|

Και όμως, ούτε αυτό το μοντέλο αποδείχθηκε αρκετό.
Μετά το 2010, τα ποσοστά γεννήσεων
υποχώρησαν αισθητά στις σκανδιναβικές χώρες, σε ορισμένες
περιπτώσεις κατά περίπου 20%-30%.
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η
μεγαλύτερη αλλαγή δεν φαίνεται να αφορά μόνο την απόκτηση
δεύτερου ή τρίτου παιδιού.
Όλο και περισσότερες γυναίκες καθυστερούν ή
δεν προχωρούν στην απόκτηση του πρώτου παιδιού.
Γιατί δεν αρκούν τα χρήματα;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο
συμπέρασμα από τη διεθνή εμπειρία.
Η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας δεν
είναι μια απλή οικονομική εξίσωση.
Σίγουρα το κόστος έχει σημασία.
Η στέγαση, οι μισθοί, η εργασιακή ασφάλεια,
το κόστος παιδικής φροντίδας και η δυνατότητα ενός ζευγαριού
να αποκτήσει δικό του σπίτι επηρεάζουν τις αποφάσεις.
Αλλά δεν είναι οι μοναδικοί παράγοντες.
Οι άνθρωποι μπορεί να θέλουν πρώτα να
ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, να αποκτήσουν επαγγελματική
σταθερότητα, να δημιουργήσουν μια οικονομική βάση ή να βρουν
τον κατάλληλο σύντροφο.
Η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει «καλή
ζωή» έχει αλλάξει.
Η απόκτηση παιδιών ανταγωνίζεται πλέον άλλες
προτεραιότητες: καριέρα, προσωπική ελευθερία, ταξίδια,
οικονομική ανεξαρτησία και περισσότερο χρόνο για τον εαυτό.
Και όσο αυξάνεται η ηλικία στην οποία
δημιουργούνται σταθερές σχέσεις και επαγγελματικές συνθήκες,
τόσο μετατίθεται προς τα πίσω και η απόφαση για το πρώτο
παιδί.
Στην ΕΕ, η μέση ηλικία των γυναικών όταν
αποκτούν το πρώτο τους παιδί αυξήθηκε από 28,9 έτη το 2014
σε 29,9 το 2024.
Η Ελλάδα έχει ένα επιπλέον πρόβλημα
Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι
μόνο πόσα χρήματα θα δοθούν σε μια οικογένεια.
Είναι και πόσο κοστίζει επαγγελματικά η
μητρότητα.
Η γυναίκα που αποκτά παιδί μπορεί να
αντιμετωπίσει διακοπή της επαγγελματικής της πορείας,
μειωμένες αποδοχές, μικρότερες δυνατότητες εξέλιξης ή
μεγαλύτερο βάρος φροντίδας μέσα στο σπίτι.
Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό είδος
«κόστους».
Ένα επίδομα μπορεί να καλύψει μέρος των
εξόδων ενός παιδιού.
Δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει εύκολα το
εισόδημα που μπορεί να χαθεί, την καθυστέρηση στην καριέρα ή
την επαγγελματική αβεβαιότητα.
Γι' αυτό και η δημογραφική πολιτική δεν
μπορεί να περιορίζεται στην επιδότηση της γέννησης.
Χρειάζεται να αφορά ολόκληρο τον κύκλο ζωής
μιας οικογένειας: στέγαση, παιδική φροντίδα, σχολείο,
εργασία, γονικές άδειες και κατανομή της φροντίδας μεταξύ
των δύο γονέων.
Το μεγάλο στοίχημα: να μην είναι η μητρότητα
επαγγελματική θυσία
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα να
«πείσει» το κράτος τους νέους να κάνουν παιδιά.
Είναι να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο
οποίο ένα ζευγάρι που θέλει να αποκτήσει παιδί να μην
αισθάνεται ότι η απόφαση αυτή θα του ανατρέψει ολόκληρη την
οικονομική και επαγγελματική ζωή.
Η προσιτή και ποιοτική παιδική φροντίδα
είναι κρίσιμη.
Το ίδιο και η δυνατότητα πραγματικής
αξιοποίησης της γονικής άδειας από τους πατέρες.
Η ευέλικτη εργασία μπορεί επίσης να
περιορίσει το κόστος της μητρότητας, ενώ η μεγαλύτερη
ισότητα στην κατανομή των καθημερινών υποχρεώσεων μπορεί να
μειώσει το δυσανάλογο βάρος που συχνά πέφτει στις γυναίκες.
Με αυτή την έννοια, η δημογραφική πολιτική
δεν είναι απλώς πολιτική επιδομάτων.
Είναι ταυτόχρονα στεγαστική, εργασιακή,
εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική.
Το δημογραφικό δεν λύνεται με ένα μέτρο
Η εμπειρία της Ουγγαρίας δείχνει ότι ακόμη
και πολύ γενναιόδωρα οικονομικά κίνητρα μπορεί να έχουν
περιορισμένη ή προσωρινή επίδραση.
Η εμπειρία των σκανδιναβικών χωρών δείχνει
κάτι ακόμη πιο σημαντικό: ακόμη και όταν το κράτος έχει
δημιουργήσει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα στήριξης
της οικογένειας στον κόσμο, η γονιμότητα μπορεί να συνεχίσει
να υποχωρεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι οικογενειακές
πολιτικές δεν έχουν αποτέλεσμα.
Σημαίνει ότι δεν μπορούν από μόνες τους να
αλλάξουν όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές
μεταβολές που επηρεάζουν την απόφαση για τη δημιουργία
οικογένειας.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη
μεγαλύτερη.
Με διάμεση ηλικία 47,2 έτη το 2025 και με
τις γεννήσεις να έχουν υποχωρήσει πλέον κάτω από τις 66.000
ετησίως, ο χρόνος λειτουργεί αντίστροφα.
Η δημογραφική πολιτική επομένως δεν μπορεί
να περιμένει ένα «μαγικό» επίδομα που θα αλλάξει τη
συμπεριφορά μιας ολόκληρης γενιάς.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι πιο δύσκολο:
να δημιουργηθεί μια κοινωνία στην οποία η απόκτηση παιδιού
δεν θα σημαίνει για μια νέα γυναίκα ή ένα νέο ζευγάρι ότι
πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην οικογένεια, την οικονομική
ασφάλεια και την επαγγελματική του πορεία.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ρεαλιστικό
δημογραφικό στοίχημα: όχι να υποχρεωθούν οι νέοι να κάνουν
περισσότερα παιδιά, αλλά να μειωθούν όσο γίνεται τα εμπόδια
για εκείνους που θέλουν να τα αποκτήσουν.
|