| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 05/08/26

 
                           

                        

ΔΝΤ: Αυξάνονται οι παγκόσμιοι κίνδυνοι

 

Οι εξωτερικές ανισορροπίες εντείνονται, με το Ταμείο να ζητά συντονισμένες παρεμβάσεις από Κίνα, ΗΠΑ και Ευρωζώνη για την αποκατάσταση ισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία

 

Νέα προειδοποίηση για τη διεύρυνση των παγκόσμιων οικονομικών ανισορροπιών απευθύνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επισημαίνοντας ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των μεγάλων οικονομιών αυξάνονται και ενδέχεται να δημιουργήσουν νέους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την παγκόσμια ανάπτυξη.

 

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κίνα, η οποία κατέγραψε τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση του πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών της εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια, αλλά και οι ΗΠΑ, οι οποίες εξακολουθούν να εμφανίζουν το μεγαλύτερο εξωτερικό έλλειμμα παγκοσμίως.

 

Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι απαιτούνται παρεμβάσεις τόσο από τις πλεονασματικές όσο και από τις ελλειμματικές οικονομίες, καθώς οι επίμονες ανισορροπίες μπορούν να οδηγήσουν σε απότομες προσαρμογές στις αγορές, αλλαγές στις κεφαλαιακές ροές και μεγαλύτερη αστάθεια.

 

Η Κίνα αυξάνει το πλεόνασμα κατά 300 δισ. δολάρια

 

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ για το παγκόσμιο εμπόριο, το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας αυξήθηκε πέρυσι κατά περίπου 300 δισ. δολάρια, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη διεύρυνση σε απόλυτους όρους από το 2000.

 

Το κινεζικό πλεόνασμα έφτασε περίπου στο 0,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αντανακλώντας κυρίως τη μειωμένη εγχώρια ζήτηση, την υψηλή αποταμίευση των νοικοκυριών και τη δυναμική των εξαγωγών.

 

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη σημαντική επιβράδυνση των επενδύσεων στην Κίνα. Η πτώση στην αγορά ακινήτων αποτέλεσε αρχικά τον βασικό παράγοντα, ενώ στη συνέχεια η αδυναμία επεκτάθηκε στη μεταποίηση και στις υποδομές.

 

Παράλληλα, η υψηλή ιδιωτική αποταμίευση συνεχίζει να ενισχύει το εξωτερικό πλεόνασμα, καθώς τα κινεζικά νοικοκυριά διατηρούν υψηλά επίπεδα αποταμίευσης λόγω περιορισμένης κοινωνικής προστασίας και αυξημένης αβεβαιότητας.

 

Οι ΗΠΑ παραμένουν η μεγαλύτερη ελλειμματική οικονομία

 

Στην άλλη πλευρά του παγκόσμιου ισοζυγίου βρίσκονται οι ΗΠΑ, οι οποίες εξακολουθούν να εμφανίζουν το μεγαλύτερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στον κόσμο.

 

Το αμερικανικό έλλειμμα μειώθηκε πέρυσι κατά 69 δισ. δολάρια, ωστόσο παραμένει περίπου στο 0,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ξεπερνώντας το άθροισμα των πλεονασμάτων της Κίνας και της Ευρωζώνης.

 

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το αμερικανικό έλλειμμα αντανακλά κυρίως τη διαχρονικά χαμηλή αποταμίευση, σε συνδυασμό με το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα.

 

Οι εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ έχουν αλλάξει σημαντικά τις διεθνείς ροές. Οι εισαγωγές από την Κίνα έχουν μειωθεί αισθητά, όμως μεγάλο μέρος της ζήτησης μετατοπίστηκε προς άλλες χώρες, περιορίζοντας τις επιπτώσεις στο συνολικό εμπορικό ισοζύγιο.

 

                       

 

Η Ελλάδα: Βελτίωση αλλά με ανοικτή πληγή το εξωτερικό ισοζύγιο

 

Το ΔΝΤ αναγνωρίζει τη σημαντική βελτίωση του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας μετά την οικονομική κρίση, ωστόσο επισημαίνει ότι το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει μία από τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

 

Οι βασικοί παράγοντες που διατηρούν την ανισορροπία είναι:

 

το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών,

 

οι διαρθρωτικές αδυναμίες στην παραγωγικότητα,

 

η περιορισμένη δημιουργία εγχώριας προστιθέμενης αξίας,

 

οι ανισορροπίες στον ιδιωτικό τομέα.

