|
00:01 -
04/05/26 |
|
|
|
|
|

Ακρίβεια και κοινωνικές ανισότητες: πιέσεις στα
ευρωπαϊκά νοικοκυριά – στην κορυφή της ΕΕ η Ελλάδα στον
κίνδυνο φτώχειας
Ολοένα και
περισσότερο πιέζονται τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με φόντο τον
πόλεμο στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Strait of
Hormuz, που τροφοδοτούν νέο κύμα ανατιμήσεων, ξεκινώντας από
τα καύσιμα. Στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στο 4,6%
τον Απρίλιο, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3%, σύμφωνα
με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
Την ίδια στιγμή, ο
«αντιληπτός πληθωρισμός» για τους Έλληνες καταναλωτές έφτασε
το 10,1% στο προηγούμενο δωδεκάμηνο, έναντι 3,5% στην
Ευρωζώνη, σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Πρόκειται για τον πληθωρισμό που βιώνεται στην
καθημερινότητα των νοικοκυριών, μέσα από τις πραγματικές
αγορές και τις τιμές βασικών αγαθών, και όχι μέσα από ένα
στατιστικό «καλάθι».
Ελλάδα: υψηλός
κίνδυνος φτώχειας και χαμηλή αγοραστική δύναμη
Τα στοιχεία της
Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν έντονη κοινωνική πίεση στην
Ελλάδα, καθώς πάνω από ένας στους τέσσερις πολίτες (27,5%)
βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού,
τοποθετώντας τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω από τη Bulgaria (29%).
Πιο ευάλωτες
ομάδες είναι οι γυναίκες, οι νέοι, τα άτομα με χαμηλό
μορφωτικό επίπεδο και οι άνεργοι.
Παράλληλα, η
Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα επίπεδα αγοραστικής
δύναμης στην ΕΕ: ο μέσος πολίτης μπορεί να αγοράσει μόλις το
68% των αγαθών σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πίεση στο εισόδημα και «διάβρωση» μισθών
Η εικόνα δείχνει
μια οικονομία που εξακολουθεί να υστερεί σε όρους
πραγματικού εισοδήματος. Η ακρίβεια, η φορολογική επιβάρυνση
και η στεγαστική κρίση περιορίζουν σημαντικά το διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών.
Ενδεικτικά:
Οι τιμές τροφίμων
έχουν αυξηθεί κατά 31,3% τα τελευταία χρόνια
Τα ενοίκια
κατέγραψαν άνοδο περίπου 10% μόνο μέσα στο προηγούμενο έτος
Τα οφέλη από τις
αυξήσεις του κατώτατου μισθού έχουν σε μεγάλο βαθμό
απορροφηθεί από τον πληθωρισμό
Ευρώπη: 92,7
εκατομμύρια σε κίνδυνο φτώχειας
Στην Ευρωπαϊκή
Ένωση, 92,7 εκατομμύρια πολίτες (20,9% του πληθυσμού)
βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Αν
και καταγράφεται οριακή βελτίωση σε σχέση με το 2024, οι
διαφορές μεταξύ των χωρών παραμένουν έντονες.
Στην κορυφή
βρίσκονται η Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Romania, ενώ
χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν χώρες όπως η Netherlands, η
Slovenia και η Czech Republic.
