|
00:01 -
05/05/26 |
|
|
|
|
|

Υψηλή φορολογία
Οι ελληνικές
οικογένειες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με από τα
υψηλότερα φορολογικά βάρη διεθνώς, σύμφωνα με τα
συμπεράσματα της έκθεσης του ΟΟΣΑ «Taxing Wages 2026», η
οποία εξετάζει τα στοιχεία του 2025.
Για έναν μέσο
άγαμο εργαζόμενο, η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα
υποχώρησε οριακά το 2025 στο 39,3% από 39,5% το 2024. Παρά
τη μικρή αυτή μείωση, παραμένει σημαντικά υψηλότερη από τον
μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώθηκε στο 35,1%. Σε επίπεδο
κατάταξης, η Ελλάδα βρέθηκε στην 19η θέση μεταξύ των 38
χωρών, έναντι της 18ης θέσης το προηγούμενο έτος.
Η συνολική
φορολογική επιβάρυνση στη χώρα προέρχεται κυρίως από τον
φόρο εισοδήματος και τις εργοδοτικές εισφορές, οι οποίες
αντιστοιχούν περίπου στο 72% του συνόλου, ποσοστό χαμηλότερο
από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που φτάνει το 77%.
Για έγγαμο
εργαζόμενο με δύο παιδιά, η εικόνα είναι ακόμη πιο
επιβαρυμένη. Η Ελλάδα καταγράφει την 4η υψηλότερη φορολογική
επιβάρυνση στον ΟΟΣΑ, με συντελεστή 37,5% το 2025, όταν ο
αντίστοιχος μέσος όρος διαμορφώνεται στο 26,2%. Η θέση αυτή
παραμένει αμετάβλητη σε σχέση με το 2024.
Η επίδραση των οικογενειακών επιδομάτων στην
Ελλάδα είναι περιορισμένη. Η μείωση της φορολογικής
επιβάρυνσης για εργαζόμενους με παιδιά ανέρχεται σε 1,9
ποσοστιαίες μονάδες, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τις
8,9 μονάδες, δείχνοντας μικρότερο βαθμό στήριξης των
οικογενειών μέσω του φορολογικού συστήματος.
|
|
|
|
|
|
|
|

Σε μακροχρόνια βάση
Σε μακροχρόνια βάση, η φορολογική επιβάρυνση
για τον άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 0,6
ποσοστιαίες μονάδες από το 2000 έως το 2025, ενώ στον ΟΟΣΑ
συνολικά έχει μειωθεί κατά 1 ποσοστιαία μονάδα. Αντίστοιχα,
την τελευταία δεκαετία (2015–2025) η Ελλάδα καταγράφει εκ
νέου αύξηση 0,6 μονάδων, σε αντίθεση με τη σχεδόν σταθερή
εικόνα του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Ο καθαρός φορολογικός συντελεστής για άγαμο
εργαζόμενο στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 26,1%, ελαφρώς
υψηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (25,1%). Αυτό σημαίνει
ότι ο εργαζόμενος διατηρεί το 73,9% του μικτού μισθού του,
έναντι 74,9% διεθνώς.
Για έγγαμο εργαζόμενο με δύο παιδιά, ο
καθαρός φορολογικός συντελεστής φτάνει το 23,8%, που
αποτελεί την 4η υψηλότερη επίδοση στον ΟΟΣΑ, έναντι 14,7%
κατά μέσο όρο. Σε όρους καθαρού εισοδήματος, αυτό
μεταφράζεται σε 76,2% του μικτού μισθού στην Ελλάδα, έναντι
85,3% στον ΟΟΣΑ.
Σε επίπεδο μισθών, ο μέσος ετήσιος μεικτός
μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε το 2025 στα 26.563 ευρώ από
25.680 ευρώ το 2024, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση 3,4%.
Με πληθωρισμό 2,9%, η πραγματική αύξηση διαμορφώνεται μόλις
στο 0,5%, δείχνοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου
απορροφήθηκε από τις τιμές.
|
|
|
|
|
|
|
|

Δημογραφική «βόμβα»
Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει το
δημογραφικό πρόβλημα, καθώς ο δείκτης αναλογίας νέων προς
ηλικιωμένους έχει υποχωρήσει δραματικά τις τελευταίες
δεκαετίες και συνεχίζει να επιδεινώνεται, σύμφωνα με
νεότερες εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στο Οικονομικό Φόρουμ
των Δελφών.
Στελέχη του ΟΟΣΑ επισημαίνουν ότι η γήρανση
του πληθυσμού εξελίσσεται σε κυρίαρχη παγκόσμια τάση. Όπως
ανέφερε ο οικονομικός σύμβουλος του οργανισμού Τόμας
Κόζλουκ, η αναλογία ηλικιωμένων προς εργαζόμενους ήταν
περίπου 1 προς 10 τη δεκαετία του 1960, έχει διαμορφωθεί
σήμερα στο 1 προς 3 και εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 1 προς 2
μέσα στις επόμενες δύο με τρεις δεκαετίες.
Σταδιακή αλλά βαθιά δημογραφική μεταβολή
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι ενώ στο παρελθόν
δέκα εργαζόμενοι στήριζαν έναν ηλικιωμένο, σήμερα το ίδιο
βάρος κατανέμεται σε τρεις εργαζόμενους, ενώ στο μέλλον θα
αντιστοιχούν μόλις δύο.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται με τη μείωση των
γεννήσεων και την ταυτόχρονη αύξηση του προσδόκιμου ζωής,
δημιουργώντας μια «σιωπηλή» αλλά σταθερή δημογραφική πίεση,
η οποία –όπως τονίζεται– συχνά καθυστερεί αναγκαίες
μεταρρυθμίσεις.
Επιπτώσεις στα ασφαλιστικά και στα δημόσια
οικονομικά
Οι οικονομικές συνέπειες θεωρούνται
ιδιαίτερα σημαντικές. Η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να
αυξήσει σημαντικά τις δαπάνες για συντάξεις και υγεία, ενώ
ταυτόχρονα θα περιορίσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό,
επηρεάζοντας αρνητικά την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.
Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης τύπου
«πληρώνω όσο εργάζομαι» (pay-as-you-go), στο οποίο οι
σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις των
σημερινών συνταξιούχων, δέχεται ήδη αυξημένες πιέσεις.
Στην Ελλάδα, η προσαρμογή των ορίων ηλικίας
συνταξιοδότησης συνδέεται με το προσδόκιμο ζωής και
επανεξετάζεται περιοδικά. Ο επόμενος κρίσιμος σταθμός είναι
το 2027, με βάση τα δεδομένα της περιόδου 2016–2026, ενώ
νεότερες εκτιμήσεις δείχνουν ότι νέες αυξήσεις στα όρια
ηλικίας μετά το 2029–2030 θεωρούνται ιδιαίτερα πιθανές.
Διπλασιασμός του δείκτη εξάρτησης έως το
2050
Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Κρήτης του
ΟΟΣΑ για τη Δημογραφική Δυναμική, ο δείκτης εξάρτησης
ηλικιωμένων στην Ελλάδα αναμένεται να ξεπεράσει το 70% έως
το 2050.
Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 άτομα σε
παραγωγική ηλικία (20–64 ετών) θα αντιστοιχούν περίπου 70
ηλικιωμένοι, από περίπου 40 σήμερα – εξέλιξη που αποτυπώνει
το μέγεθος της δημογραφικής πίεσης.
|
|
|
|
|
|
|
|

Τρεις μεγάλες προκλήσεις για το μέλλον
Οι βασικές επιπτώσεις του δημογραφικού
εντοπίζονται σε τρεις άξονες:
Δημοσιονομική πίεση από συντάξεις και
δαπάνες υγείας
Έλλειψη εργατικού δυναμικού λόγω μείωσης
γεννήσεων
Πιέσεις στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη
Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η
αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί σαφείς στρατηγικές
επιλογές: είτε ενίσχυση της γεννητικότητας ώστε να
διατηρηθεί ο πληθυσμός, είτε έμφαση στην παραγωγικότητα,
στην εκπαίδευση και σε μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού
κράτους, ώστε να αντισταθμιστεί η μείωση του εργατικού
δυναμικού.
Συμπέρασμα
Το δημογραφικό αναδεικνύεται σε έναν από
τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την οικονομική πορεία
της επόμενης 30ετίας, επηρεάζοντας άμεσα τη βιωσιμότητα των
συνταξιοδοτικών συστημάτων, τη δημοσιονομική σταθερότητα και
τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των οικονομιών.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|