|
00:01 -
04/08/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Τα νοικοκυριά ξόδεψαν περισσότερα από όσα κέρδισαν – Για
κάθε 100 ευρώ εισοδήματος κατανάλωσαν 103,3 ευρώ
Τα ελληνικά νοικοκυριά συνέχισαν και στο
πρώτο τρίμηνο του 2026 να καταναλώνουν περισσότερα χρήματα
από όσα απέκτησαν ως διαθέσιμο εισόδημα, με τα στοιχεία της
ΕΛΣΤΑΤ να καταγράφουν περαιτέρω επιδείνωση της ήδη αρνητικής
αποταμιευτικής συμπεριφοράς.
Συγκεκριμένα, το διαθέσιμο εισόδημα των
νοικοκυριών διαμορφώθηκε στα 39,13 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά
3,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Ωστόσο, η
τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό, κατά
4,7%, φτάνοντας τα 40,4 δισ. ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ
διαθέσιμου εισοδήματος, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν
περίπου 103,3 ευρώ, δημιουργώντας χρηματοδοτικό κενό σχεδόν
1,3 δισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό αποταμίευσης
υποχώρησε ακόμη περισσότερο, στο -3,3% από -1,8% ένα χρόνο
νωρίτερα.
Από πού προέρχονται τα επιπλέον χρήματα;
Το βασικό ερώτημα είναι πώς χρηματοδοτείται
αυτή η επιπλέον κατανάλωση, όταν το διαθέσιμο εισόδημα δεν
επαρκεί.
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η διαφορά
μπορεί να καλύπτεται από έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως:
αξιοποίηση αποταμιεύσεων προηγούμενων ετών,
τραπεζικός δανεισμός,
άλλες μορφές χρηματοδότησης,
εισοδήματα που δεν αποτυπώνονται πλήρως
στους επίσημους εθνικούς λογαριασμούς.
Περίπου 1 δισ. ευρώ έφυγε από τις καταθέσεις
Ενδεικτική είναι και η εικόνα των τραπεζικών
καταθέσεων.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι
καταθέσεις των νοικοκυριών μειώθηκαν καθαρά κατά περίπου
1,03 δισ. ευρώ.
Αναλυτικότερα:
Μήνας
|
Καθαρή μεταβολή καταθέσεων
|
Ιανουάριος
|
-756 εκατ. ευρώ
|
Φεβρουάριος
|
+74 εκατ. ευρώ
|
Μάρτιος
|
-352 εκατ. ευρώ
|
Σύνολο τριμήνου
|
-1,03 δισ. ευρώ
|
Παρότι οι μεταβολές των καταθέσεων και οι
εθνικοί λογαριασμοί δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα μεγέθη, η
χρονική σύμπτωση είναι χαρακτηριστική: την ίδια περίοδο που
η κατανάλωση ξεπέρασε το διαθέσιμο εισόδημα κατά περίπου 1,3
δισ. ευρώ, οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών
υποχώρησαν κατά περισσότερο από 1 δισ. ευρώ.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι επιχειρήσεις γεμίζουν τις τράπεζες, όχι τα νοικοκυριά
Η εικόνα άλλαξε μετά τον Μάρτιο, καθώς οι
καταθέσεις των νοικοκυριών επέστρεψαν σε θετικό έδαφος.
Απρίλιος: +869 εκατ. ευρώ
Μάιος: +340 εκατ. ευρώ
Ιούνιος: +995 εκατ. ευρώ
Ωστόσο, τα συνολικά στοιχεία του τραπεζικού
συστήματος αποκαλύπτουν μια πολύ διαφορετική εικόνα.
Στα τέλη Ιουνίου οι καταθέσεις του ιδιωτικού
τομέα ανήλθαν στα 223,5 δισ. ευρώ, όμως το μεγαλύτερο μέρος
της αύξησης προήλθε από τις επιχειρήσεις.
Μόνο τον Ιούνιο οι συνολικές καταθέσεις
αυξήθηκαν κατά 8,58 δισ. ευρώ.
Από αυτά:
Προέλευση
|
Αύξηση καταθέσεων
|
Επιχειρήσεις
|
7,58 δισ. ευρώ
|
Νοικοκυριά
|
995 εκατ. ευρώ
|
Με άλλα λόγια, σχεδόν το 88% της αύξησης των
καταθέσεων προήλθε από τον επιχειρηματικό τομέα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα
Μαΐου-Ιουνίου.
