όπως η
Desokupa,
που υπόσχονται ταχείες εξώσεις, κινούμενες συχνά στα όρια
της νομιμότητας. Παράλληλα, πολλά «κόκκινα» δάνεια έχουν
μεταβιβαστεί σε διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Το δάνειο της
Μοράν, μετά από διαδοχικές μεταπωλήσεις, βρίσκεται πλέον
στην Promontoria
Backgammon,
εταιρεία που συνδέεται με την
Cerberus
Capital
Management.
Αν και τα funds
δηλώνουν ότι εφαρμόζουν δίκαιες πρακτικές, οι πλειστηριασμοί
συνεχίζονται, ενώ τα συνολικά χρέη των δανειοληπτών συχνά
αυξάνονται λόγω τόκων και δικαστικών εξόδων.
Η κυβέρνηση
επιχειρεί να απαντήσει με ένα πρόγραμμα ύψους 10,5 δισ. ευρώ
για τη δημιουργία 15.000 κοινωνικών κατοικιών ετησίως.
Ωστόσο, το μέγεθος της παρέμβασης υπολείπεται σημαντικά των
αναγκών, σε μια αγορά όπου τα ενοίκια απορροφούν πλέον πάνω
από το μισό του κατώτατου μισθού. Στους δρόμους, η ένταση
μεταφράζεται σε κινητοποιήσεις, με ενώσεις ενοικιαστών να
σχηματίζουν ανθρώπινες αλυσίδες για να αποτρέψουν εξώσεις,
αποκαλύπτοντας ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα.
Η ισπανική
στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς ζήτημα προσφοράς και
ζήτησης. Είναι σύγκρουση δικαιωμάτων, ευθυνών και θεσμικών
ορίων. Και όσο δεν αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στην
κοινωνική προστασία και στη λειτουργία της αγοράς, το
αδιέξοδο θα βαθαίνει, με το κόστος να το επωμίζονται τόσο οι
πιο ευάλωτοι όσο και οι μικροϊδιοκτήτες που αισθάνονται
εγκαταλελειμμένοι από το κράτος.
|
|
|
|
|
|