|

Οι τιμές παραγωγού αποκαλύπτουν τη διαφορά
Η διαφορετική
τιμολογιακή συμπεριφορά στην εγχώρια και στις διεθνείς
αγορές αποτυπώνεται και στα στοιχεία του δείκτη τιμών
παραγωγού στη βιομηχανία.
Το 2025, σε
σύγκριση με το 2021, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών
παραγωγού αυξήθηκε κατά 22,73%.
Η εικόνα όμως
αλλάζει όταν εξεταστούν ξεχωριστά η εγχώρια και η εξωτερική
αγορά:
Δείκτης τιμών παραγωγού
|
Μεταβολή 2021-2025
|
Σύνολο αγοράς
|
+22,73%
|
Εγχώρια αγορά
|
+24,61%
|
Εξωτερική αγορά
|
+18,31%
|
Η απόκλιση είναι
σαφής. Οι τιμές παραγωγού στην ελληνική αγορά αυξήθηκαν
αισθητά περισσότερο από εκείνες που αφορούν τα προϊόντα που
κατευθύνονται στο εξωτερικό.
Η εξέλιξη αυτή
δεν είναι άσχετη με τη διαφορετική δυναμική της ζήτησης. Τα
τελευταία χρόνια αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες,
μεταξύ των οποίων η Γερμανία, αντιμετωπίζουν χαμηλούς
ρυθμούς ανάπτυξης ή ακόμη και κίνδυνο ύφεσης. Αντίθετα, η
ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρότερη ζήτηση, η οποία όμως
δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.
Η αυξημένη
ζήτηση στην Ελλάδα αφορά σε μεγάλο βαθμό δραστηριότητες όπως
ο τουρισμός και οι κατασκευές και λιγότερο το μέσο ελληνικό
νοικοκυριό, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές
πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημά του.
Η κρίση δεν
έπληξε εξίσου τις δύο αγορές
Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμπεριφορά των τιμών παραγωγού
κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Μέχρι και το
2012, ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εγχώρια αγορά
εξακολουθούσε να καταγράφει αυξήσεις, οι οποίες κυμαίνονταν
από 4,9% έως 7,4% σε ετήσια βάση. Αντίστοιχη ήταν σε μεγάλο
βαθμό η πορεία και του δείκτη εξωτερικής αγοράς.
Στην περίοδο
2013-2016, οι δύο δείκτες κινήθηκαν πτωτικά, πριν
ακολουθήσουν ξανά ανοδική πορεία. Η τάση αυτή διακόπηκε
απότομα το 2020, όταν η πανδημία προκάλεσε ισχυρό πλήγμα
τόσο στην παραγωγή όσο και στο διεθνές εμπόριο.
Το 2019, λίγο
πριν από την πανδημία, ο δείκτης εγχώριας αγοράς ήταν 6,33%
χαμηλότερος από τα επίπεδα του 2021, ενώ ο αντίστοιχος
δείκτης εξωτερικής αγοράς ήταν μόλις 1,36% χαμηλότερος.
Η πανδημία είχε,
στη συνέχεια, πολύ μεγαλύτερη επίδραση στις διεθνείς αγορές.
Το 2020 ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εξωτερική αγορά
υποχώρησε κατά 15,5% σε σχέση με το 2019, έναντι πτώσης 4,5%
στην εγχώρια αγορά.
Οι εξαγωγές
έγιναν βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας
Παρά τις
δυσκολίες, οι εξαγωγές αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες
διεξόδους για τις ελληνικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια
της οικονομικής κρίσης.
Η αξία των
ελληνικών εξαγωγών, από μόλις 18,01 δισ. ευρώ το 2009,
αυξήθηκε στα 27,48 δισ. ευρώ το 2012, σε μια περίοδο κατά
την οποία η ελληνική οικονομία βρισκόταν ακόμη σε βαθιά
ύφεση.
Το 2018
ξεπεράστηκε για πρώτη φορά το όριο των 30 δισ. ευρώ, με τις
εξαγωγές να διαμορφώνονται στα 33,47 δισ. ευρώ.
Το ιστορικό
υψηλό καταγράφηκε το 2022, όταν η αξία των ελληνικών
εξαγωγών ανήλθε στα 55,76 δισ. ευρώ. Το 2025, ωστόσο,
σημειώθηκε υποχώρηση κάτω από το όριο των 50 δισ. ευρώ, με
τις εξαγωγές να διαμορφώνονται στα 48,66 δισ. ευρώ.
Η μεγάλη αύξηση
του κόστους ενέργειας, η επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας
και η μειωμένη ζήτηση για αρκετές κατηγορίες προϊόντων έχουν
δημιουργήσει ένα σαφώς δυσκολότερο περιβάλλον για τις
ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Το 2026 η
ενέργεια αλλάζει ξανά τα δεδομένα
Τα στοιχεία του
2026 αποτυπώνουν πλέον τις συνέπειες της νέας ενεργειακής
αναστάτωσης που προκλήθηκε από την ανάφλεξη στη Μέση
Ανατολή.
Από τον Μάρτιο
και μετά, ο συνολικός δείκτης τιμών παραγωγού κατέγραψε
ισχυρή άνοδο, περίπου 12,4%, με τις πιέσεις να είναι αυτή τη
φορά εντονότερες στα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγές
και ιδιαίτερα στις αγορές εκτός Ευρωζώνης.
Καθοριστική ήταν
η συμβολή της ενέργειας. Εάν εξαιρεθεί ο ενεργειακός κλάδος,
ο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού τον Μάιο ήταν αυξημένος
από την αρχή του έτους μόλις κατά 2,22%.
Στα
πετρελαιοειδή, ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εγχώρια
αγορά εκτινάχθηκε τον Μάιο στις 181,62 μονάδες, ενώ για την
εξωτερική αγορά διαμορφώθηκε στις 178,15 μονάδες.
Αντίθετα, η νέα
γεωπολιτική κρίση δεν είχε αντίστοιχα έντονη επίδραση στις
τιμές παραγωγού των τροφίμων, είτε αυτά προορίζονται για την
ελληνική αγορά είτε για τις διεθνείς αγορές.
Το ελληνικό
παράδοξο
Το ζήτημα,
επομένως, δεν είναι απλώς ότι ένα προϊόν μπορεί να είναι
ακριβότερο στην Ελλάδα από ό,τι στο εξωτερικό. Το βαθύτερο
πρόβλημα αφορά τη δομή της ελληνικής παραγωγής και της
αγοράς.
Οι ελληνικές
επιχειρήσεις συχνά χρειάζεται να προσφέρουν
ανταγωνιστικότερες τιμές στο εξωτερικό προκειμένου να
κερδίσουν μερίδιο αγοράς, ενώ στην εγχώρια αγορά
αντιμετωπίζουν διαφορετικές συνθήκες κόστους, ανταγωνισμού
και ζήτησης.
Παράλληλα, η
Ελλάδα εξακολουθεί να εξάγει σημαντικές ποσότητες προϊόντων
χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, αφήνοντας σε άλλες χώρες το
μεγαλύτερο μέρος της τυποποίησης, της εμπορικής αξιοποίησης
και τελικά του περιθωρίου κέρδους.
Το αποτέλεσμα
είναι ένα παράδοξο που γίνεται όλο και πιο εμφανές: η
ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο
Έλληνας καταναλωτής απολαμβάνει χαμηλότερες τιμές στα ίδια
προϊόντα.
Αντίθετα, σε
αρκετές περιπτώσεις οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγκάζονται
να «χρηματοδοτούν» την εξαγωγική τους ανταγωνιστικότητα με
χαμηλότερες τιμές στο εξωτερικό, την ώρα που η εγχώρια αγορά
εξακολουθεί να επιβαρύνεται από υψηλότερο κόστος και
διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας.
Αυτό αποτελεί
ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θα πρέπει να
αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια: όχι
μόνο περισσότερες εξαγωγές, αλλά περισσότερα ελληνικά
προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία, ισχυρά εμπορικά σήματα
και τιμές που να είναι ανταγωνιστικές τόσο στο εξωτερικό όσο
και στην ίδια την ελληνική αγορά.
|