 

Η ενεργειακή εξάρτηση και η μεγάλη συμμετοχή εισαγόμενων προϊόντων στην κατανάλωση και την παραγωγή εξακολουθούν να επιβαρύνουν το εξωτερικό ισοζύγιο.

 

Γιατί οι ανισορροπίες αποτελούν κίνδυνο

 

Το ΔΝΤ σημειώνει ότι δεν αποτελούν όλα τα πλεονάσματα και ελλείμματα πρόβλημα. Οι διεθνείς κεφαλαιακές ροές αποτελούν φυσιολογικό μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.

 

Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν οι ανισορροπίες γίνονται υπερβολικά μεγάλες και παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν:

 

να οδηγήσουν σε λανθασμένη κατανομή πόρων,

 

να ενισχύσουν χρηματοπιστωτικές ευπάθειες,

 

να προκαλέσουν απότομες αλλαγές στις αγορές,

 

να αυξήσουν τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ χωρών.

 

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μεγάλες ανισορροπίες μπορούν να ανατραπούν απότομα μέσω πτώσης των τιμών περιουσιακών στοιχείων, αντιστροφής κεφαλαιακών ροών και επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Ενεργειακό σοκ: Πλήγμα 1,3 μονάδων στην παγκόσμια ανάπτυξη

 

Το ΔΝΤ εξετάζει και ένα ακραίο σενάριο ενεργειακής κρίσης, με την τιμή του πετρελαίου κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι.

 

Σε αυτό το σενάριο, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περίπου 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, με το μισό της επίπτωσης να προέρχεται άμεσα από το ενεργειακό σοκ και το υπόλοιπο από τις δευτερογενείς επιπτώσεις στην κατανάλωση, στις επενδύσεις και στις αγορές.

 

Η ενεργειακή αναταραχή θα διεύρυνε το παγκόσμιο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατά περίπου 0,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2026 και έως 0,5% το 2027.

 

Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες θα ενίσχυαν τα πλεονάσματά τους, ενώ αρκετές ελλειμματικές οικονομίες θα αντιμετώπιζαν μεγαλύτερες εξωτερικές πιέσεις.

 

Το ΔΝΤ ζητά συντονισμένη δράση

 

Η λύση, σύμφωνα με το Ταμείο, δεν μπορεί να προέλθει από μία μόνο πλευρά.

 

Το ΔΝΤ καλεί τις μεγάλες οικονομίες να κινηθούν παράλληλα:

 

η Κίνα να ενισχύσει την εγχώρια ζήτηση και να μειώσει την υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές,

 

οι ΗΠΑ να αυξήσουν την αποταμίευση και να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα,

 

η Ευρωζώνη να ενισχύσει τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα.

 

Ακόμη και χωρίς διεθνή συντονισμό, κάθε χώρα έχει συμφέρον να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές της ανισορροπίες.

 

Το ΔΝΤ προειδοποιεί, ωστόσο, ότι εάν οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν, οι παγκόσμιες ανισορροπίες μπορεί να διευρυνθούν περαιτέρω, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη θα παραμένει εύθραυστη και οι κίνδυνοι μιας απότομης διόρθωσης θα αυξάνονται.

                                         

                                    

                                         

                                                        

 

                                   

 

Γιατί τα ελληνικά προϊόντα πωλούνται φθηνότερα στο εξωτερικό από ό,τι στην Ελλάδα

 

Ένα παράδοξο που προκαλεί εύλογα ερωτήματα καταγράφεται στις τιμές ελληνικών προϊόντων: σε αρκετές περιπτώσεις, τα ίδια ακριβώς προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα πωλούνται φθηνότερα στις αγορές του εξωτερικού από ό,τι στους Έλληνες καταναλωτές.

 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ελληνικής μπίρας. Στην Ελλάδα πωλείται προς περίπου 2,77 ευρώ το λίτρο χωρίς ΦΠΑ, ενώ στη Ρουμανία η τιμή της περιορίζεται στα 1,27 ευρώ το λίτρο. Η διαφορά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, η πραγματική αγοραστική δύναμη στη Ρουμανία έχει πλέον ξεπεράσει εκείνη της Ελλάδας.

 

Ανάλογες αποκλίσεις εμφανίζονται και σε άλλα προϊόντα. Επώνυμες ελιές Καλαμών σε συσκευασία 370 γραμμαρίων πωλούνται στην Αυστρία προς 2,69 ευρώ, περίπου όσο και στην Ελλάδα, όπου η τιμή τους φθάνει τα 2,70 ευρώ.

 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση επιδορπίου φυτικού γάλακτος με φρούτα από γνωστή ελληνική εταιρεία. Στην Αυστρία η συσκευασία των 150 γραμμαρίων κοστίζει 1,29 ευρώ, ενώ στην ελληνική αγορά το ίδιο ακριβώς προϊόν πωλείται προς 1,45 ευρώ.

 

Η διαφορά αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τη στιγμή που η Αυστρία είναι μια σαφώς πλουσιότερη οικονομία. Μάλιστα, από την 1η Ιουλίου 2026 ο ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα μειώθηκε εκεί στο 4,9%. Ακόμη και χωρίς να υπολογίζεται ο ΦΠΑ, όμως, το ελληνικό προϊόν παραμένει ακριβότερο στην εγχώρια αγορά.

 

Στον χυμό ντομάτας, ελαφρά συμπυκνωμένο, η τιμή στην Κύπρο διαμορφώνεται στα 1,67 ευρώ το κιλό χωρίς ΦΠΑ, έναντι 2,05 ευρώ το κιλό στην Ελλάδα. Στην περίπτωση, τέλος, μπάρας δημητριακών ελληνικής παραγωγής, η τιμή στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα με την ελληνική.

 

Το ερώτημα, επομένως, είναι εύλογο: γιατί ένα ελληνικό προϊόν μπορεί να κοστίζει περισσότερο στον Έλληνα καταναλωτή από ό,τι στον καταναλωτή μιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας;

 

Οι διαφορετικές τιμές για την εξαγωγή

 

Μία από τις βασικές εξηγήσεις βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις τιμολογούν τα προϊόντα τους στις διεθνείς αγορές.

 

Οι παραγωγικές επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα εκείνες του κλάδου τροφίμων, συχνά αποδέχονται χαμηλότερες τιμές στο εξωτερικό προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέες αγορές, να αυξήσουν τον όγκο των πωλήσεών τους και να αντιμετωπίσουν τον ισχυρό ανταγωνισμό.

 

Με άλλα λόγια, δημιουργείται μια κατάσταση κατά την οποία ο Έλληνας καταναλωτής μπορεί να επιβαρύνεται περισσότερο, την ώρα που η χαμηλότερη τιμή στις αγορές του εξωτερικού ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών.

 

Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο στις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων. Πρόκειται για οικονομίες με χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, γεγονός που υποχρεώνει τους Έλληνες παραγωγούς να προσαρμόζουν τις τιμές τους προκειμένου να κερδίσουν χώρο στα ράφια των τοπικών αλυσίδων λιανικής.

 

Αλλά και στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως η Γερμανία, οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα απαιτητικές. Οι μεγάλες εκπτωτικές αλυσίδες έχουν σημαντική διαπραγματευτική δύναμη και συχνά αξιοποιούν διαδικασίες που μοιάζουν με διαγωνισμούς μεταξύ προμηθευτών, επιλέγοντας εκείνους που μπορούν να προσφέρουν την πιο ανταγωνιστική τιμή, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές.

 

Έτσι, η ελληνική επιχείρηση καλείται να συμπιέσει το κόστος και το περιθώριο κέρδους της προκειμένου να διατηρήσει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές.

 

                                 

 

Το πρόβλημα των προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας

 

Ένας ακόμη παράγοντας αφορά τη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών. Για πολλά χρόνια σημαντικό τμήμα των εξαγωγών αφορούσε μη τυποποιημένα προϊόντα, τα οποία έφευγαν από την Ελλάδα σε χαμηλές τιμές για να υποστούν την τελική επεξεργασία, τυποποίηση και εμπορική αξιοποίηση στο εξωτερικό.

 

Με αυτόν τον τρόπο, μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας δημιουργείται τελικά εκτός Ελλάδας.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ελαιόλαδο. Τεράστιες ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου εξάγονται χύμα προς την Ιταλία σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες στις οποίες το ίδιο προϊόν διατίθεται στην Ελλάδα, ιδιαίτερα όταν φθάνει στον καταναλωτή τυποποιημένο και με ισχυρό εμπορικό σήμα.

 

Στην άλλη πλευρά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ελληνικές επιχειρήσεις διατηρούν στις διεθνείς αγορές τιμές αντίστοιχες με τις εγχώριες. Στα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας, για παράδειγμα, οι Ιταλοί καταναλωτές πληρώνουν περίπου 11 ευρώ το κιλό για τσιπούρα και λαβράκι ελληνικής προέλευσης, δηλαδή περίπου όσο και οι καταναλωτές στην Ελλάδα.

 

Στον συγκεκριμένο κλάδο, η τιμολογιακή πολιτική συνδέεται μεταξύ άλλων με τον έντονο ανταγωνισμό της Ελλάδας με την Τουρκία, αλλά και με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν τα προηγούμενα χρόνια στην ελληνική αγορά ιχθυοκαλλιέργειας.

    

                                      

 

Οι τιμές παραγωγού αποκαλύπτουν τη διαφορά

 

Η διαφορετική τιμολογιακή συμπεριφορά στην εγχώρια και στις διεθνείς αγορές αποτυπώνεται και στα στοιχεία του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία.

 

Το 2025, σε σύγκριση με το 2021, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε κατά 22,73%.

 

Η εικόνα όμως αλλάζει όταν εξεταστούν ξεχωριστά η εγχώρια και η εξωτερική αγορά:

 

Δείκτης τιμών παραγωγού

Μεταβολή 2021-2025

Σύνολο αγοράς

+22,73%

Εγχώρια αγορά

+24,61%

Εξωτερική αγορά

+18,31%

 

Η απόκλιση είναι σαφής. Οι τιμές παραγωγού στην ελληνική αγορά αυξήθηκαν αισθητά περισσότερο από εκείνες που αφορούν τα προϊόντα που κατευθύνονται στο εξωτερικό.

 

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με τη διαφορετική δυναμική της ζήτησης. Τα τελευταία χρόνια αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, αντιμετωπίζουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ή ακόμη και κίνδυνο ύφεσης. Αντίθετα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρότερη ζήτηση, η οποία όμως δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.

 

Η αυξημένη ζήτηση στην Ελλάδα αφορά σε μεγάλο βαθμό δραστηριότητες όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές και λιγότερο το μέσο ελληνικό νοικοκυριό, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημά του.

 

Η κρίση δεν έπληξε εξίσου τις δύο αγορές

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμπεριφορά των τιμών παραγωγού κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

 

Μέχρι και το 2012, ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εγχώρια αγορά εξακολουθούσε να καταγράφει αυξήσεις, οι οποίες κυμαίνονταν από 4,9% έως 7,4% σε ετήσια βάση. Αντίστοιχη ήταν σε μεγάλο βαθμό η πορεία και του δείκτη εξωτερικής αγοράς.

 

Στην περίοδο 2013-2016, οι δύο δείκτες κινήθηκαν πτωτικά, πριν ακολουθήσουν ξανά ανοδική πορεία. Η τάση αυτή διακόπηκε απότομα το 2020, όταν η πανδημία προκάλεσε ισχυρό πλήγμα τόσο στην παραγωγή όσο και στο διεθνές εμπόριο.

 

Το 2019, λίγο πριν από την πανδημία, ο δείκτης εγχώριας αγοράς ήταν 6,33% χαμηλότερος από τα επίπεδα του 2021, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης εξωτερικής αγοράς ήταν μόλις 1,36% χαμηλότερος.

 

Η πανδημία είχε, στη συνέχεια, πολύ μεγαλύτερη επίδραση στις διεθνείς αγορές. Το 2020 ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εξωτερική αγορά υποχώρησε κατά 15,5% σε σχέση με το 2019, έναντι πτώσης 4,5% στην εγχώρια αγορά.

 

Οι εξαγωγές έγιναν βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας

 

Παρά τις δυσκολίες, οι εξαγωγές αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες διεξόδους για τις ελληνικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

 

Η αξία των ελληνικών εξαγωγών, από μόλις 18,01 δισ. ευρώ το 2009, αυξήθηκε στα 27,48 δισ. ευρώ το 2012, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρισκόταν ακόμη σε βαθιά ύφεση.

 

Το 2018 ξεπεράστηκε για πρώτη φορά το όριο των 30 δισ. ευρώ, με τις εξαγωγές να διαμορφώνονται στα 33,47 δισ. ευρώ.

 

Το ιστορικό υψηλό καταγράφηκε το 2022, όταν η αξία των ελληνικών εξαγωγών ανήλθε στα 55,76 δισ. ευρώ. Το 2025, ωστόσο, σημειώθηκε υποχώρηση κάτω από το όριο των 50 δισ. ευρώ, με τις εξαγωγές να διαμορφώνονται στα 48,66 δισ. ευρώ.

 

Η μεγάλη αύξηση του κόστους ενέργειας, η επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας και η μειωμένη ζήτηση για αρκετές κατηγορίες προϊόντων έχουν δημιουργήσει ένα σαφώς δυσκολότερο περιβάλλον για τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις.

 

Το 2026 η ενέργεια αλλάζει ξανά τα δεδομένα

 

Τα στοιχεία του 2026 αποτυπώνουν πλέον τις συνέπειες της νέας ενεργειακής αναστάτωσης που προκλήθηκε από την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

 

Από τον Μάρτιο και μετά, ο συνολικός δείκτης τιμών παραγωγού κατέγραψε ισχυρή άνοδο, περίπου 12,4%, με τις πιέσεις να είναι αυτή τη φορά εντονότερες στα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγές και ιδιαίτερα στις αγορές εκτός Ευρωζώνης.

 

Καθοριστική ήταν η συμβολή της ενέργειας. Εάν εξαιρεθεί ο ενεργειακός κλάδος, ο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού τον Μάιο ήταν αυξημένος από την αρχή του έτους μόλις κατά 2,22%.

 

Στα πετρελαιοειδή, ο δείκτης τιμών παραγωγού για την εγχώρια αγορά εκτινάχθηκε τον Μάιο στις 181,62 μονάδες, ενώ για την εξωτερική αγορά διαμορφώθηκε στις 178,15 μονάδες.

 

Αντίθετα, η νέα γεωπολιτική κρίση δεν είχε αντίστοιχα έντονη επίδραση στις τιμές παραγωγού των τροφίμων, είτε αυτά προορίζονται για την ελληνική αγορά είτε για τις διεθνείς αγορές.

 

Το ελληνικό παράδοξο

 

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι ένα προϊόν μπορεί να είναι ακριβότερο στην Ελλάδα από ό,τι στο εξωτερικό. Το βαθύτερο πρόβλημα αφορά τη δομή της ελληνικής παραγωγής και της αγοράς.

 

Οι ελληνικές επιχειρήσεις συχνά χρειάζεται να προσφέρουν ανταγωνιστικότερες τιμές στο εξωτερικό προκειμένου να κερδίσουν μερίδιο αγοράς, ενώ στην εγχώρια αγορά αντιμετωπίζουν διαφορετικές συνθήκες κόστους, ανταγωνισμού και ζήτησης.

 

Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εξάγει σημαντικές ποσότητες προϊόντων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, αφήνοντας σε άλλες χώρες το μεγαλύτερο μέρος της τυποποίησης, της εμπορικής αξιοποίησης και τελικά του περιθωρίου κέρδους.

 

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο που γίνεται όλο και πιο εμφανές: η ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο Έλληνας καταναλωτής απολαμβάνει χαμηλότερες τιμές στα ίδια προϊόντα.

 

Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγκάζονται να «χρηματοδοτούν» την εξαγωγική τους ανταγωνιστικότητα με χαμηλότερες τιμές στο εξωτερικό, την ώρα που η εγχώρια αγορά εξακολουθεί να επιβαρύνεται από υψηλότερο κόστος και διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας.

 

Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια: όχι μόνο περισσότερες εξαγωγές, αλλά περισσότερα ελληνικά προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία, ισχυρά εμπορικά σήματα και τιμές που να είναι ανταγωνιστικές τόσο στο εξωτερικό όσο και στην ίδια την ελληνική αγορά.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum