|
00:01 -
02/09/26 |
|
|
|
|
|

Οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις μπορούν να δώσουν ώθηση στην
ανάπτυξη – Το στοίχημα των κεφαλαιαγορών
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης
αποταμιεύσεων, αλλά πρόβλημα διοχέτευσης των
αποταμιευτικών κεφαλαίων προς παραγωγικές επενδύσεις.
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα πρόσφατης ανάλυσης του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου, το οποίο θεωρεί ότι η μεταφορά ενός
μεγαλύτερου μέρους των χρημάτων που σήμερα παραμένουν σε
τραπεζικές καταθέσεις προς τις κεφαλαιαγορές θα μπορούσε να
ενισχύσει τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και τελικά την
ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, ο συνδυασμός
αποτελεσματικότερων πλαισίων αφερεγγυότητας και πολιτικών
που θα ενισχύσουν τη διοχέτευση αποταμιεύσεων από τις
καταθέσεις προς τις κεφαλαιαγορές θα μπορούσε να αυξήσει
κατά λίγο περισσότερο από 1% το επίπεδο του
ευρωπαϊκού ΑΕΠ έως το 2035 σε σχέση με ένα σενάριο
χωρίς τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Σε ορισμένες χώρες, το όφελος θα μπορούσε να
φτάσει ακόμη και το 3%. Πρόκειται για
μόνιμη αύξηση του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας
και όχι για ετήσια αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης κατά μία ή
τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
Η Ευρώπη έχει
αποταμιεύσεις, αλλά όχι αρκετές επενδύσεις
Το βασικό
πρόβλημα που εντοπίζει το ΔΝΤ είναι ότι σημαντικό μέρος του
πλούτου των ευρωπαϊκών νοικοκυριών παραμένει σε τραπεζικούς
λογαριασμούς, ενώ την ίδια στιγμή επιχειρήσεις, ιδιαίτερα
νεότερες και καινοτόμες, δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα
κεφάλαια που χρειάζονται για να αναπτυχθούν.
Οι καταθέσεις
παραμένουν ασφαλές και οικείο αποταμιευτικό προϊόν και
αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης των τραπεζών. Η Ευρώπη,
άλλωστε, εξακολουθεί να εξαρτάται πολύ περισσότερο από τον
τραπεζικό δανεισμό σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Το ζήτημα είναι ότι ένα μέρος των κεφαλαίων
θα μπορούσε να κατευθυνθεί απευθείας προς τις επιχειρήσεις
μέσω μετοχών, εταιρικών ομολόγων, επενδυτικών
κεφαλαίων και venture capital.
Αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν
σημαντικά περιουσιακά στοιχεία ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ως
εξασφαλίσεις για τραπεζικό δανεισμό και στηρίζονται
περισσότερο στην καινοτομία, την τεχνολογία και τις
μελλοντικές τους προοπτικές.
|
|
|
|
|
|
|
|

Το μεγάλο πρόβλημα της κατακερματισμένης αγοράς
Το ΔΝΤ επισημαίνει παράλληλα ότι οι
ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν
κατακερματισμένες.
Οι διαφορετικοί κανόνες μεταξύ των
κρατών-μελών, ιδιαίτερα σε θέματα αφερεγγυότητας,
αναδιάρθρωσης και εκκαθάρισης επιχειρήσεων, αυξάνουν το
κόστος και την αβεβαιότητα για τους επενδυτές.
Αυτό περιορίζει τις διασυνοριακές επενδύσεις
και εμποδίζει τα κεφάλαια να κατευθύνονται στις επιχειρήσεις
και στις χώρες όπου μπορούν να αξιοποιηθούν πιο παραγωγικά.
Η άρση αυτών των εμποδίων θα μπορούσε,
σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ταμείου, να αυξήσει
μακροπρόθεσμα το ευρωπαϊκό ΑΕΠ περίπου 3%
Τι σημαίνει για τις τράπεζες
Η στροφή προς τις κεφαλαιαγορές δεν σημαίνει
ότι οι καταθέσεις ή ο τραπεζικός δανεισμός θα χάσουν τον
ρόλο τους. Το ζητούμενο είναι ένα πιο ισορροπημένο
χρηματοπιστωτικό μοντέλο, όπου οι τράπεζες θα λειτουργούν
παράλληλα με βαθύτερες και πιο αποτελεσματικές κεφαλαιαγορές
Για τις τράπεζες, ωστόσο, η εξέλιξη
δημιουργεί μια διπλή πρόκληση.
Από τη μία πλευρά, η μετακίνηση χρημάτων από
τις καταθέσεις προς επενδυτικά προϊόντα μπορεί να αυξήσει
τον ανταγωνισμό για την προσέλκυση και διατήρηση καταθετών.
Από την άλλη, δημιουργείται μεγάλο πεδίο
ανάπτυξης για wealth management, αμοιβαία κεφάλαια,
ασφαλιστικά και επενδυτικά προϊόντα, αλλά και για υπηρεσίες
που συνδέονται με εκδόσεις μετοχών και ομολόγων.
Οι τράπεζες μπορούν έτσι να διατηρήσουν τον
ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στην αποταμίευση και την
επένδυση, όχι μόνο μέσω δανείων αλλά και μέσω μιας πολύ
ευρύτερης γκάμας χρηματοοικονομικών προϊόντων.
Παράλληλα, μια μεγαλύτερη συμμετοχή των
κεφαλαιαγορών στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων θα μπορούσε
να μειώσει τη συγκέντρωση του πιστωτικού κινδύνου στους
τραπεζικούς ισολογισμούς και να ενισχύσει τη συνολική
ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
|
|
|
|
|
|
|
|

Δεν αρκεί να πειστούν οι Ευρωπαίοι να αγοράσουν μετοχές
Η αλλαγή του ευρωπαϊκού αποταμιευτικού
μοντέλου δεν μπορεί να γίνει απλώς με φορολογικά ή άλλα
κίνητρα για την αγορά μετοχών.
Το ΔΝΤ θεωρεί απαραίτητη τη δημιουργία ενός
περιβάλλοντος στο οποίο τα νοικοκυριά θα έχουν πρόσβαση σε
απλά, διαφανή και κατάλληλα εποπτευόμενα επενδυτικά
προϊόντα, με χαμηλό κόστος και ισχυρή προστασία των
επενδυτών.
Παράλληλα, απαιτείται μεγαλύτερη
χρηματοοικονομική εκπαίδευση, ώστε οι αποταμιευτές να
κατανοούν τη σχέση μεταξύ απόδοσης και κινδύνου. Οι μετοχές
και τα επενδυτικά κεφάλαια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται
ως υποκατάστατα των καταθέσεων, καθώς η υψηλότερη δυνητική
απόδοση συνοδεύεται από κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου.
Το μεγάλο ευρωπαϊκό στοίχημα
Το μήνυμα του ΔΝΤ είναι τελικά αρκετά σαφές:
η Ευρώπη διαθέτει τη χρηματοδοτική δύναμη που χρειάζεται,
αλλά δεν την αξιοποιεί αποτελεσματικά.
Τα χρήματα υπάρχουν στις καταθέσεις των
νοικοκυριών. Αυτό που λείπει είναι ένας αποτελεσματικότερος
μηχανισμός που θα μετατρέπει μεγαλύτερο μέρος αυτής της
αποταμίευσης σε επενδύσεις, καινοτομία και παραγωγικότητα.
Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, η
άρση των διασυνοριακών εμποδίων και η σύγκλιση των κανόνων
αφερεγγυότητας μπορούν να δημιουργήσουν αυτόν τον μηχανισμό.
Και για την Ευρώπη, το όφελος δεν θα ήταν απλώς μια
μεγαλύτερη χρηματιστηριακή αγορά. Θα μπορούσε να σημαίνει
περισσότερη χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις, υψηλότερες
επενδύσεις και ένα μόνιμα υψηλότερο επίπεδο οικονομικής
δραστηριότητας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Δουλεύουμε περισσότερο, αλλά παράγουμε λιγότερα: Το μεγάλο
«παράδοξο» της ελληνικής παραγωγικότητας
Ένας εργαζόμενος σε λογιστικό γραφείο, ένας
υπάλληλος ξενοδοχείου και ένας εργαζόμενος στο χονδρικό
εμπόριο. Τρεις απολύτως συνηθισμένες θέσεις εργασίας, που
αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής
οικονομίας.
Αν εργάζονταν στην Ελλάδα, θα δούλευαν κατά
μέσο όρο περίπου 2.048 ώρες τον χρόνο. Αν όμως βρίσκονταν
στη Γερμανία, θα εργάζονταν περίπου 1.303 ώρες. Παρά τη
μεγάλη διαφορά στις ώρες εργασίας, το εντυπωσιακό στοιχείο
βρίσκεται αλλού: στην οικονομική αξία που δημιουργείται μέσα
σε κάθε ώρα.
Στην Ελλάδα, κάθε ώρα εργασίας αντιστοιχεί
σε περίπου 24,3 ευρώ ΑΕΠ. Στη Γερμανία το αντίστοιχο μέγεθος
φτάνει τα 72,91 ευρώ, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση
διαμορφώνεται στα 53,15 ευρώ.
Με άλλα λόγια, ο Έλληνας εργαζόμενος μπορεί
να βρίσκεται περισσότερες ώρες στη δουλειά, όμως η κάθε ώρα
του παράγει πολύ μικρότερη οικονομική αξία.
Σχεδόν 56 επιπλέον οκτάωρα
Η διαφορά στον χρόνο εργασίας είναι
ιδιαίτερα μεγάλη.
Στους συγκεκριμένους κλάδους, η ετήσια
απασχόληση στην Ελλάδα φτάνει τις 2.047,7 ώρες. Στη Γερμανία
περιορίζεται στις 1.302,7 ώρες, στην Ισπανία στις 1.703,8
και στη Γαλλία στις 1.561,9 ώρες. Ο μέσος όρος στην
Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στις 1.642,9 ώρες.
Έτσι, ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει περίπου
745 ώρες περισσότερες τον χρόνο από τον Γερμανό, δηλαδή
περισσότερες από 93 οκτάωρες ημέρες εργασίας.
Ωστόσο, η εικόνα αντιστρέφεται όταν η
σύγκριση γίνεται στην παραγωγικότητα.
Η μία ώρα εργασίας στην Ελλάδα παράγει
περίπου 24,3 ευρώ, έναντι 45,71 ευρώ στην Ισπανία, 65,9 ευρώ
στη Γαλλία και 72,91 ευρώ στη Γερμανία. Ο μέσος όρος της ΕΕ
ανέρχεται στα 53,15 ευρώ.
Το ελληνικό παραγωγικό κενό είναι επομένως
ιδιαίτερα μεγάλο, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι
συγκαταλέγονται σε εκείνους που εργάζονται τις περισσότερες
ώρες στην Ευρώπη.
Και οι μισθοί ακολουθούν την παραγωγικότητα
Η χαμηλότερη παραγωγικότητα αποτυπώνεται και
στις αμοιβές.
Στους συγκεκριμένους κλάδους, η μέση ωριαία
αμοιβή στην Ελλάδα υπολογίζεται σε περίπου 9,3 ευρώ. Στην
Ισπανία φτάνει τα 23,6 ευρώ, στη Γαλλία τα 33,7 ευρώ και στη
Γερμανία τα 36,1 ευρώ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται
στα 24,9 ευρώ.
Η σχέση δεν είναι τυχαία. Μια οικονομία που
δημιουργεί μικρότερη οικονομική αξία ανά ώρα εργασίας έχει
περιορισμένες δυνατότητες να προσφέρει υψηλότερες αμοιβές.
Η παραγωγικότητα, άλλωστε, δεν μετρά το πόσο
κοπιάζει ένας εργαζόμενος ούτε το πόσες ώρες παραμένει στη
δουλειά. Μετρά κυρίως πόση οικονομική αξία δημιουργείται σε
κάθε ώρα εργασίας.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο
συμπέρασμα από τα στοιχεία.
|
|
|
|
|
|
|

Το πρόβλημα δεν είναι οι ώρες εργασίας
Η συζήτηση για την ελληνική παραγωγικότητα
δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στο πόσο εργάζονται οι
Έλληνες. Το βασικό ζήτημα είναι με τι εργαλεία, σε τι
επιχειρήσεις και σε ποιο παραγωγικό περιβάλλον εργάζονται.
Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται με τη δομή
της ελληνικής οικονομίας και με παράγοντες όπως οι
περιορισμένες επενδύσεις, η μικρή κλίμακα των επιχειρήσεων,
η τεχνολογική υστέρηση, η οργάνωση της εργασίας, οι
δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και η πρόσβαση στη
χρηματοδότηση.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το λεγόμενο
επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της
πολυετούς οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα για μεγάλο διάστημα
επένδυσε λιγότερο από όσο χρειαζόταν σε παραγωγικό
εξοπλισμό, τεχνολογία, λογισμικό, έρευνα και ανάπτυξη.
Παρότι τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί
σημαντική πρόοδος, η απόσταση από τις πιο παραγωγικές
ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένει μεγάλη.
Το μειονέκτημα των μικρών επιχειρήσεων
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι το μέγεθος
των ελληνικών επιχειρήσεων.
Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε πολύ
μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Οι
επιχειρήσεις αυτές συχνά δεν διαθέτουν την ίδια δυνατότητα
με τις μεγαλύτερες να επενδύσουν σε αυτοματισμούς, σύγχρονο
εξοπλισμό, λογισμικό, τεχνητή νοημοσύνη ή εξειδικευμένο
ανθρώπινο δυναμικό.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος:
χαμηλές επενδύσεις οδηγούν σε χαμηλότερη παραγωγικότητα, η
χαμηλότερη παραγωγικότητα περιορίζει την κερδοφορία και τις
αμοιβές και οι περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησης
δυσκολεύουν νέες επενδύσεις
Η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει την εικόνα
Η τεχνολογία αποτελεί έναν από τους
σημαντικότερους παράγοντες που μπορούν να αλλάξουν αυτή την
εξίσωση.
Ένας εργαζόμενος που διαθέτει σύγχρονα
μηχανήματα, αυτοματισμούς, λογισμικό και εργαλεία τεχνητής
νοημοσύνης μπορεί να παράγει μέσα σε μία ώρα πολλαπλάσια
αξία από έναν εργαζόμενο που εκτελεί την ίδια εργασία με
χειροκίνητες ή παρωχημένες μεθόδους.
Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα στην
ψηφιοποίηση τα τελευταία χρόνια, όμως η τεχνολογική μετάβαση
των επιχειρήσεων δεν έχει ολοκληρωθεί.
Το ζητούμενο δεν είναι επομένως απλώς να
εργάζεται περισσότερες ώρες ο εργαζόμενος. Είναι να μπορεί
να παράγει περισσότερη αξία μέσα στην ίδια ώρα.
Η δομή της οικονομίας
Τέλος, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η
ίδια η σύνθεση της ελληνικής οικονομίας.
Ο τουρισμός, το εμπόριο, η εστίαση και άλλες
υπηρεσίες αποτελούν βασικούς πυλώνες της απασχόλησης και των
εξαγωγών. Ωστόσο, σε αρκετές από αυτές τις δραστηριότητες η
προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο είναι χαμηλότερη σε σχέση
με κλάδους υψηλότερης τεχνολογίας, βιομηχανίας ή προηγμένων
υπηρεσιών.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της
παραγωγικότητας δεν μπορεί να προέλθει μόνο από την
προσπάθεια του εργαζομένου. Απαιτείται αλλαγή στο ίδιο το
παραγωγικό μοντέλο.
Η Ελλάδα έχει ένα παράδοξο: πολλές ώρες
εργασίας, αλλά σχετικά λίγη αξία ανά ώρα.
Η λύση δεν βρίσκεται στο να δουλεύουμε ακόμη
περισσότερο. Βρίσκεται στο να επενδύσουμε περισσότερο, να
αξιοποιήσουμε καλύτερα την τεχνολογία, να μεγαλώσουμε τις
επιχειρήσεις, να ενισχύσουμε τις δεξιότητες και να
μετατοπίσουμε σταδιακά την οικονομία προς δραστηριότητες
υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Γιατί τελικά, το πραγματικό στοίχημα για την ελληνική
οικονομία δεν είναι πόσες ώρες θα δουλεύει ο Έλληνας
εργαζόμενος, αλλά πόσο περισσότερο θα μπορεί να παράγει μέσα
σε κάθε μία από αυτές.
|
|
|
|
|
|