Μέσα στους δύο αυτούς μήνες οι συνολικές
καταθέσεις αυξήθηκαν κατά σχεδόν 13,9 δισ. ευρώ, εκ των
οποίων:
12,55 δισ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις,
μόλις 1,34 δισ. ευρώ από νοικοκυριά.
Δηλαδή πάνω από το 90% της συνολικής αύξησης
αφορούσε επιχειρηματικές καταθέσεις.
Μεγάλη απόσταση από την Ευρωζώνη
Η εικόνα στην Ελλάδα διαφέρει αισθητά από
αυτή της υπόλοιπης Ευρώπης.
Στην Ευρωζώνη το ποσοστό αποταμίευσης των
νοικοκυριών παρέμεινε στο 14,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026,
ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 14,1%.
Παράλληλα, εισόδημα και κατανάλωση αυξήθηκαν
σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό, κατά 0,7% και 0,8% αντίστοιχα.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η απόκλιση
διευρύνθηκε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, σε
εποχικά διορθωμένη βάση το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε
κατά 3,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, καταγράφοντας
τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των χωρών για τις οποίες
υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, μετά τη Ρουμανία.
Την ίδια στιγμή, το πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα μειώθηκε κατά 2,5%, ενώ η κατανάλωση αυξήθηκε κατά
1,2%.
|
|
|
|
|
|
|
|
Οι καταθέσεις δεν είναι μοιρασμένες ισότιμα
Τα συνολικά στοιχεία των τραπεζικών
καταθέσεων δεν αποτυπώνουν την πραγματική κατανομή του
πλούτου.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Distributional
Wealth Accounts της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο τέλος
του 2025 το πλουσιότερο 10% των ελληνικών νοικοκυριών
κατείχε περίπου 84,8 δισ. ευρώ σε τραπεζικές καταθέσεις.
Επομένως, η ύπαρξη υψηλού συνολικού
καταθετικού αποθέματος δεν σημαίνει ότι η πλειονότητα των
νοικοκυριών διαθέτει αντίστοιχο οικονομικό «μαξιλάρι» για να
αντιμετωπίσει το αυξημένο κόστος ζωής.
Ο πληθωρισμός συνεχίζει να διαβρώνει τις
αποταμιεύσεις
Ακόμη και για όσους διαθέτουν αποταμιεύσεις,
οι πραγματικές αποδόσεις παραμένουν εξαιρετικά
περιορισμένες.
Τον Μάιο:
οι καταθέσεις μίας ημέρας απέδιδαν μόλις
0,03%,
οι υφιστάμενες προθεσμιακές καταθέσεις έως
δύο ετών είχαν μέσο επιτόκιο 1,14%.
Με τον πληθωρισμό να κινείται αισθητά
υψηλότερα, η πραγματική αξία των αποταμιεύσεων εξακολουθεί
να μειώνεται.
Ο δανεισμός βοηθά, αλλά κοστίζει ακριβά
Μία ακόμη πηγή χρηματοδότησης της
κατανάλωσης είναι ο τραπεζικός δανεισμός.
Τον Ιούνιο η καθαρή χρηματοδότηση προς
ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα διαμορφώθηκε
στα 258 εκατ. ευρώ, έναντι μόλις 39 εκατ. ευρώ τον Μάιο, ενώ
ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης ανήλθε στο 2,6%.
Ωστόσο, το κόστος του δανεισμού παραμένει
ιδιαίτερα υψηλό.
Το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα καταναλωτικά
και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες είχε φτάσει τον Μάιο στο
8,40%, πολλαπλάσιο των αποδόσεων που προσφέρουν οι
τραπεζικές καταθέσεις.
Ο παράγοντας της παραοικονομίας
Υπάρχει και μία ακόμη μεταβλητή που δεν
μπορεί να ποσοτικοποιηθεί με ακρίβεια: η παραοικονομία.
Ένα μέρος των εισοδημάτων που δημιουργούνται
στην οικονομία δεν δηλώνεται και δεν καταγράφεται πλήρως
στις επίσημες στατιστικές, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται
για κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών.
Είναι πιθανό, επομένως, ένα μέρος της
διαφοράς μεταξύ διαθέσιμου εισοδήματος και κατανάλωσης να
σχετίζεται με μη δηλωμένα εισοδήματα.
Ωστόσο, δεν υπάρχει αξιόπιστη στατιστική
βάση που να επιτρέπει τον υπολογισμό του μεγέθους αυτής της
επίδρασης και οποιαδήποτε εκτίμηση θα ήταν αυθαίρετη.
Τι δείχνει τελικά η εικόνα
Τα στοιχεία συγκλίνουν σε ένα βασικό
συμπέρασμα: τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να
καταναλώνουν ταχύτερα από όσο αυξάνεται το εισόδημά τους.
Το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2%, η
κατανάλωση κατά 4,7%, η αποταμίευση επιδεινώθηκε στο -3,3%,
ενώ οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά
περίπου 1 δισ. ευρώ μέσα στο πρώτο τρίμηνο.
Παράλληλα, η εντυπωσιακή αύξηση των
συνολικών καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα προήλθε σχεδόν
αποκλειστικά από τις επιχειρήσεις και όχι από τα νοικοκυριά.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα
της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η έλλειψη ρευστότητας
στις τράπεζες, αλλά η αδυναμία μεγάλου μέρους των
νοικοκυριών να δημιουργήσει νέα αποταμίευση, καθώς το κόστος
διαβίωσης εξακολουθεί να αυξάνεται ταχύτερα από τις
οικονομικές του δυνατότητες.
|
|
|
|
|
|
|
|

Real Estate:
Ξένα κεφάλαια 12,4 δισ. ευρώ στην Ελλάδα την περίοδο
2019-2025 – Η «χρυσή εποχή» των ακινήτων και η πίεση στις
τιμές
Η ελληνική αγορά ακινήτων αποτέλεσε έναν από
τους μεγαλύτερους πόλους έλξης διεθνών κεφαλαίων τα
τελευταία χρόνια, καθώς από το 2019 έως και το 2025
εισέρρευσαν στη χώρα ξένα κεφάλαια ύψους 12,4 δισ. ευρώ για
αγορές ακινήτων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της
Ελλάδος.
Η επίδοση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία αν συγκριθεί με την προηγούμενη περίοδο. Από το
2002, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ξεκίνησε να καταγράφει
συστηματικά τις σχετικές ροές, έως και το 2018, οι συνολικές
ξένες επενδύσεις σε ακίνητα είχαν διαμορφωθεί μόλις στα 3,38
δισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, μέσα σε επτά χρόνια
(2019-2025) η ελληνική αγορά ακινήτων προσέλκυσε κεφάλαια
σχεδόν 3,7 φορές υψηλότερα από εκείνα που είχαν εισρεύσει σε
ολόκληρη την προηγούμενη δεκαεπταετία.
Περίοδος
|
Ξένα κεφάλαια σε ακίνητα
|
2002-2018
|
3,38 δισ. ευρώ
|
2019-2025
|
12,4 δισ. ευρώ
|
Αναλογία
|
3,7 φορές υψηλότερα κεφάλαια
|
Τα ακίνητα ως βασικός προορισμός ξένων
επενδύσεων
Παρά τη μεγάλη αύξηση, οι ξένες αγορές
εξακολουθούν να αποτελούν μικρότερο τμήμα του συνολικού
όγκου συναλλαγών στην ελληνική αγορά ακινήτων.
Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ,
πραγματοποιήθηκαν μεταβιβάσεις ακινήτων συνολικής αξίας 23,5
δισ. ευρώ. Την ίδια χρονιά οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα
ανήλθαν σε 2,05 δισ. ευρώ.
Άρα, τα ξένα κεφάλαια αντιστοιχούσαν περίπου
στο 8,7% του συνολικού όγκου των συναλλαγών.
Έτος 2025
|
Ποσό
|
Συνολικές μεταβιβάσεις ακινήτων
|
23,5 δισ. ευρώ
|
Ξένες επενδύσεις σε ακίνητα
|
2,05 δισ. ευρώ
|
Ποσοστό συμμετοχής ξένων κεφαλαίων
|
8,7%
|
Ωστόσο, η πραγματική σημασία των ξένων
αγοραστών αποτυπώνεται κυρίως στη συμβολή τους στις άμεσες
ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) της χώρας.
Σύμφωνα με ανάλυση του ΚΕΠΕ, το ποσοστό των
ακινήτων επί των συνολικών καθαρών άμεσων ξένων επενδύσεων
αυξήθηκε θεαματικά μέσα σε μία δεκαετία.
Το 2013 τα ακίνητα αντιστοιχούσαν μόλις στο
7,4% των ΑΞΕ, ενώ το 2018 το ποσοστό εκτοξεύθηκε στο 33,5%.
Έτος
|
Μερίδιο ακινήτων στις ΑΞΕ
|
2013
|
7,4%
|
2018
|
33,5%
|
2019-2020
|
>30%
|
2021
|
22%
|
2022
|
24,6%
|
2023
|
47%
|
2024
|
46%
|
2025
|
16,6%
|
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ήταν το 2023, όταν
σχεδόν το ένα στα δύο ευρώ ξένων επενδύσεων που εισέρρευσαν
στην Ελλάδα κατευθύνθηκε στην αγορά ακινήτων.
Η εξέλιξη αυτή, αν και αποτέλεσε ψήφο
εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία, δημιούργησε
παράλληλα σημαντικές στρεβλώσεις, καθώς συνέβαλε στην ταχεία
άνοδο των τιμών και στη μείωση της προσιτότητας κατοικίας
για τους Έλληνες αγοραστές.
|
|
|
|
|
|
|

Γιατί οι ξένοι
επενδυτές στράφηκαν στην Ελλάδα
Η εκρηκτική αύξηση των ξένων αγορών ακινήτων
δεν ήταν τυχαία. Η ελληνική αγορά μετά το 2018 συνδύαζε
αρκετά ελκυστικά χαρακτηριστικά:
χαμηλές αποτιμήσεις μετά τη δεκαετή
οικονομική κρίση,
σημαντική αποκλιμάκωση του επενδυτικού
κινδύνου,
έξοδο από τα μνημόνια,
πολιτική σταθερότητα,
υψηλές αποδόσεις σε σχέση με άλλες
ευρωπαϊκές αγορές.
Για πολλούς ξένους επενδυτές, ειδικά από
χώρες της Ευρώπης και της Ασίας, η Ελλάδα αποτελούσε μια
αγορά με σημαντικό περιθώριο ανόδου, καθώς οι τιμές
παρέμεναν χαμηλότερες σε σχέση με άλλες αγορές του
ευρωπαϊκού Νότου.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν:
κατοικίες με επενδυτικό χαρακτήρα,
πολυτελείς κατοικίες σε νησιά,
ακίνητα σε τουριστικές περιοχές,
διαμερίσματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη,
αγορές μέσω του προγράμματος Golden Visa.
Η Golden Visa έφερε κεφάλαια άνω των 6,5
δισ. ευρώ
Καθοριστική ήταν η συμβολή του προγράμματος
«χρυσή βίζα», το οποίο αποτέλεσε έναν από τους βασικούς
μοχλούς προσέλκυσης ξένων αγοραστών.
Την περίοδο 2019-2025 εκδόθηκαν 26.109 νέες
αρχικές άδειες μόνιμου επενδυτή.
Το 2025 ήταν χρονιά-ρεκόρ, καθώς εκδόθηκαν
9.479 άδειες.
Με βάση το ελάχιστο ύψος επένδυσης των
250.000 ευρώ ανά άδεια, εκτιμάται ότι το πρόγραμμα
προσέλκυσε κεφάλαια περίπου 6,52 δισ. ευρώ.
Περίοδος 2019-2025
|
Μέγεθος
|
Νέες άδειες Golden Visa
|
26.109
|
Εκτιμώμενα κεφάλαια
|
6,52 δισ. ευρώ
|
Ποσοστό επί των ξένων επενδύσεων σε ακίνητα
|
~50%
|
Αυτό σημαίνει ότι περίπου τα μισά ξένα
κεφάλαια που εισέρρευσαν στην ελληνική αγορά ακινήτων την
περίοδο 2019-2025 συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το πρόγραμμα
Golden Visa.
Από την επενδυτική ευκαιρία στην κρίση
στέγης
Η εισροή ξένων κεφαλαίων συνέβαλε σημαντικά
στην ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας και στην
αναζωογόνηση περιοχών που είχαν υποστεί μεγάλη υποχώρηση
κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Ωστόσο, η ίδια δυναμική δημιούργησε νέες
πιέσεις.
Η αύξηση της ζήτησης από ξένους επενδυτές,
σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών,
οδήγησε σε σημαντική άνοδο των τιμών πώλησης και των
ενοικίων.
Ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας, όπου τα
πρώτα χρόνια μετά την κρίση υπήρχαν πολύ χαμηλές
αποτιμήσεις, η μετατροπή κατοικιών σε βραχυχρόνιες μισθώσεις
και οι αγορές μέσω Golden Visa περιόρισαν το διαθέσιμο
απόθεμα για μόνιμη κατοικία.
Η ελληνική αγορά ακινήτων βρίσκεται πλέον σε
ένα νέο στάδιο. Τα ξένα κεφάλαια παραμένουν σημαντικός
καταλύτης ανάπτυξης, όμως η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια
είναι η ισορροπία μεταξύ της προσέλκυσης επενδύσεων και της
διατήρησης της στεγαστικής προσιτότητας για τα ελληνικά
νοικοκυριά.
|
|
|
|
|
|