|
00:01 -
05/02/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Ελληνική Οικονομία & Ταμείο ανάπτυξης
Ζητήματα που
αφορούν την ταχύτητα απορρόφησης των δανείων του Ταμείου
Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς και τη χρονική
συγκέντρωση των επιχορηγήσεων στα τελικά στάδια του
προγράμματος, αναδεικνύει η Τράπεζα της Ελλάδας στο τακτικό
της «Σημείωμα για την ελληνική οικονομία», στο οποίο
αξιολογείται συνολικά η πορεία της οικονομικής
δραστηριότητας στη χώρα.
Σε ό,τι αφορά το
δανειακό σκέλος του ΤΑΑ, η έκθεση επισημαίνει ότι η πρόοδος
στην υπογραφή νέων συμβάσεων έχει επιβραδυνθεί το τελευταίο
διάστημα, ενώ παράλληλα παρατηρείται μετατόπιση των πληρωμών
που σχετίζονται με τις επιχορηγήσεις προς το τέλος της
περιόδου εφαρμογής, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι είχε αρχικά
σχεδιαστεί. Η κεντρική τράπεζα αποδίδει αυτή την εξέλιξη
κυρίως σε διοικητικού χαρακτήρα δυσκολίες, τονίζοντας ότι ο
γραφειοκρατικός φόρτος αποδείχθηκε υψηλότερος των
προβλέψεων, φαινόμενο που καταγράφεται και σε άλλα
κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναφορικά με τα
ποσοτικά δεδομένα, έως τον Νοέμβριο του 2025 είχαν υπογραφεί
547 δανειακές συμβάσεις μέσω των ελληνικών εμπορικών
τραπεζών για επενδυτικά έργα συνολικού ύψους 17,8 δισ. ευρώ.
Από το ποσό αυτό, τα δάνεια που προέρχονται από το ΤΑΑ
ανέρχονται σε 7,8 δισ. ευρώ (από τα συνολικά 11,4 δισ. ευρώ
που έχουν εκταμιευθεί), ενώ 5,9 δισ. ευρώ προέρχονται από
τραπεζικό δανεισμό και 4,1 δισ. ευρώ από ίδια κεφάλαια των
επενδυτών. Από την έναρξη του προγράμματος, τον Ιούλιο του
2022, τα τραπεζικά δάνεια που συγχρηματοδοτούν έργα του ΤΑΑ
αντιστοιχούν περίπου στο 9% του συνόλου των νέων δανειακών
συμβάσεων της ίδιας περιόδου.
Στο σκέλος των
επιχορηγήσεων, η Τράπεζα της Ελλάδας σημειώνει ότι η χώρα
έχει ήδη εισπράξει 12 δισ. ευρώ από τα συνολικά διαθέσιμα
18,2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα που εντοπίζεται δεν
αφορά το ύψος των κονδυλίων, αλλά τον χρόνο διοχέτευσής τους
στην πραγματική οικονομία. Όπως επισημαίνεται, η πλειονότητα
των σχετικών δαπανών πραγματοποιείται προς το τέλος κάθε
έτους, τάση που εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2026,
χρονιά κατά την οποία θα πρέπει να ολοκληρωθούν τα τελευταία
165 ορόσημα και στόχοι του ελληνικού σχεδίου. Η ΤτΕ αφήνει
να εννοηθεί ότι αυτή η χρονική «συσσώρευση» δαπανών
ενδέχεται να δημιουργήσει πιέσεις ή καθυστερήσεις στην
έγκαιρη υλοποίηση των έργων.
Στο 65% η
απορρόφηση του «Ελλάδα 2.0»
Σε γενικές
γραμμές, πάντως, η κεντρική τράπεζα αξιολογεί θετικά την
πρόοδο του προγράμματος «Ελλάδα 2.0». Όπως αναφέρει, η χώρα
παρουσιάζει καλύτερη εικόνα σε σύγκριση με αρκετά άλλα
κράτη-μέλη ως προς τα έσοδα από το ΤΑΑ, χάρη στην επιτυχή
ολοκλήρωση σημαντικού αριθμού ορόσημων και στόχων. Τον
Οκτώβριο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε προκαταρκτική
έγκριση για την έκτη αίτηση εκταμίευσης, ύψους 2,1 δισ. ευρώ
σε επιχορηγήσεις.
Με την εκταμίευση
αυτή, τα συνολικά ποσά που θα έχει λάβει η Ελλάδα από το ΤΑΑ
ανέρχονται σε 23,4 δισ. ευρώ — εκ των οποίων 12 δισ. ευρώ
αφορούν επιχορηγήσεις και 11,4 δισ. ευρώ δάνεια —
καλύπτοντας το 65% του συνολικού διαθέσιμου πακέτου των 36
δισ. ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις
οκτώ χώρες της ΕΕ που βρίσκονται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, έχοντας ολοκληρώσει με επιτυχία το 48% των συνολικών
ορόσημων του προγράμματος.
Παρά τη θετική
αυτή εικόνα, η Τράπεζα της Ελλάδας επαναλαμβάνει ότι το
δανειακό σκέλος του ΤΑΑ εξελίσσεται μεν ικανοποιητικά σε
γενικές γραμμές, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω επιτάχυνση,
ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως το διαθέσιμο χρηματοδοτικό
δυναμικό εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Η ακρίβεια εξαντλεί τα ελληνικά νοικοκυριά: η
κατανάλωση «παγώνει» και οι αποταμιεύσεις εξαφανίζονται
Δύο πρόσφατες
έρευνες, από διαφορετικούς φορείς, καταλήγουν στο ίδιο
συμπέρασμα: η ακρίβεια δεν απλώς πιέζει τα νοικοκυριά στην
Ελλάδα – τα εξαντλεί. Οι τιμές έχουν παγιωθεί σε υψηλά
επίπεδα, η αγοραστική δύναμη μειώνεται και οι αποταμιεύσεις
έχουν γίνει σπάνιο αγαθό.
Οι αριθμοί μιλούν
από μόνοι τους
Η έρευνα
καταναλωτών του ΙΟΒΕ δείχνει ότι το 65% των νοικοκυριών
προβλέπει ότι η ακρίβεια θα συνεχιστεί ή θα επιταχυνθεί μέσα
στον επόμενο χρόνο. Παρά τη σταδιακή μείωση του πληθωρισμού,
οι τιμές στην καθημερινότητα παραμένουν υψηλές.
Ταυτόχρονα, πάνω
από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι δεν έχουν τη δυνατότητα
να καλύψουν ένα έκτακτο αλλά αναγκαίο έξοδο 500 ευρώ, ενώ η
ΓΣΕΒΕΕ καταγράφει ότι το 83,5% των νοικοκυριών δεν μπορεί να
αποταμιεύσει καθόλου – όχι από επιλογή, αλλά επειδή δεν
περισσεύουν χρήματα.
Ο μήνας… δεν
βγαίνει
Η ΓΣΕΒΕΕ δείχνει
επίσης ότι για έξι στα δέκα νοικοκυριά το εισόδημα φτάνει
μόλις για 18 ημέρες κατά μέσο όρο μέσα στον μήνα. Όταν τα
χρήματα τελειώνουν πριν ολοκληρωθεί ο μήνας, η ακρίβεια
μετατρέπεται σε μόνιμη απειλή για την οικονομική
σταθερότητα.
Οι συνέπειες είναι
εμφανείς: καθυστερήσεις ή αδυναμία πληρωμής λογαριασμών
ρεύματος, θέρμανσης ή ιατρικών εξόδων, αλλά και η αδυναμία
για έκτακτες δαπάνες. Η οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών
πλήττεται σοβαρά.
Αβεβαιότητα και
ανασφάλεια
Το ΙΟΒΕ καταγράφει
αύξηση της αβεβαιότητας για το μέλλον: σχεδόν δύο στους
τρεις πολίτες δυσκολεύονται να προβλέψουν την οικονομική
τους κατάσταση για τους επόμενους μήνες. Η αδυναμία
αποταμίευσης σήμερα σημαίνει αδυναμία σχεδιασμού για το
αύριο.
Η τάση
συμπληρώνεται από τη χαμηλή πρόθεση για μεγάλες αγορές ή
επενδύσεις σε κατοικία. Δεν πρόκειται για «συνετή»
συμπεριφορά, αλλά για αναγκαστική παύση της κατανάλωσης λόγω
μόνιμης οικονομικής πίεσης.
Συμπέρασμα
Το μήνυμα και των
δύο ερευνών είναι ξεκάθαρο: η ακρίβεια δεν είναι πλέον
προσωρινό φαινόμενο. Η οικονομία των νοικοκυριών λειτουργεί
στο όριο, η αποταμίευση παραμένει άπιαστο όνειρο για τη
μεγάλη πλειονότητα, και η οικονομική ασφάλεια των πολιτών
βρίσκεται σε σοβαρή δοκιμασία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι μισθοί αυξάνονται, αλλά
το χάσμα παραμένει
Η προσπάθεια της
Ελλάδας να φτάσει τα επίπεδα μισθών της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής
Ένωσης μοιάζει με μαραθώνιο. Παρά τις αυξήσεις των
τελευταίων ετών, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά, με
τη διαφορά να παραμένει μεγάλη, όπως δείχνουν τα πρόσφατα
στοιχεία του ΟΠΣ ΕΡΓΑΝΗ.
Η εικόνα της
αγοράς εργασίας το 2025
Ο μέσος μισθός
στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025, ωστόσο σε σχέση με την
Ευρωζώνη οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν αργοί. Τα στοιχεία
δείχνουν ότι η χώρα μας έχει πλέον μείνει πίσω ακόμη και από
πολλές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης,
αναδεικνύοντας το μεγάλο μισθολογικό χάσμα.
Σύμφωνα με την
έκθεση του ΟΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μικτός μισθός για το 2025
ανήλθε σε 1.362 ευρώ, αυξημένος κατά 4,56% σε σχέση με το
2024. Από το 2019, η αύξηση του μέσου μισθού φτάνει το 30,3%
(από 1.046 ευρώ στα 1.362 ευρώ).
Ο μέσος μισθός
πλήρους απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.516 ευρώ (από 1.478
ευρώ το 2024 και 1.264 ευρώ το 2019), καταγράφοντας άνοδο
20%. Το 63,5% των εργαζομένων αμείβεται πλέον με πάνω από
1.000 ευρώ, ενώ το 2019 το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 36,3%.
Σχεδόν ένας στους τέσσερις εργαζόμενους (24,3%) αμείβεται με
μισθό μεταξύ 1.001 και 1.200 ευρώ, σημειώνοντας σημαντική
διεύρυνση αυτού του μισθολογικού κλιμακίου σε σχέση με
προηγούμενα έτη.
Παρά τις αυξήσεις,
όμως, η διαφορά με τους μέσους μισθούς στην ΕΕ παραμένει
τεράστια: ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ευρώπη
φτάνει περίπου τα 3.155 ευρώ, δηλαδή περισσότερο από το
διπλάσιο των ελληνικών μισθών.
Οι λόγοι του
χάσματος
Η υστέρηση των
μισθών συνδέεται με τη δομή της ελληνικής οικονομίας, που
στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η
εστίαση και το λιανικό εμπόριο, σε αντίθεση με τις πιο
ισχυρές βιομηχανικές οικονομίες της Ευρώπης.
Στοιχεία της
ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι το 87,8% των επιχειρήσεων είναι μικρές,
με 1-10 εργαζόμενους, ενώ μόνο 10 εταιρείες απασχολούν πάνω
από 3.000 άτομα. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις είναι
ατομικές, με κύρια δραστηριότητα το λιανικό εμπόριο και την
εστίαση. Παράλληλα, πάνω από το 78% των εργαζομένων
εργάζεται πάνω από 35 ώρες την εβδομάδα, χωρίς αντίστοιχες
αυξήσεις στους μισθούς τους.
Παρά τη σχετική
αύξηση των ονομαστικών μισθών, η πραγματική αγοραστική
δύναμη των εργαζομένων παραμένει περιορισμένη, καθώς οι
μισθοί αυξάνονται με ρυθμό χαμηλότερο από τον πληθωρισμό.
Προβλέψεις για το
2026
Οι εκτιμήσεις
διεθνών οργανισμών, όπως ο Employment Conditions Abroad
(ECA), δείχνουν ότι οι πραγματικοί μισθοί στην ΕΕ θα
αυξηθούν κατά 1,7% το 2026. Για την Ελλάδα, η αύξηση
αναμένεται μόλις 0,9%, δηλαδή περίπου στο μισό της
ευρωπαϊκής μέσης τιμής. Με τον πληθωρισμό να παραμένει πάνω
από 2%, ακόμη και οι ονομαστικές αυξήσεις δεν επαρκούν για
να καλύψουν το αυξανόμενο κόστος ζωής.
Το αποτέλεσμα
είναι ότι η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μειώνεται
συνεχώς, παρότι οι μισθοί στα χαρτιά φαίνονται υψηλότεροι.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι, με άλλα λόγια, δουλεύουν περισσότερο
αλλά μπορούν να αγοράσουν λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες σε
σχέση με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πώς η στέγαση αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος των
«αυξήσεων»
Η ενδιάμεση έκθεση
(που είχε ανακοινωθεί πριν από λίγο καιρό) του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για
το 2025, με τίτλο «Η ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση»,
δημοσιεύθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τον επίσημο κυβερνητικό
απολογισμό για την ίδια χρονιά. Η σύμπτωση αυτή επιτρέπει
μια άμεση σύγκριση δύο εντελώς διαφορετικών αφηγήσεων για
την πορεία της χώρας.
Η ανάγνωση των δύο
κειμένων καταδεικνύει κάτι γνώριμο: τα ίδια στατιστικά
μεγέθη μπορούν να ερμηνευθούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο,
ανάλογα με τη σκοπιά από την οποία τα προσεγγίζει κανείς.
Στην κυβερνητική
εκδοχή, το 2025 παρουσιάζεται ως έτος δυναμικής προόδου,
οικονομικής μεγέθυνσης, κοινωνικής συνοχής και σύγκλισης με
την Ευρώπη, με δεκάδες «σημεία-σταθμούς» που σηματοδοτούν
επιτυχίες. Σχεδόν κάθε εβδομάδα, σύμφωνα με αυτή την
αφήγηση, υπήρχε ένας ακόμη λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Στον αντίποδα, η
ανάλυση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ σκιαγραφεί μια εντελώς διαφορετική
εικόνα. Αντί για σύγκλιση με την ΕΕ, η Ελλάδα φαίνεται να
απομακρύνεται περαιτέρω, όχι μόνο από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, αλλά ακόμη και από χώρες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν
οικονομικά ασθενέστερες, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην
Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η απόκλιση καταγράφεται σε
κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας, οι οποίοι αντανακλούν
τη δομή της απασχόλησης, την πραγματική αγοραστική δύναμη
των εργαζομένων και τις συνθήκες διαβίωσης.
Η στέγαση ως
καθρέφτης της άνισης ανάπτυξης
Ένας από τους
τομείς όπου οι ανισότητες αποτυπώνονται με τη μεγαλύτερη
ένταση είναι η στέγαση. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης,
η κατοικία έχει πάψει να λειτουργεί ως βασικό κοινωνικό
αγαθό και εξελίσσεται σταδιακά σε παράγοντα οικονομικού και
κοινωνικού αποκλεισμού.
Η Ελλάδα
καταγράφει σταθερά τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή
Ένωση όσον αφορά τη συμμετοχή του στεγαστικού κόστους στο
διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Πάνω από το ένα τρίτο
των εισοδημάτων κατευθύνεται στη στέγη, ενώ στα μονοπρόσωπα
νοικοκυριά το ποσοστό ξεπερνά το 50%. Για το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, αυτή
η εικόνα δεν συνιστά απλώς κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ένδειξη
σοβαρής αναπτυξιακής στρέβλωσης.
Η υπέρμετρη
επιβάρυνση από τα έξοδα στέγασης λειτουργεί ως μηχανισμός
αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος των πιο ευάλωτων. Τα
χαμηλά εισοδήματα, οι ενοικιαστές, τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά
και οι οικογένειες με ανήλικα παιδιά πλήττονται δυσανάλογα,
βλέποντας μεγάλο μέρος των αποδοχών τους να απορροφάται από
ένα βασικό αγαθό.
Χωρίς ουσιαστική
αλλαγή στη στεγαστική πολιτική, αποτελεσματική ρύθμιση της
αγοράς και περιορισμό της εμπορευματοποίησης της κατοικίας,
η οικονομική μεγέθυνση θα συνεχίσει –όπως επισημαίνει η
έκθεση– να βιώνεται από την πλειονότητα της κοινωνίας ως
πηγή ανασφάλειας και όχι ως βελτίωση της ποιότητας ζωής.
|
|
|
|
|
|
|
|

Όταν η
κατοικία μετατρέπεται σε φίλτρο αποκλεισμού
Το πιο ανησυχητικό
συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η στέγαση κινδυνεύει να
παγιωθεί ως εργαλείο κοινωνικού αποκλεισμού, αντί για
κατοχυρωμένο κοινωνικό δικαίωμα.
Το ερώτημα που
τίθεται είναι απλό, αλλά βαθιά πολιτικό: πρόκειται για μια
ανάπτυξη που αποτυπώνεται σε μακροοικονομικούς δείκτες ή για
μια ανάπτυξη που μεταφράζεται σε καλύτερη καθημερινότητα για
τους πολίτες;
Από την απάντηση
εξαρτάται αν η πρόσβαση στη στέγη θα παραμείνει δικαίωμα ή
θα εξελιχθεί σε προνόμιο. Η έννοια της «οικονομίας της
αξιοπρέπειας», τονίζει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, δεν εξαντλείται σε
αριθμούς και ποσοστά. Αφορά την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής
και τη συνοχή της κοινωνίας. Όταν πάνω από το μισό εισόδημα
εξανεμίζεται για ένα ενοίκιο ή ένα σπίτι, δεν μιλάμε για
αξιοπρεπή διαβίωση, αλλά για διαρκή αγώνα επιβίωσης.
Αυξήσεις παντού,
επιβάρυνση χωρίς προηγούμενο
Την περίοδο
Σεπτεμβρίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2025, οι συνολικές δαπάνες
που σχετίζονται με τη στέγαση αυξήθηκαν κατά 25,1%, ενώ τα
ενεργειακά κόστη –ρεύμα, φυσικό αέριο και καύσιμα θέρμανσης–
εκτοξεύθηκαν κατά 31,4%. Παρά τη σύντομη αποκλιμάκωση στα
τέλη του 2022, από το 2023 και μετά η ανοδική πορεία
συνεχίστηκε αδιάκοπα.
Τα ενοίκια
κατέγραψαν αύξηση 24,5%, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό
μέσο όρο, ενώ ακόμη και οι δαπάνες για επισκευές και
συντήρηση κατοικιών ενισχύθηκαν κατά 18,1%.
Το 2024, οι
Έλληνες διέθεταν κατά μέσο όρο το 35,5% του εισοδήματός τους
για τη στέγαση – το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για σύγκριση, στη Βουλγαρία, παρά τους χαμηλότερους μισθούς,
το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 19,3%, αναδεικνύοντας
το μέγεθος της ελληνικής επιβάρυνσης.
Οι πιο ευάλωτοι
πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα
Τα μονοπρόσωπα
νοικοκυριά βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση, καθώς δαπανούν
το 51,1% του εισοδήματός τους για στέγαση. Οι οικογένειες με
δύο γονείς και δύο παιδιά ακολουθούν με 34,8%, καταγράφοντας
επίσης τη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ.
Ιδιαίτερη σημασία
έχει ο δείκτης «υπερβολικής επιβάρυνσης», που αφορά όσους
δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για κατοικία.
Το 2024, σχεδόν το 29% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν
σε αυτή την κατάσταση. Στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, το
ποσοστό εκτινάσσεται στο 65,1%, με τη δεύτερη χειρότερη χώρα
να απέχει μακράν.
Η ανισότητα είναι
ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί η εισοδηματική κατανομή.
Σχεδόν εννέα στους δέκα πολίτες που ανήκουν στο φτωχότερο
20% δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη,
όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 27,8%.
Αντίθετα, για το πλουσιότερο 20%, το πρόβλημα σχεδόν
εξαφανίζεται.
Οι ενοικιαστές
πλήττονται περισσότερο, όμως ακόμη και οι ιδιοκτήτες χωρίς
στεγαστικό δάνειο δεν μένουν ανεπηρέαστοι, με την Ελλάδα να
καταγράφει και σε αυτή την κατηγορία το υψηλότερο ποσοστό
στεγαστικής ασφυξίας στην Ευρώπη.
|
|
|
|
|
|