Δημογραφικές και
κοινωνικές ανισότητες
Η ανάλυση της
Eurostat δείχνει ότι:
Οι γυναίκες
εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας από τους άνδρες (21,9%
έναντι 19,8%)
Οι νέοι 18–24 ετών
είναι πιο ευάλωτοι (26,3%)
Οι άνεργοι
αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο (66,3%)
Το μορφωτικό
επίπεδο παίζει καθοριστικό ρόλο, με τους χαμηλά
εκπαιδευμένους να έχουν υπερτριπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με
τους πτυχιούχους
Συμπέρασμα
Τα στοιχεία
σκιαγραφούν μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων και μια Ελλάδα που
παραμένει στις πιο ευάλωτες θέσεις, τόσο σε επίπεδο
εισοδήματος όσο και κοινωνικής συνοχής. Η επίμονη ακρίβεια,
σε συνδυασμό με τις εξωτερικές γεωπολιτικές πιέσεις,
διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τα
νοικοκυριά, με το πρόβλημα να μεταφέρεται όλο και πιο έντονα
στην πραγματική οικονομία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους
στην Ευρωζώνη μέσα σε πέντε χρόνια
Για να μην στεκόμαστε όμως μόνο στις αρνητικές ειδήσεις. Τη
θεαματική μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά την
τελευταία πενταετία αναλύει το τμήμα
Economic
Research
της Alpha
Bank στο νέο
Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται
για τη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους
προς ΑΕΠ μεταξύ των χωρών της Eurozone.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, πολλές οικονομίες της
Eurozone
κατέγραψαν την υψηλότερη επιβάρυνση χρέους κατά την περίοδο
της πανδημίας, εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης και των
εκτεταμένων δημοσιονομικών παρεμβάσεων στήριξης.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ
κορυφώθηκε στο 209,4% το 2020. Έκτοτε ακολούθησε σταθερή
καθοδική πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% το 2025. Η μείωση
άνω των 63 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε μόλις πέντε χρόνια
αποτελεί τη μεγαλύτερη επίδοση που έχει σημειωθεί στην
Eurozone.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η αποκλιμάκωση αυτή
συνοδεύτηκε και από περιορισμό του ίδιου του ονομαστικού
χρέους τα τελευταία δύο χρόνια. Σύμφωνα με την ανάλυση της
Alpha
Bank, η
Ελλάδα, μαζί με την Ireland
και την Cyprus,
ήταν οι μοναδικές χώρες της Eurozone
που μείωσαν το δημόσιο χρέος τους κατά τη διετία 2024-2025,
την ώρα που σε οικονομίες όπως η France,
η Italy
και η Spain
το χρέος αυξήθηκε σημαντικά.
Η έκθεση εκτιμά ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί και τα
επόμενα χρόνια, χάρη στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τη
διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και τις πρόωρες
αποπληρωμές μέρους του δημόσιου χρέους. Με βάση τις
προβλέψεις του Ministry
of
National Economy
and
Finance of
Greece,
ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στο 136,8% το
2026 και περαιτέρω στο 130,3% το 2027, ενώ το πρωτογενές
πλεόνασμα εκτιμάται στο 3,2% του ΑΕΠ και για τα δύο έτη.
Εφόσον διατηρηθεί η υφιστάμενη δυναμική, η Ελλάδα ενδέχεται
μέσα στην επόμενη διετία να εμφανίσει χαμηλότερο λόγο χρέους
προς ΑΕΠ ακόμη και από την
Italy,
εξέλιξη που θα σηματοδοτούσε το τέλος μιας περιόδου περίπου
δύο δεκαετιών κατά την οποία η χώρα διατηρούσε το υψηλότερο
δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Eurozone.
Η Alpha
Bank
υπογραμμίζει ότι οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις
ενισχύουν την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και
ταυτόχρονα δημιουργούν περιθώρια για στοχευμένες παρεμβάσεις
εντός των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων,
προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις από τις
γεωπολιτικές αναταράξεις και το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Σημειώνεται ότι μόνο το 2025 ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ στην
Ελλάδα μειώθηκε κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το
2024, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των
κρατών-μελών της Eurozone.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν τόσο η αύξηση του ονομαστικού
ΑΕΠ όσο και η μείωση του απόλυτου ύψους του χρέους.
Η ανάπτυξη της
ελληνικής οικονομίας κατά 2,1% σε πραγματικούς όρους και οι
επίμονες πληθωριστικές πιέσεις οδήγησαν σε αύξηση του
ονομαστικού ΑΕΠ κατά 4,9% το 2025. Παράλληλα, η πρόωρη
αποπληρωμή δανείων ύψους 5,3 δισ. ευρώ από το πρώτο
πρόγραμμα στήριξης του 2010 συνέβαλε στη μείωση του χρέους.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα κατέγραψε για τρίτη συνεχόμενη
χρονιά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο ανήλθε στο 4,9%
του ΑΕΠ ή περίπου 12,1 δισ. ευρώ, σε αντίθεση με τα
πρωτογενή ελλείμματα που εξακολουθούν να εμφανίζουν οι
περισσότερες χώρες της
Eurozone.
Σύμφωνα με την
ανάλυση, η βελτίωση αυτή συνδέεται τόσο με την ενίσχυση της
οικονομικής δραστηριότητας —μέσω της αύξησης της
απασχόλησης, των μισθών και των επενδύσεων— όσο και με
διαρθρωτικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της
φοροδιαφυγής, ιδιαίτερα μέσω της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών
συναλλαγών.
Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων δημιουργεί επίσης τις
προϋποθέσεις για νέα μέτρα στήριξης. Στο πλαίσιο αυτό, η
κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα νέο πακέτο παρεμβάσεων ύψους
500 εκατ. ευρώ για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σε συνέχεια
μέτρων ύψους 300 εκατ. ευρώ που είχαν προηγηθεί τον Μάρτιο,
με στόχο την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την ενεργειακή
κρίση και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη
Middle
East.
Στα μέτρα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιδοτήσεις
καυσίμων μέσω Fuel
Pass,
ενίσχυση για το πετρέλαιο κίνησης, επιδότηση λιπασμάτων,
διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων για συνταξιούχους και
ευάλωτες ομάδες, ενίσχυση για οικογένειες με παιδιά και
διευρυμένη επιστροφή ενοικίου.


|
|
|
|
|
|
|
|

Ελλάδα και ξένες επενδύσεις: Ισχυρή άνοδος των
εισροών το 2025, αλλά με αυξημένες διεθνείς αβεβαιότητες
Ανοδική, αλλά με εμφανή σημάδια ευαισθησίας στις διεθνείς
εξελίξεις, παραμένει η πορεία των άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI)
στις χώρες του Organisation
for
Economic Co-operation
and
Development το
2025, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις οικονομίες που
κατέγραψαν τη μεγαλύτερη βελτίωση στις εισροές κεφαλαίων.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία του
Organisation
for
Economic Co-operation
and
Development,
οι άμεσες ξένες επενδύσεις προς την ελληνική οικονομία
αυξήθηκαν στα 12,8 δισ. δολάρια το 2025, έναντι 7,6 δισ.
δολαρίων το 2024, εξέλιξη που ξεχωρίζει σε ένα διεθνές
περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής και οικονομικής
αβεβαιότητας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ροές
FDI
ενισχύθηκαν κατά 15%, φτάνοντας τα 1,66 τρισ. δολάρια.
Ωστόσο, στις οικονομίες του Organisation
for
Economic Co-operation
and
Development η
άνοδος ήταν πιο ήπια, με τις εισροές να διαμορφώνονται στα
748 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 9%.
Αντίθετα, στην European
Union
οι εισροές ξένων επενδύσεων υποχώρησαν κατά 5%, κυρίως
εξαιτίας σημαντικών εκροών από χώρες όπως το
Luxembourg και
η Netherlands,
οι οποίες συνδέονται κυρίως με χρηματοοικονομικές
αναδιαρθρώσεις πολυεθνικών ομίλων και όχι με νέες
παραγωγικές επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, άλλες οικονομίες
—με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Germany—
κατέγραψαν αυξημένες εισροές, κυρίως μέσω ενδοομιλικών
χρηματοδοτήσεων.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η ποιότητα των επενδυτικών ροών
αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αξιολόγησης. Η άνοδος των
FDI
το 2025 αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό σε επανεπενδυμένα κέρδη
και ενδοομιλικούς δανεισμούς, ενώ οι επενδύσεις τύπου
greenfield
—δηλαδή νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις και έργα από μηδενική
βάση— παρέμειναν στάσιμες ή κινήθηκαν πτωτικά, τόσο ως προς
τον αριθμό έργων όσο και ως προς το ύψος των κεφαλαίων που
επενδύθηκαν.
Αυτό σημαίνει
ότι, παρά τη βελτίωση των συνολικών μεγεθών, η πραγματική
δυναμική δημιουργίας νέων παραγωγικών επενδύσεων διεθνώς
εμφανίζεται πιο περιορισμένη.
Για την Ελλάδα, η σημαντική αύξηση των εισροών αποτελεί
αναμφίβολα θετική ένδειξη. Ωστόσο, η έκθεση του
Organisation
for
Economic Co-operation
and
Development
δεν παρέχει αναλυτικά ποιοτικά στοιχεία για τη σύνθεση των
επενδύσεων ανά χώρα. Ως εκ τούτου, δεν αποσαφηνίζεται σε
ποιο βαθμό οι εισροές αφορούν νέες παραγωγικές επενδύσεις ή
σχετίζονται με χρηματοοικονομικές κινήσεις και
επανεπενδύσεις υφιστάμενων κεφαλαίων.
Οι προοπτικές για το 2026 παραμένουν αβέβαιες, καθώς οι
γεωπολιτικές εντάσεις —ιδίως στη
Middle
East—,
οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και η επιβράδυνση των
greenfield
επενδύσεων ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις διεθνείς
επενδυτικές αποφάσεις τους επόμενους μήνες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Έκρηξη μεταβιβάσεων ακινήτων το 2026 – Άλμα εσόδων
για το Δημόσιο και ώθηση από το «Σπίτι μου ΙΙ»
Σημαντική άνοδο
κατέγραψαν οι μεταβιβάσεις ακινήτων τον Φεβρουάριο του 2026,
σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, με τα έσοδα του Δημοσίου
από τον φόρο μεταβίβασης να αυξάνονται κατά 32,44% σε σχέση
με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Σε επίπεδο
διμήνου, η συνολική αύξηση των μεταβιβάσεων διαμορφώθηκε στο
11,1% σε σύγκριση με το πρώτο δίμηνο του 2025,
επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που καταγράφεται στην αγορά
ακινήτων στην αρχή του έτους. Η μεγαλύτερη κινητικότητα
εντοπίζεται στις αγοραπωλησίες διαμερισμάτων, ενώ ακολουθούν
επαγγελματικά ακίνητα όπως γραφεία και καταστήματα, και στη
συνέχεια οικόπεδα και αγροτεμάχια.
Παράγοντες της
αγοράς αποδίδουν την έντονη αύξηση, κυρίως του Φεβρουαρίου,
στη ζήτηση που έχει δημιουργήσει το πρόγραμμα «Σπίτι μου
ΙΙ», το οποίο κατευθύνει το ενδιαφέρον κυρίως προς
παλαιότερες κατοικίες. Το αντίστοιχο διάστημα του 2025 δεν
υπήρχε αντίστοιχο πρόγραμμα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη
διαφοροποίηση στη ζήτηση και στα δημόσια έσοδα. Παράλληλα,
καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές, οι
οποίοι είχαν εμφανίσει πιο συγκρατημένη δραστηριότητα το
προηγούμενο έτος.
Σε επίπεδο εσόδων,
το πρώτο δίμηνο του 2026 ανήλθαν συνολικά σε 96,52 εκατ.
ευρώ από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων (ΦΜΑ), εκ των οποίων
τα 59,2 εκατ. ευρώ προέρχονται από τον Φεβρουάριο και τα
υπόλοιπα από τον Ιανουάριο. Την αντίστοιχη περίοδο του 2025
τα συνολικά έσοδα είχαν διαμορφωθεί στα 86,89 εκατ. ευρώ.
Αναλυτικότερα, τα
έσοδα από μεταβιβάσεις κατοικιών ανήλθαν σε 81,25 εκατ.
ευρώ, έναντι 72,87 εκατ. ευρώ πέρυσι, ενώ από μεταβιβάσεις
οικοπέδων και αγροτεμαχίων διαμορφώθηκαν στα 15,27 εκατ.
ευρώ, από 14,02 εκατ. ευρώ το 2025.
Αντίθετα, πτωτική
τάση καταγράφεται στους φόρους κληρονομιών, οι οποίοι
μειώθηκαν στα 29,98 εκατ. ευρώ από 31,62 εκατ. ευρώ (-5,2%),
ενώ οι φόροι από δωρεές και γονικές παροχές ενισχύθηκαν κατά
24%, φτάνοντας τα 8,36 εκατ. ευρώ.
Σημαντικό ρόλο
στις γονικές παροχές έχει διαδραματίσει το υψηλό αφορολόγητο
όριο των 800.000 ευρώ για μεταβιβάσεις μεταξύ συγγενών
πρώτου βαθμού, το οποίο έχει ενθαρρύνει πολλούς
φορολογούμενους να προχωρούν σε μεταβιβάσεις εν ζωή,
προκειμένου να αξιοποιήσουν το ευνοϊκότερο φορολογικό
καθεστώς.
Σε ευρύτερο
επίπεδο, το 2025 τα συνολικά έσοδα από τον φόρο μεταβίβασης
ακινήτων ανήλθαν σε 607,93 εκατ. ευρώ, μειωμένα κατά 7,4% σε
σχέση με το 2024, όταν είχαν διαμορφωθεί στα 656,49 εκατ.
ευρώ.
Ο βασικός
φορολογικός συντελεστής για τις μεταβιβάσεις ακινήτων
παραμένει στο 3% επί της φορολογητέας αξίας, η οποία
υπολογίζεται κατά κανόνα με βάση τις αντικειμενικές τιμές.
Προβλέπονται όμως σημαντικές μειώσεις σε ειδικές
περιπτώσεις, όπως ανταλλαγές ίσης αξίας, διανομές ή
εταιρικές αναδιαρθρώσεις, όπου ο φόρος μπορεί να περιοριστεί
στο μισό ή ακόμη και στο ένα τέταρτο.
|
|
|
|
|
|