| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 03/08/26

 

                             

Γιατί οι νέες συντάξεις παραμένουν χαμηλές – Τα αντικίνητρα του ασφαλιστικού συστήματος και η «παγίδα» των εισφορών

 

Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να παράγει χαμηλές συντάξεις, με τους νέους συνταξιούχους να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα όπου ακόμη και πολλά χρόνια ασφάλισης δεν εγγυώνται υψηλό εισόδημα μετά την αποχώρηση από την εργασία.

 

Οι αιτίες είναι πολλαπλές: ο τρόπος υπολογισμού που εισήγαγε ο νόμος Κατρούγκαλου, οι χαμηλοί μισθοί, οι περίοδοι ανεργίας, οι υψηλές κρατήσεις, αλλά και τα αντικίνητρα που δημιουργεί το ίδιο το σύστημα για μεγαλύτερες εισφορές και περισσότερα χρόνια ασφάλισης.

 

Τα τελευταία στοιχεία του συστήματος «Ήλιος» αποτυπώνουν το πρόβλημα. Τον Ιούνιο, η μέση δαπάνη για κύρια σύνταξη γήρατος διαμορφώθηκε στα 977,96 ευρώ μεικτά, ενώ η μέση σύνταξη λόγω θανάτου ανήλθε στα 632,84 ευρώ και οι αναπηρικές συντάξεις στα 644,67 ευρώ.

 

Ακόμη χαμηλότερα βρίσκονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, οι οποίοι λαμβάνουν μέσω ΟΠΕΚΑ μόλις 375,39 ευρώ.

 

Στο μεγαλύτερο ασφαλιστικό ταμείο, το πρώην ΙΚΑ, οι 1,77 εκατ. συνταξιούχοι λαμβάνουν κατά μέσο όρο σύνταξη 850,7 ευρώ, ενώ στους συνταξιούχους αγρότες του πρώην ΟΓΑ η μέση σύνταξη περιορίζεται στα 511,94 ευρώ.

 

Οι νέοι συνταξιούχοι λαμβάνουν ακόμη χαμηλότερα ποσά

 

Η εικόνα για όσους βγαίνουν σήμερα στη σύνταξη είναι ακόμη πιο προβληματική.

 

Τον Ιούνιο, η μέση δαπάνη για κάθε νέα σύνταξη του ΕΦΚΑ διαμορφώθηκε στα 774 ευρώ. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι νέοι συνταξιούχοι του Δημοσίου, όπου η μέση σύνταξη ανήλθε στα 1.308,39 ευρώ.

 

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ανησυχία, καθώς όσο περνούν τα χρόνια και αποχωρούν οι παλαιότερες γενιές συνταξιούχων, οι οποίες είχαν διαφορετικούς κανόνες υπολογισμού, οι νέες συντάξεις αναμένεται να κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα.

 

Η «παγίδα» των ποσοστών αναπλήρωσης

 

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σημερινού συστήματος είναι ότι η αύξηση των εισφορών δεν οδηγεί αναλογικά σε υψηλότερη σύνταξη.

 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα εργαζομένου με 40 χρόνια ασφάλισης.

 

Εάν ένας μισθωτός συνταξιοδοτηθεί με συντάξιμες αποδοχές περίπου 1.060 ευρώ, η μεικτή κύρια σύνταξή του διαμορφώνεται περίπου στα 977 ευρώ, ενώ μετά τις κρατήσεις υγείας και φόρου περιορίζεται στα 891 ευρώ.

 

Το ποσοστό αναπλήρωσης φτάνει περίπου το 92%.

 

Αντίθετα, ένας εργαζόμενος με τριπλάσιες αποδοχές, περίπου 3.176 ευρώ τον μήνα, ο οποίος έχει καταβάλει πολλαπλάσιες εισφορές, θα λάβει σύνταξη περίπου 2.035 ευρώ μεικτά ή 1.654 ευρώ καθαρά.

 

Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό αναπλήρωσης υποχωρεί στο 64%.

 

Συντάξιμες αποδοχές

Χρόνια ασφάλισης

Μεικτή σύνταξη

Καθαρή σύνταξη

Ποσοστό αναπλήρωσης

1.060 ευρώ

40 έτη

977 ευρώ

891 ευρώ

92%

3.176 ευρώ

40 έτη

2.035 ευρώ

1.654 ευρώ

64%

κριμένη σχέση δημιουργεί ένα ισχυρό αντικίνητρο για υψηλότερες εισφορές, καθώς ο ασφαλισμένος βλέπει ότι η πρόσθετη οικονομική του συμμετοχή δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση της μελλοντικής σύνταξης.

 

                                            

 

Γιατί οι εργαζόμενοι επιλέγουν τη χαμηλότερη ασφάλιση

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί εργαζόμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες οδηγούνται στην επιλογή της ελάχιστης δυνατής ασφαλιστικής επιβάρυνσης.

 

Στους ελεύθερους επαγγελματίες, περίπου το 90% επιλέγει τη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά από 40 χρόνια ασφάλισης, η σύνταξη δύσκολα ξεπερνά τα 860 ευρώ.

 

Το σύστημα, αντί να ενθαρρύνει τη μεγαλύτερη συμμετοχή, δημιουργεί την αίσθηση ότι η πρόσθετη εισφορά δεν αποδίδει επαρκώς.

 

Το πρόβλημα μετά τα 40 χρόνια ασφάλισης

 

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τα ποσοστά αναπλήρωσης μετά τη συμπλήρωση 40 ετών εργασίας.

 

Με τον νόμο Βρούτση, τα ποσοστά βελτιώθηκαν κυρίως για όσους βρίσκονται μεταξύ 36 και 40 ετών ασφάλισης, όμως μετά την 40ετία η αύξηση περιορίζεται σημαντικά.

 

Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Εργασίας Γιώργο Κουτρουμάνη, η κλίμακα αυτή λειτουργεί ως αντικίνητρο για όσους επιθυμούν να παραμείνουν περισσότερα χρόνια στην εργασία.

 

Η πρότασή του είναι το ποσοστό αναπλήρωσης μετά τη 40ετία να αυξηθεί στο 2% από 0,5% σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο, ένας εργαζόμενος που παραμένει επιπλέον πέντε χρόνια στην εργασία θα μπορούσε να αυξήσει τη σύνταξή του περίπου κατά 200 ευρώ.

 

Οι βασικοί λόγοι που κρατούν χαμηλά τις συντάξεις

 

Οι παράγοντες που επιβαρύνουν το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα είναι πολλοί:

 

1. Ο νόμος Κατρούγκαλου

 

Ο τρόπος υπολογισμού με βάση τον μέσο μισθό ολόκληρου του εργασιακού βίου μειώνει τις συντάξεις για όσους είχαν χαμηλές αποδοχές ή μεγάλα διαστήματα ανεργίας.

 

Καθώς το σύστημα ωριμάζει, εκτιμάται ότι εργαζόμενοι με 40 χρόνια ασφάλισης και χαμηλούς μισθούς θα δυσκολεύονται να ξεπεράσουν τα 750 ευρώ σύνταξη.

 

2. Χαμηλοί μισθοί

 

Οι συντάξεις στον ιδιωτικό τομέα εξαρτώνται άμεσα από τις αποδοχές. Όσο χαμηλότεροι είναι οι μισθοί, τόσο περιορισμένη είναι και η ανταποδοτική σύνταξη.

 

Η αύξηση των μισθών και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων θεωρούνται κρίσιμες για τη βελτίωση των μελλοντικών συντάξεων.

 

3. Περίοδοι ανεργίας

 

Η μακρά περίοδος ανεργίας της οικονομικής κρίσης άφησε σημαντικό αποτύπωμα, μειώνοντας τα χρόνια ασφάλισης και τις συνολικές συντάξιμες αποδοχές.

 

4. Προσωπική διαφορά

 

Παρά την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς για πολλούς συνταξιούχους, περίπου 670.000 άτομα εξακολουθούν να έχουν απώλειες, καθώς οι αυξήσεις υπολογίζονται μόνο στο βασικό ποσό της σύνταξης και όχι στο σύνολο μαζί με την προσωπική διαφορά.

 

5. Εισφορά αλληλεγγύης

 

Οι συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ επιβαρύνονται με κρατήσεις από 3% έως 14%, περιορίζοντας το τελικό εισόδημα των συνταξιούχων.

 

6. Ακρίβεια και πληθωρισμός

 

Οι αυξήσεις των συντάξεων συχνά υπολείπονται της αύξησης του κόστους ζωής, με αποτέλεσμα η πραγματική αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων να μειώνεται.

 

Το μεγάλο στοίχημα για το ασφαλιστικό

 

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των σημερινών συντάξεων, αλλά η δημιουργία ενός συστήματος που θα δίνει κίνητρα στους εργαζομένους να δηλώνουν υψηλότερες αποδοχές, να παραμένουν περισσότερο στην ασφάλιση και να επιλέγουν μεγαλύτερες εισφορές.

 

Χωρίς αλλαγές στα κίνητρα, η Ελλάδα κινδυνεύει να συνεχίσει να παράγει ένα ασφαλιστικό σύστημα όπου η «ελάχιστη δυνατή ασφάλιση» αποτελεί ορθολογική επιλογή για τους εργαζομένους, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί σε συντάξεις κοντά στα όρια της οικονομικής επιβίωσης.

 

                          

 

Ρεύμα: Οι Ευρωπαίοι επιλέγουν σταθερά τιμολόγια – Η μεγάλη ελληνική καθυστέρηση στους έξυπνους μετρητές

 

Πάνω από τους μισούς καταναλωτές στην Ευρώπη προτιμούν την ασφάλεια των σταθερών συμβολαίων, ενώ η Ελλάδα παραμένει πίσω στην ενεργειακή ευελιξία

 

Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών εξακολουθεί να επηρεάζει τις επιλογές των Ευρωπαίων καταναλωτών, οι οποίοι στρέφονται μαζικά σε σταθερά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να προστατευθούν από τις διακυμάνσεις των αγορών.

 

Σύμφωνα με το νέο παρατηρητήριο λιανικής ενέργειας του ACER, περίπου το 52% των οικιακών πελατών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Νορβηγία βρίσκεται σήμερα σε συμβόλαια σταθερής τιμής και διάρκειας. Αντίθετα, μόλις το 7% έχει επιλέξει δυναμικά τιμολόγια, στα οποία η χρέωση μεταβάλλεται ανάλογα με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς μέσα στην ημέρα.

 

Η προτίμηση στα σταθερά τιμολόγια δεν αποτελεί έκπληξη. Παρότι οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά έχουν υποχωρήσει σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης, οι τελικοί λογαριασμοί παραμένουν αισθητά υψηλότεροι από την περίοδο πριν από το 2021.

 

Το 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαμορφώθηκε περίπου στα 840 ευρώ για ηλεκτρική ενέργεια και στα 1.170 ευρώ για φυσικό αέριο, με τις τιμές του φυσικού αερίου να παραμένουν σχεδόν 70% υψηλότερες σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

 

Η Ελλάδα έχει χαμηλότερες τιμές, αλλά μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά

 

Σε απόλυτο επίπεδο τιμών, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις ακριβότερες αγορές της Ευρώπης.

 

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά διαμορφώθηκε στα 22,9 ευρώ ανά 100 kWh, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 28,79 ευρώ.

 

Σημαντικά υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν σε χώρες όπως:

 

Χώρα

Τιμή ηλεκτρικής ενέργειας (€/100 kWh)

Γερμανία

38,4

Βέλγιο

35,7

Δανία

34,9

Μέσος όρος ΕΕ

28,79

Ελλάδα

22,9

 

Οι διαφορές δεν οφείλονται μόνο στο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στη φορολογία, στις χρεώσεις δικτύων και στα διαφορετικά συστήματα επιδοτήσεων κάθε χώρας.

 

Στην Ελλάδα, από τη συνολική τελική τιμή περίπου 25,3 λεπτών ανά kWh:

 

16,8 λεπτά αφορούν την ενέργεια και την προμήθεια,

 

4 λεπτά τις χρεώσεις δικτύου,

 

4,6 λεπτά φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις.

 

Ωστόσο, η χαμηλότερη ονομαστική τιμή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνότερη για το ελληνικό νοικοκυριό.

 

Το πραγματικό κόστος εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση, την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών και το είδος της σύμβασης.

 

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ηλεκτρικής ενέργειας για ένα ελληνικό νοικοκυριό εκτιμάται το 2025 περίπου στα 746 ευρώ, έναντι περίπου 710 ευρώ το 2024.

 

Η μεγάλη αδυναμία της Ελλάδας: οι έξυπνοι μετρητές

 

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ελληνικής αγοράς εντοπίζεται στις υποδομές και ειδικότερα στην περιορισμένη εγκατάσταση έξυπνων μετρητών.

 

Σύμφωνα με τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία του ACER που έχουν ενσωματωθεί σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μόλις το 12% των ελληνικών νοικοκυριών διέθετε έξυπνο μετρητή.

 

                         

 

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες:

 

Χώρα

Διείσδυση έξυπνων μετρητών

Ιταλία

100%

Σουηδία

100%

Ισπανία

99%

Πορτογαλία

99%

Φινλανδία

99%

Γαλλία

94%

Ολλανδία

90%

Ελλάδα

12%

 

Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος έχει πλέον ανέλθει στο 66%, δημιουργώντας μια αγορά δύο ταχυτήτων.

 

Η Ελλάδα και η Κύπρος συγκαταλέγονται στις χώρες όπου η ανάπτυξη των έξυπνων μετρητών έχει καθυστερήσει σημαντικά, περιορίζοντας τη δυνατότητα των καταναλωτών να αξιοποιήσουν πιο σύγχρονα προϊόντα τιμολόγησης.

 

Τα δυναμικά τιμολόγια κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη

 

Οι διαφορές στις υποδομές αντικατοπτρίζονται και στη χρήση δυναμικών συμβολαίων.

 

Στην Ισπανία, περίπου το 31% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί δυναμικό τιμολόγιο, στη Φινλανδία το ποσοστό ανέρχεται στο 27%, στη Σουηδία στο 17% και στη Λετονία στο 16%.

 

Στην Ελλάδα το ποσοστό ήταν πρακτικά μηδενικό στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, καθώς η αγορά των πορτοκαλί τιμολογίων βρισκόταν ακόμη σε αρχικό στάδιο.

 

Η ύπαρξη έξυπνων μετρητών αποτελεί βασική προϋπόθεση, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζονται επίσης ανταγωνιστικές προσφορές από τους προμηθευτές, ενημέρωση των καταναλωτών και πραγματικό οικονομικό κίνητρο.

 

Τα πορτοκαλί τιμολόγια στην Ελλάδα άρχισαν να προσφέρονται αρχικά σε μεγάλους πελάτες από τον Φεβρουάριο του 2026 και στη συνέχεια σε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις από τον Απρίλιο.

 

Η λογική τους είναι απλή: ο καταναλωτής μεταφέρει την κατανάλωση στις ώρες όπου η ενέργεια είναι φθηνότερη, κυρίως το μεσημέρι, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο.

 

Το μειονέκτημα είναι ότι όσοι δεν μπορούν να προσαρμόσουν τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών παραμένουν εκτεθειμένοι στις ακριβότερες ώρες αιχμής.

 

Η επόμενη μάχη αφορά τη σύζευξη των ευρωπαϊκών αγορών

 

Παράλληλα με την αλλαγή των τιμολογίων, ο ACER εξετάζει παρεμβάσεις στη λειτουργία της ευρωπαϊκής χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

 

Οι αλλαγές αφορούν τους αλγορίθμους της αγοράς επόμενης ημέρας, της ενδοημερήσιας αγοράς και των δημοπρασιών, με στόχο την καλύτερη αξιοποίηση των διασυνδέσεων.

 

Η εφαρμογή της μεθόδου flow-based αναμένεται να επιτρέψει τη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων φθηνότερης ηλεκτρικής ενέργειας από τις χώρες με πλεόνασμα προς τις αγορές με υψηλότερες τιμές.

 

Για την Ελλάδα η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Νοτιοανατολική Ευρώπη εμφανίζει συχνότερα μεγάλες αποκλίσεις τιμών λόγω περιορισμένων διασυνδέσεων, μικρότερης αποθηκευτικής ικανότητας και μεγαλύτερης εξάρτησης από θερμικές μονάδες.

 

Η καλύτερη διασύνδεση δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε φθηνότερους λογαριασμούς, μπορεί όμως να περιορίσει τις ακραίες διακυμάνσεις και να επιτρέψει στην Ελλάδα να αξιοποιεί καλύτερα τη φθηνότερη διαθέσιμη ενέργεια.

 

Η Ελλάδα μόλις ξεκινά τη μετάβαση

 

Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται πλέον προς ένα μοντέλο όπου οι καταναλωτές θα μπορούν να ανταποκρίνονται άμεσα στις μεταβολές των τιμών.

 

Χώρες όπως η Ισπανία, η Φινλανδία και η Σουηδία διαθέτουν ήδη τις υποδομές που επιτρέπουν αυτή τη μετάβαση.

 

Η Ελλάδα, αντίθετα, βρίσκεται ακόμη στο στάδιο δημιουργίας των βασικών προϋποθέσεων.

 

Μέχρι να επιταχυνθεί η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, τα δυναμικά ή πορτοκαλί τιμολόγια θα παραμένουν περισσότερο μια περιορισμένη επιλογή και λιγότερο ένα μαζικό εργαλείο εξοικονόμησης για τα ελληνικά νοικοκυριά.

    

                                   

 

Η Gen Z ανακαλύπτει τις επενδύσεις, αλλά αφήνει πίσω τη σύνταξη

 

Κρυπτονομίσματα, μετοχές και χρυσός κερδίζουν έδαφος στους νεότερους επενδυτές, όμως η απομάκρυνση από τα συνταξιοδοτικά προγράμματα μπορεί να έχει υψηλό κόστος σε βάθος χρόνου

 

Η νέα γενιά επενδυτών εισέρχεται δυναμικά στις αγορές, επιλέγοντας όμως διαφορετική στρατηγική από τις προηγούμενες γενιές. Οι επενδυτές της Gen Z στρέφονται ολοένα περισσότερο σε κρυπτονομίσματα, μετοχές και χρυσό, αναζητώντας άμεσο έλεγχο και υψηλότερες αποδόσεις, ενώ παράλληλα απομακρύνονται από τα παραδοσιακά συνταξιοδοτικά προγράμματα.

 

Η τάση αυτή δημιουργεί έναν νέο επενδυτικό χάρτη, όπου η ευκολία πρόσβασης μέσω εφαρμογών και ψηφιακών πλατφορμών ενισχύει τη συμμετοχή των νέων στις αγορές, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο υπερβολικής έκθεσης σε πιο ριψοκίνδυνα assets.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Vanguard, σχεδόν 780.000 επενδυτές της Gen Z εισήλθαν στις αγορές τα τελευταία δύο χρόνια. Το 37% αυτών ξεκίνησε να επενδύει μέσα σε αυτό το διάστημα, έναντι μόλις 11% στο σύνολο των επενδυτών.

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι περίπου ένας στους τρεις νέους επενδυτές επέλεξε τα κρυπτονομίσματα ως πρώτη επενδυτική τοποθέτηση.

 

Η άνοδος των crypto και η υποχώρηση της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης

 

Τα στοιχεία της GWI, τα οποία δημοσιεύει η βρετανική Independent, καταγράφουν σημαντική αλλαγή στις επενδυτικές συνήθειες της Gen Z.

 

Τα τελευταία έξι χρόνια:

 

Επενδυτική επιλογή

Μεταβολή κατοχής από Gen Z

Χρυσός

+50%

Μετοχές

+45%

Κρυπτονομίσματα

+43%

Συνταξιοδοτικά προγράμματα

-10%

 

Η εικόνα δείχνει ότι οι νεότεροι επενδυτές προτιμούν στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να παρακολουθούν καθημερινά και να διαχειρίζονται άμεσα, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τα συνταξιοδοτικά προϊόντα που λειτουργούν με ορίζοντα δεκαετιών.

 

Ωστόσο, αυτή η επιλογή μπορεί να στερήσει από πολλούς σημαντικά οφέλη που προκύπτουν από τη δύναμη του ανατοκισμού και τη μακροχρόνια συστηματική αποταμίευση.

 

Γιατί οι νέοι προτιμούν τις πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις

 

Η άνοδος των επενδυτικών εφαρμογών και η επιρροή των κοινωνικών δικτύων έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι έρχονται σε επαφή με τις αγορές.

 

Πλατφόρμες συναλλαγών και οικονομικό περιεχόμενο στα social media κάνουν την επένδυση πιο εύκολη από ποτέ, δημιουργώντας όμως συχνά την προσδοκία γρήγορων κερδών.

 

Η Sarah Coles της AJ Bell επισημαίνει ότι το φαινόμενο FOMO (Fear Of Missing Out), δηλαδή ο φόβος ότι κάποιος θα χάσει μια μεγάλη ευκαιρία, οδηγεί αρκετούς επενδυτές σε βιαστικές αποφάσεις.

 

Πολλοί νέοι αγοράζουν assets μετά από μεγάλες ανόδους και πωλούν σε περιόδους έντονης μεταβλητότητας, ακολουθώντας περισσότερο το συναίσθημα παρά μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.

 

Παράλληλα, η επένδυση σε μεμονωμένες μετοχές ή σε κρυπτονομίσματα εμπεριέχει σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο.

 

Το κόστος της καθυστέρησης στη σύνταξη

 

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ότι πολλοί νέοι εργαζόμενοι δεν αντιλαμβάνονται πως τα συνταξιοδοτικά προγράμματα αποτελούν επίσης επενδυτικά εργαλεία.

 

Έρευνα της Hargreaves Lansdown δείχνει ότι μόλις το 47% των εργαζομένων γνωρίζει ότι η σύνταξή του αποτελεί επένδυση, παρά το γεγονός ότι πολλά επαγγελματικά προγράμματα προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως εργοδοτικές εισφορές και φορολογικά κίνητρα.

 

Η δύναμη του χρόνου είναι καθοριστική.

 

Σύμφωνα με την AJ Bell, μια αποταμίευση 100 λιρών τον μήνα από την ηλικία των 25 έως τα 68 έτη μπορεί να δημιουργήσει κεφάλαιο περίπου 238.500 λιρών.

 

Αν η έναρξη καθυστερήσει πέντε χρόνια, το ποσό μειώνεται στις 173.000 λίρες, ενώ αν καθυστερήσει δέκα χρόνια περιορίζεται περίπου στις 124.000 λίρες.

 

Η διαφορά αυτή αποτυπώνει τον ρόλο του ανατοκισμού: όσο νωρίτερα ξεκινά κάποιος, τόσο περισσότερος χρόνος υπάρχει ώστε οι αποδόσεις να δημιουργήσουν νέες αποδόσεις.

 

Η ισορροπία ανάμεσα στην ευκαιρία και τον κίνδυνο

 

Οι αναλυτές δεν υποστηρίζουν ότι οι νέοι επενδυτές πρέπει να αποφεύγουν τα κρυπτονομίσματα ή τις πιο δυναμικές επενδύσεις.

 

Αντίθετα, επισημαίνουν ότι τέτοιες τοποθετήσεις μπορούν να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου χαρτοφυλακίου, αλλά όχι να αντικαθιστούν τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση.

 

Η νέα γενιά έχει πλέον μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές από οποιαδήποτε προηγούμενη. Το στοίχημα είναι να μετατρέψει αυτή την πρόσβαση σε πραγματική οικονομική ασφάλεια και όχι σε κυνήγι πρόσκαιρων αποδόσεων.

 

Η επενδυτική επανάσταση της Gen Z βρίσκεται μόλις στην αρχή. Το αν θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο πλούτο ή σε μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι νέοι επενδυτές θα συνδυάσουν την τεχνολογία και την ευελιξία με τις διαχρονικές αρχές της διαφοροποίησης και της υπομονής.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum