| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 05/10/26

                       

 

Ακίνητα: Λιγότεροι Έλληνες, περισσότερα σπίτια χρειάζονται – Το δημογραφικό παράδοξο που βαθαίνει τη στεγαστική κρίση

 

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα πιο παράδοξα φαινόμενα της στεγαστικής αγοράς: ο πληθυσμός μειώνεται, αλλά η ανάγκη για κατοικίες αυξάνεται.

 

Η εξήγηση βρίσκεται στη ριζική αλλαγή της σύνθεσης των νοικοκυριών. Οι άνθρωποι που κατοικούν στη χώρα είναι λιγότεροι, όμως τα νοικοκυριά είναι περισσότερα και, κυρίως, μικρότερα. Η μεγάλη αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών μετατρέπει το δημογραφικό πρόβλημα σε παράγοντα που, σε αρκετές περιοχές, ενισχύει αντί να περιορίζει τη ζήτηση για κατοικίες.

 

Το στοιχείο αυτό αλλάζει σημαντικά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η στεγαστική κρίση. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα έλλειψης κατοικιών, αλλά και για ζήτημα λάθος κατανομής του υφιστάμενου αποθέματος σε σχέση με τις νέες ανάγκες του πληθυσμού.

 

Λιγότερος πληθυσμός, περισσότερα νοικοκυριά

 

Τα στοιχεία της Απογραφής του 2021 αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίφαση.

 

Μεταξύ 2011 και 2021 ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,1%. Την ίδια περίοδο, όμως, ο αριθμός των ιδιωτικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 4,8%.

 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξέλιξη στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, τα οποία αυξήθηκαν κατά 32%, ενώ αντίθετα τα νοικοκυριά με πέντε ή περισσότερα μέλη μειώθηκαν κατά 14,8%.

 

Δείκτης 2011–2021

Μεταβολή

Μόνιμος πληθυσμός

-3,1%

Ιδιωτικά νοικοκυριά

+4,8%

Μονοπρόσωπα νοικοκυριά

+32%

Νοικοκυριά 5+ ατόμων

-14,8%

 

Η μεταβολή αυτή έχει άμεση επίδραση στην αγορά κατοικίας. Ένας άνθρωπος που στο παρελθόν μπορεί να αποτελούσε μέρος ενός μεγαλύτερου οικογενειακού νοικοκυριού χρειάζεται πλέον, σε αρκετές περιπτώσεις, τη δική του κατοικία.

 

Εργένηδες, διαζευγμένοι, μονογονεϊκές οικογένειες αλλά και νέα ζευγάρια με λιγότερα παιδιά δημιουργούν διαφορετική ζήτηση σε σχέση με το παρελθόν.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγορά χρειάζεται περισσότερες κατοικίες ανά κάτοικο, ακόμη και όταν ο συνολικός πληθυσμός υποχωρεί.

 

Η μεγάλη αλλαγή δεν είναι μόνο πόσα σπίτια υπάρχουν, αλλά τι σπίτια χρειάζονται

 

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια κρίσιμη παράμετρο για την οικοδομή και την αγορά ακινήτων.

 

Το υφιστάμενο απόθεμα κατοικιών και οι νέες κατασκευές θα πρέπει σταδιακά να προσαρμοστούν σε μικρότερα νοικοκυριά. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για κατοικίες μικρότερων και μεσαίων επιφανειών, οι οποίες είναι παράλληλα οικονομικότερες τόσο στην αγορά όσο και στην ενοικίαση.

 

Το κόστος στέγασης λειτουργεί ως επιπλέον παράγοντας προς αυτή την κατεύθυνση. Όσο αυξάνονται οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για κατοικίες που μπορούν να αποκτηθούν ή να μισθωθούν από ένα άτομο ή ένα μικρό νοικοκυριό.

 

Άρα, η μελλοντική ζήτηση δεν θα καθορίζεται μόνο από το πόσοι άνθρωποι θα ζουν στην Ελλάδα, αλλά και από το πώς θα είναι οργανωμένοι σε νοικοκυριά.

 

Η δημογραφική συρρίκνωση δεν θα είναι ίδια παντού

 

 

                        

 

Η γεωγραφική διάσταση του προβλήματος είναι εξίσου σημαντική.

 

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Eurostat, έως το 2050 αναμένεται μείωση του πληθυσμού σε 836 από τις 1.165 περιφέρειες επιπέδου NUTS 3 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή στο 71,8% του συνόλου.

 

Στην Ελλάδα, η μείωση αναμένεται να αφορά περισσότερες από 8 στις 10 αντίστοιχες υποπεριφερειακές ενότητες, οι οποίες κατά κανόνα βρίσκονται εκτός των δύο μεγάλων αστικών κέντρων.

 

Αυτό δημιουργεί μια κρίσιμη διαφοροποίηση για την αγορά ακινήτων.

 

Η Ελλάδα δεν θα έχει ένα ενιαίο στεγαστικό πρόβλημα. Θα υπάρχουν περιοχές όπου η ζήτηση θα παραμένει ισχυρή ή θα αυξάνεται και άλλες όπου ο πληθυσμός θα συρρικνώνεται και μαζί του η ανάγκη για νέες κατοικίες.

 

Επομένως, η κατασκευή κατοικιών χωρίς γεωγραφική και δημογραφική στόχευση δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθεί η προσφορά σε περιοχές όπου μελλοντικά δεν θα υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση.

 

Οι σημερινές αποφάσεις αφορούν την Ελλάδα του 2050

 

Η διάσταση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ο μεγάλος χρόνος ζωής μιας κατοικίας.

 

Οι κατοικίες που κατασκευάζονται σήμερα θα παραμείνουν στο στεγαστικό απόθεμα για πολλές δεκαετίες. Αντίστοιχα, ένα στεγαστικό δάνειο που χορηγείται σήμερα μπορεί να αποπληρώνεται ακόμη και κοντά στο 2050.

 

Κατά συνέπεια, οι επενδυτικές αποφάσεις του 2026 δεν αφορούν μόνο τη σημερινή ζήτηση. Αφορούν την πληθυσμιακή και οικονομική εικόνα της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τους developers, τις τράπεζες αλλά και την πολιτεία: η νέα οικοδομή θα πρέπει να κατευθύνεται εκεί όπου θα υπάρχει πραγματική ζήτηση και όχι απλώς εκεί όπου υπάρχει σήμερα διαθέσιμη γη.

 

                     

 

Οι νέοι είναι οι μεγαλύτεροι χαμένοι της στεγαστικής πίεσης 

 

Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στις νεότερες ηλικίες.

 

Σε πρόσφατη πανελλαδική έρευνα της BluPeak Estate Analytics σε συνεργασία με την Ierax Analytics, το 62% των ερωτηθέντων ηλικίας 25–35 ετών αξιολόγησε το κόστος στέγασης από οριακό έως μη βιώσιμο.

 

Παράλληλα, το 71% χαρακτήρισε την αγορά ακινήτων λίγο ή καθόλου διαφανή, ενώ το 56% εκτίμησε ότι η δημιουργία ενός ενιαίου Μητρώου Ιδιοκτησίας θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφάνεια.

 

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η στεγαστική κρίση δεν περιορίζεται πλέον στο ερώτημα «πόσο κοστίζει ένα σπίτι».

 

Υπάρχει και ένα δεύτερο ζήτημα: πόσα ακίνητα είναι πραγματικά διαθέσιμα, σε ποια κατάσταση βρίσκονται, ποιος τα κατέχει, πού βρίσκονται και εάν μπορούν πράγματι να αξιοποιηθούν.

 

Το «κρυφό» απόθεμα των Δήμων

 

Σε αυτό το σημείο εισέρχεται στην εξίσωση η δημοτική ακίνητη περιουσία.

 

Η επεξεργασία της BluPeak Estate Analytics στο συγκεντρωτικό αρχείο του Κτηματολογίου εντόπισε 389.556 εγγραφές και δικαιώματα που συνδέονται με ακίνητα των 332 Δήμων της χώρας.

 

Το γεγονός ότι ένα ακίνητο ανήκει σε έναν Δήμο, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα.

 

Η εκτίμηση της BluPeak είναι ότι περίπου το 25% των δημοτικών ακινήτων μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα, ενώ περίπου 40% χρειάζεται τεχνική, διοικητική ή νομική ωρίμανση. Ένα ακόμη 35% εμφανίζει σοβαρές εκκρεμότητες ή περιορισμούς.

 

Κατάσταση δημοτικών ακινήτων

Εκτιμώμενο ποσοστό

Άμεσα αξιοποιήσιμα

25%

Απαιτούν ωρίμανση

40%

Σοβαρές εκκρεμότητες/περιορισμοί

35%

 

Το στοιχείο αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το «πόσα ακίνητα διαθέτει το Δημόσιο και οι Δήμοι» στο πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα: πόσα από αυτά μπορούν πραγματικά να μετατραπούν σε οικονομικά ή κοινωνικά χρήσιμη προσφορά κατοικίας.

 

Νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κοινωνική κατοικία

 

Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο για τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας.

 

Το άρθρο 546 προβλέπει την υποχρέωση των Δήμων να διατηρούν, να προστατεύουν, να διαχειρίζονται και να αξιοποιούν την περιουσία τους με επιμελή και αποδοτικό τρόπο. Παράλληλα, προβλέπεται η καταγραφή των ακινήτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων και η κατάρτιση προγράμματος διαχείρισης και αξιοποίησής τους.

 

Το άρθρο 547 εισάγει το «Πρόγραμμα Διαχείρισης και Αξιοποίησης Περιουσίας» Δήμων και Περιφερειών, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων αποκτήσεις και μισθώσεις ακινήτων, εκμισθώσεις, δημοπρασίες και εκποιήσεις.

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα αξιοποίησης νέων εργαλείων, όπως η κοινωνική αντιπαροχή σε δημοτικά ακίνητα, με στόχο τη δημιουργία κοινωνικής κατοικίας και την ενεργοποίηση ανενεργών περιουσιακών στοιχείων.

 

Το πραγματικό στοίχημα: όχι περισσότερα σπίτια παντού

 

Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική στεγαστική αγορά τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς να κατασκευαστούν περισσότερες κατοικίες.

 

Είναι να κατασκευαστούν οι σωστές κατοικίες, στις σωστές περιοχές και για τα νοικοκυριά που πραγματικά θα τις χρειάζονται.

 

Η δημογραφική συρρίκνωση, η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, η συγκέντρωση πληθυσμού και θέσεων εργασίας στα μεγάλα αστικά κέντρα, το υψηλό κόστος αγοράς και ενοικίασης και το μεγάλο αλλά σε σημαντικό βαθμό αναξιοποίητο απόθεμα δημοτικών ακινήτων συνθέτουν ένα εξαιρετικά σύνθετο παζλ.

 

Η λύση συνεπώς δεν βρίσκεται μόνο στην επιτάχυνση της νέας οικοδομής.

 

Χρειάζονται παράλληλα ανακαινίσεις υφιστάμενων ακινήτων, επιστροφή κενών κατοικιών στην αγορά, αξιοποίηση δημόσιας και δημοτικής περιουσίας και καλύτερη πληροφόρηση για το πραγματικό στεγαστικό απόθεμα.

 

Το κρίσιμο εργαλείο θα είναι ένας ενιαίος χάρτης της στεγαστικής ζήτησης, που θα συνδυάζει πληθυσμό, νοικοκυριά, κατοικίες, εισοδήματα, θέσεις εργασίας, υποδομές και διαθέσιμη δημόσια και δημοτική γη.

 

Γιατί το παράδοξο της ελληνικής αγοράς ακινήτων είναι πλέον σαφές: η χώρα μπορεί να έχει λιγότερους κατοίκους το 2050, αλλά αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα χρειάζεται λιγότερα σπίτια. Το πόσα σπίτια θα χρειάζονται και κυρίως πού θα χρειάζονται, θα εξαρτηθεί από το πώς θα αλλάξει η ίδια η δομή της ελληνικής κοινωνίας.

 

                            

 

Δημογραφικό: Γιατί ούτε τα επιδόματα ούτε οι γενναίες παροχές μπορούν να πείσουν τους νέους να κάνουν παιδιά

 

Η Ελλάδα γερνάει με ταχύτητα, οι γεννήσεις μειώνονται και η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και τα πιο γενναιόδωρα προγράμματα οικογενειακής πολιτικής δεν αρκούν από μόνα τους για να αντιστρέψουν τη δημογραφική τάση

 

Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη εδώ και χρόνια με μία από τις εντονότερες δημογραφικές πιέσεις στην Ευρώπη.

 

Οι γεννήσεις μειώνονται, οι άνθρωποι αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία και η αναλογία των ηλικιωμένων προς τις νεότερες γενιές αυξάνεται.

 

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν τη δυσμενή εικόνα. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν από 84.764 το 2020 σε 68.467 το 2024, ενώ τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν νέα υποχώρηση, στις 65.594 γεννήσεις, δηλαδή 2.873 λιγότερες από το 2024 ή πτώση 4,2%.

 

Την ίδια στιγμή, η συνολική γονιμότητα βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, πολύ κάτω από το 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, που θεωρείται περίπου το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μετανάστευση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, η γονιμότητα διαμορφώθηκε το 2024 σε μόλις 1,34 παιδιά ανά γυναίκα.

 

Παράλληλα, η Ελλάδα γερνάει ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Η διάμεση ηλικία του πληθυσμού έφτασε τα 47,2 έτη το 2025, έναντι 44,9 ετών στην ΕΕ. Από το 2005 έως το 2025 αυξήθηκε κατά 8 χρόνια, μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.

 

Στην ΕΕ, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω αντιπροσώπευαν το 22% του πληθυσμού στις αρχές του 2025, ενώ οι ηλικίες 0-14 μόλις το 14,4%.

 

Το ερώτημα, επομένως, είναι αναπόφευκτο: μπορεί το κράτος να αντιστρέψει τη δημογραφική τάση; Και, κυρίως, μπορούν οι οικονομικές ενισχύσεις και οι οικογενειακές παροχές να κάνουν τους νέους να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά;

 

Η διεθνής εμπειρία προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο, αλλά όχι ιδιαίτερα αισιόδοξο, προηγούμενο.

 

Η Ουγγαρία πόνταρε στα επιδόματα

 

Η Ουγγαρία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας που επιχείρησε να αντιμετωπίσει την υπογεννητικότητα με ένα εξαιρετικά επιθετικό πρόγραμμα οικογενειακής πολιτικής.

 

Το 2011, η χώρα είχε δείκτη γονιμότητας μόλις 1,23 παιδιά ανά γυναίκα.

 

Η κυβέρνηση απάντησε με ένα πολυδιάστατο πακέτο μέτρων, που περιλάμβανε:

 

οικονομικές ενισχύσεις για γάμους και γεννήσεις,

επιδοτούμενα δάνεια τα οποία μπορούσαν να διαγραφούν καθώς αυξανόταν το μέγεθος της οικογένειας,

φορολογικές ελαφρύνσεις που αυξάνονταν ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών,

πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για γυναίκες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά,

επιδότηση αγοράς αυτοκινήτου,

ενίσχυση της παιδικής φροντίδας.

 

Τα αποτελέσματα αρχικά ήταν εντυπωσιακά.

 

Ο δείκτης γονιμότητας αυξήθηκε και έφτασε τα 1,63 παιδιά ανά γυναίκα το 2021.

 

Ωστόσο, η άνοδος δεν αποδείχθηκε μόνιμη.

 

Στη συνέχεια οι γεννήσεις άρχισαν και πάλι να υποχωρούν, με τον δείκτη να βρίσκεται στο 1,31 το 2025.

 

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε ένα κρίσιμο ερώτημα: μήπως ένα μέρος της αρχικής αύξησης δεν αφορούσε επιπλέον παιδιά, αλλά παιδιά που ούτως ή άλλως θα αποκτούνταν, απλώς σε διαφορετικό χρόνο;

 

Με άλλα λόγια, τα κίνητρα μπορεί να επηρέασαν το πότε απέκτησαν οι οικογένειες παιδιά, χωρίς να αλλάξουν δραστικά το πόσα παιδιά θα αποκτούσαν τελικά.

 

Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της δημογραφικής πολιτικής: μια προσωρινή αύξηση των γεννήσεων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει αντιστραφεί η μακροπρόθεσμη τάση.

 

Το σουηδικό και νορβηγικό μοντέλο δεν είναι άτρωτο

 

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση των σκανδιναβικών χωρών.

 

Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Φινλανδία και Ισλανδία διαθέτουν εδώ και δεκαετίες ισχυρά κράτη πρόνοιας, υψηλά ποσοστά απασχόλησης και ένα εκτεταμένο πλέγμα πολιτικών που στηρίζουν τις οικογένειες.

 

Η λογική τους είναι διαφορετική από ένα απλό «επίδομα γέννας».

 

Οι πολιτικές στοχεύουν στη μείωση του οικονομικού και επαγγελματικού κόστους της απόκτησης παιδιού.

 

Περιλαμβάνουν γενναιόδωρες γονικές άδειες, επιδοτούμενη παιδική φροντίδα και πολιτικές που ενθαρρύνουν τους πατέρες να συμμετέχουν περισσότερο στη φροντίδα των παιδιών.

 

Η Νορβηγία, για παράδειγμα, προσφέρει σχεδόν έναν χρόνο γονικής άδειας με πλήρη μισθολογική αναπλήρωση, ενώ στη Σουηδία η συνολική διάρκεια είναι ακόμη μεγαλύτερη, με μέρος της άδειας να κατανέμεται μεταξύ των δύο γονέων.

 

Οι χώρες αυτές είχαν για πολλά χρόνια υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας από τις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες.

 

                    

 

Και όμως, ούτε αυτό το μοντέλο αποδείχθηκε αρκετό.

 

Μετά το 2010, τα ποσοστά γεννήσεων υποχώρησαν αισθητά στις σκανδιναβικές χώρες, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά περίπου 20%-30%.

 

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η μεγαλύτερη αλλαγή δεν φαίνεται να αφορά μόνο την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού.

 

Όλο και περισσότερες γυναίκες καθυστερούν ή δεν προχωρούν στην απόκτηση του πρώτου παιδιού.

 

Γιατί δεν αρκούν τα χρήματα;

 

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη διεθνή εμπειρία.

 

Η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας δεν είναι μια απλή οικονομική εξίσωση.

 

Σίγουρα το κόστος έχει σημασία.

 

Η στέγαση, οι μισθοί, η εργασιακή ασφάλεια, το κόστος παιδικής φροντίδας και η δυνατότητα ενός ζευγαριού να αποκτήσει δικό του σπίτι επηρεάζουν τις αποφάσεις.

 

Αλλά δεν είναι οι μοναδικοί παράγοντες.

 

Οι άνθρωποι μπορεί να θέλουν πρώτα να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, να αποκτήσουν επαγγελματική σταθερότητα, να δημιουργήσουν μια οικονομική βάση ή να βρουν τον κατάλληλο σύντροφο.

 

Η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει «καλή ζωή» έχει αλλάξει.

 

Η απόκτηση παιδιών ανταγωνίζεται πλέον άλλες προτεραιότητες: καριέρα, προσωπική ελευθερία, ταξίδια, οικονομική ανεξαρτησία και περισσότερο χρόνο για τον εαυτό.

 

Και όσο αυξάνεται η ηλικία στην οποία δημιουργούνται σταθερές σχέσεις και επαγγελματικές συνθήκες, τόσο μετατίθεται προς τα πίσω και η απόφαση για το πρώτο παιδί.

 

Στην ΕΕ, η μέση ηλικία των γυναικών όταν αποκτούν το πρώτο τους παιδί αυξήθηκε από 28,9 έτη το 2014 σε 29,9 το 2024.

 

Η Ελλάδα έχει ένα επιπλέον πρόβλημα

 

Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα δοθούν σε μια οικογένεια.

 

Είναι και πόσο κοστίζει επαγγελματικά η μητρότητα.

 

Η γυναίκα που αποκτά παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει διακοπή της επαγγελματικής της πορείας, μειωμένες αποδοχές, μικρότερες δυνατότητες εξέλιξης ή μεγαλύτερο βάρος φροντίδας μέσα στο σπίτι.

 

Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό είδος «κόστους».

 

Ένα επίδομα μπορεί να καλύψει μέρος των εξόδων ενός παιδιού.

 

Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει εύκολα το εισόδημα που μπορεί να χαθεί, την καθυστέρηση στην καριέρα ή την επαγγελματική αβεβαιότητα.

 

Γι' αυτό και η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην επιδότηση της γέννησης.

 

Χρειάζεται να αφορά ολόκληρο τον κύκλο ζωής μιας οικογένειας: στέγαση, παιδική φροντίδα, σχολείο, εργασία, γονικές άδειες και κατανομή της φροντίδας μεταξύ των δύο γονέων.

 

Το μεγάλο στοίχημα: να μην είναι η μητρότητα επαγγελματική θυσία

 

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.

 

Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα να «πείσει» το κράτος τους νέους να κάνουν παιδιά.

 

Είναι να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο ένα ζευγάρι που θέλει να αποκτήσει παιδί να μην αισθάνεται ότι η απόφαση αυτή θα του ανατρέψει ολόκληρη την οικονομική και επαγγελματική ζωή.

 

Η προσιτή και ποιοτική παιδική φροντίδα είναι κρίσιμη.

 

Το ίδιο και η δυνατότητα πραγματικής αξιοποίησης της γονικής άδειας από τους πατέρες.

 

Η ευέλικτη εργασία μπορεί επίσης να περιορίσει το κόστος της μητρότητας, ενώ η μεγαλύτερη ισότητα στην κατανομή των καθημερινών υποχρεώσεων μπορεί να μειώσει το δυσανάλογο βάρος που συχνά πέφτει στις γυναίκες.

 

Με αυτή την έννοια, η δημογραφική πολιτική δεν είναι απλώς πολιτική επιδομάτων.

 

Είναι ταυτόχρονα στεγαστική, εργασιακή, εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική.

 

Το δημογραφικό δεν λύνεται με ένα μέτρο

 

Η εμπειρία της Ουγγαρίας δείχνει ότι ακόμη και πολύ γενναιόδωρα οικονομικά κίνητρα μπορεί να έχουν περιορισμένη ή προσωρινή επίδραση.

 

Η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών δείχνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: ακόμη και όταν το κράτος έχει δημιουργήσει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα στήριξης της οικογένειας στον κόσμο, η γονιμότητα μπορεί να συνεχίσει να υποχωρεί.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι οικογενειακές πολιτικές δεν έχουν αποτέλεσμα.

 

Σημαίνει ότι δεν μπορούν από μόνες τους να αλλάξουν όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές μεταβολές που επηρεάζουν την απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας.

 

Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

 

Με διάμεση ηλικία 47,2 έτη το 2025 και με τις γεννήσεις να έχουν υποχωρήσει πλέον κάτω από τις 66.000 ετησίως, ο χρόνος λειτουργεί αντίστροφα.

 

Η δημογραφική πολιτική επομένως δεν μπορεί να περιμένει ένα «μαγικό» επίδομα που θα αλλάξει τη συμπεριφορά μιας ολόκληρης γενιάς.

 

Το πραγματικό ζητούμενο είναι πιο δύσκολο: να δημιουργηθεί μια κοινωνία στην οποία η απόκτηση παιδιού δεν θα σημαίνει για μια νέα γυναίκα ή ένα νέο ζευγάρι ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην οικογένεια, την οικονομική ασφάλεια και την επαγγελματική του πορεία.

 

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ρεαλιστικό δημογραφικό στοίχημα: όχι να υποχρεωθούν οι νέοι να κάνουν περισσότερα παιδιά, αλλά να μειωθούν όσο γίνεται τα εμπόδια για εκείνους που θέλουν να τα αποκτήσουν.

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum