|
00:01 -
06/02/26 |
|
|
|
|
|

|
|
Ενεργειακή φτώχεια χωρίς τέλος: Πρωταθλήτρια Ευρώπης
η Ελλάδα στην αδυναμία θέρμανσης
Μια ιδιαίτερα
δυσάρεστη διάκριση αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία της
Eurostat για το 2024, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την
πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τα νοικοκυριά που
δεν μπορούν να διατηρήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό. Την
ίδια στιγμή που σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης καταγράφεται
σταδιακή βελτίωση, η χώρα μας κινείται αντίθετα στο ρεύμα.
Σε επίπεδο ΕΕ, το
9,2% των πολιτών δήλωσε ότι δυσκολεύτηκε να θερμάνει επαρκώς
την κατοικία του μέσα στο 2024. Το ποσοστό αυτό είναι
μειωμένο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023,
γεγονός που υποδηλώνει ότι τα ευρωπαϊκά μέτρα στήριξης και
οι παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας άρχισαν να έχουν απτό
αποτέλεσμα.
Ελλάδα και
Βουλγαρία στην κορυφή της λίστας
Η εικόνα αλλάζει
δραματικά όταν η ανάλυση εστιάζει στην Ελλάδα. Μαζί με τη
Βουλγαρία, η χώρα μας καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό
ενεργειακής αδυναμίας, με το 19% του πληθυσμού να δηλώνει
ότι δεν μπόρεσε να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Με
απλά λόγια, σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες βίωσε τον
χειμώνα σε συνθήκες ψύχους εντός της κατοικίας του.
Το φαινόμενο
συνδέεται άμεσα με το υψηλό κόστος ενέργειας, την ακρίβεια
και τα περιορισμένα εισοδήματα, που συμπιέζουν τα νοικοκυριά
και περιορίζουν τη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών.
Αμέσως μετά την
Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ακολουθούν:
Λιθουανία
με 18,0%
Ισπανία
με 17,5%
Το παράδειγμα του
Βορρά
Στον αντίποδα,
χώρες της Βόρειας Ευρώπης, παρά τους πολύ πιο σκληρούς
χειμώνες, εμφανίζουν εντυπωσιακά χαμηλά ποσοστά ενεργειακής
φτώχειας. Ο συνδυασμός καλύτερης ενεργειακής απόδοσης των
κατοικιών, εκτεταμένων δικτύων τηλεθέρμανσης και υψηλότερων
εισοδημάτων φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά.
Τα χαμηλότερα
ποσοστά καταγράφηκαν σε:
Φινλανδία:
2,7%
Πολωνία:
3,3%
Σλοβενία:
3,3%
Εσθονία:
3,6%
Λουξεμβούργο: 3,6%
Τα στοιχεία της
Eurostat αναδεικνύουν με σαφήνεια το επίμονο χάσμα μεταξύ
Βορρά και Νότου, τόσο στο επίπεδο των υποδομών όσο και στο
βιοτικό επίπεδο, με την ενεργειακή φτώχεια να παραμένει ένα
από τα πιο οξέα κοινωνικά προβλήματα για την Ελλάδα.
|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Η ανεργία υποχωρεί, αλλά η
αγορά εργασίας παραμένει σε δοκιμασία
Ενδιαφέρουσα η
πρόσφατη έκθεση της Eurobank για την αγορά εργασίας. Η
εικόνα λοιπόν της ανεργίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί
αισθητά τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να έχουν ξεπεραστεί
οι διαρθρωτικές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν διαχρονικά την
εγχώρια αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα πιο
πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, τον Δεκέμβριο το ποσοστό
ανεργίας διαμορφώθηκε στο 7,5%, επίπεδο που συγκαταλέγεται
στα χαμηλότερα των τελευταίων δεκαετιών. Η εξέλιξη αυτή
αντανακλά τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας
έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο κρίσεων, ωστόσο
παράλληλα φέρνει στην επιφάνεια νέες και παλαιές προκλήσεις
που σχετίζονται με τη λειτουργία και την αποδοτικότητα της
αγοράς εργασίας.
Όπως επισημαίνεται
σε πρόσφατη οικονομική ανάλυση της
Eurobank,
η μείωση της ανεργίας αποτελεί βασική επιδίωξη κάθε
οικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της
αναπτυξιακής δυναμικής και της σταθερότητας των τιμών. Σε
διεθνές επίπεδο, η πλήρης απασχόληση θεωρείται θεμελιώδες
στοιχείο οικονομικής ισορροπίας. Δεν ταυτίζεται όμως απλώς
με ένα χαμηλό ποσοστό ανεργίας, αλλά με το σημείο εκείνο
όπου το εργατικό δυναμικό αξιοποιείται χωρίς να προκαλούνται
πιέσεις στο κόστος, στρεβλώσεις ή απώλειες παραγωγικότητας.
Η κατάσταση στην
αγορά εργασίας δεν αποτιμάται μόνο από τον αριθμό των
ανέργων, αλλά και από τη σχέση τους με τις διαθέσιμες κενές
θέσεις. Υψηλή ανεργία συνεπάγεται απώλεια δυνητικού
προϊόντος, καθώς ανθρώπινοι πόροι μένουν αναξιοποίητοι.
Αντίστροφα, πολλές ακάλυπτες θέσεις εργασίας σημαίνουν ότι
οι επιχειρήσεις σπαταλούν χρόνο και χρήμα για στελέχωση,
γεγονός που επίσης υπονομεύει τη συνολική αποδοτικότητα της
οικονομίας.
Σε αυτό το
πλαίσιο, η διεθνής βιβλιογραφία έχει εισαγάγει την έννοια
της «αποτελεσματικής ανεργίας», δηλαδή του επιπέδου στο
οποίο το συνολικό κόστος από την ανεργία και τις δυσκολίες
εύρεσης προσωπικού είναι το χαμηλότερο δυνατό. Σε αυτό το
σημείο, η αγορά εργασίας θεωρείται ότι λειτουργεί με τη
μεγαλύτερη δυνατή ισορροπία.
Η εφαρμογή αυτής
της προσέγγισης στην ελληνική περίπτωση δείχνει ότι, παρά τη
σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας μετά το 2018, η αγορά
εργασίας παραμένει συνολικά «χαλαρή». Με άλλα λόγια, το
πραγματικό ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να υπερβαίνει το
επίπεδο που θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινωνικά και οικονομικά
βέλτιστο. Το φαινόμενο αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στα χρόνια
της κρίσης και, αν και έχει περιοριστεί μετά το 2020, δεν
έχει εξαφανιστεί.
Η εικόνα, ωστόσο,
διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ κλάδων. Σε ορισμένους
τομείς, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρές
ελλείψεις προσωπικού, γεγονός που υποδηλώνει συνθήκες
σύσφιγξης της αγοράς εργασίας. Το πρόβλημα δεν είναι κυρίως
αριθμητικό, αλλά ποιοτικό: ενώ υπάρχει διαθέσιμο εργατικό
δυναμικό, δεν καλύπτονται οι ανάγκες σε συγκεκριμένες
δεξιότητες.
Η αναντιστοιχία
αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη σε τομείς κρίσιμους για τη
μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή πορεία της χώρας, όπως η
μεταποίηση, ο αγροδιατροφικός κλάδος, η υγεία, η εκπαίδευση,
ο τουρισμός και οι κατασκευές. Η έλλειψη εξειδικευμένου
ανθρώπινου δυναμικού λειτουργεί ως τροχοπέδη για την
παραγωγικότητα, δυσχεραίνει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών
και μειώνει την προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων σε
διαρθρωτικές αλλαγές.
Παράλληλα, αν και
η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται, ο ρυθμός αποκλιμάκωσής της
έχει επιβραδυνθεί, ενώ ορισμένες κοινωνικές ομάδες
εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσανάλογες δυσκολίες. Οι
νέοι, οι γυναίκες, οι μακροχρόνια άνεργοι και τα άτομα με
αναπηρία συναντούν μεγαλύτερα εμπόδια στην είσοδο ή την
επανένταξη στην αγορά εργασίας. Τα ποσοστά συμμετοχής των
νέων και των γυναικών παραμένουν χαμηλότερα από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να
καταγράφεται σε από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Η περαιτέρω μείωση
της ανεργίας και η μετάβαση σε μια πιο αποτελεσματική και
ανθεκτική αγορά εργασίας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά
στη γενική οικονομική μεγέθυνση. Απαιτείται ένα πλέγμα
στοχευμένων πολιτικών που θα ενισχύουν τη συμμετοχή
περισσότερων ατόμων στο εργατικό δυναμικό και θα βελτιώνουν
την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και αναγκών της οικονομίας.
Κομβικό ρόλο σε
αυτή την προσπάθεια παίζει η επένδυση στην επαγγελματική
κατάρτιση, στη δια βίου μάθηση και στη στενότερη διασύνδεση
της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Μόνο
μέσα από τέτοιες παρεμβάσεις μπορεί να διασφαλιστεί βιώσιμη
απασχόληση και σταθερή, μακροπρόθεσμη οικονομική ευημερία.
|
|
|
|
|
|
|
|

Σε διαρκή οικονομική πίεση τα ελληνικά νοικοκυριά –
Η ακρίβεια πλήττει πλέον και τη μεσαία τάξη
Αντιμέτωπα με
συνεχιζόμενες πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα βρίσκονται τα
ελληνικά νοικοκυριά, με τις επιπτώσεις να μην περιορίζονται
πλέον στα χαμηλότερα στρώματα αλλά να επεκτείνονται ολοένα
και περισσότερο και στη μεσαία εισοδηματική κατηγορία. Παρά
τις εμφανείς ανισότητες, η οικονομική στενότητα αποκτά πλέον
πιο γενικευμένο χαρακτήρα.
Αδυναμία κάλυψης
ενός έκτακτου εξόδου 500 ευρώ
Ιδιαίτερα
αποκαλυπτική είναι η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το
2025 σχετικά με το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματά της, για έξι στα δέκα νοικοκυριά το
εισόδημα δεν επαρκεί, ενώ καλύπτει κατά μέσο όρο μόλις 18
ημέρες μέσα στον μήνα. Το 54% δηλώνει ότι αναγκάζεται να
περιορίσει βασικές δαπάνες, το 12,1% αναφέρει πως τα έσοδά
του δεν φτάνουν ούτε για τα απολύτως αναγκαία, ενώ το 55,7%
αδυνατεί ή δυσκολεύεται σοβαρά να αντιμετωπίσει ένα
απρόβλεπτο έξοδο της τάξης των 500 ευρώ.
Με βάση τα
αποτελέσματα της έρευνας, η πλειοψηφία της κοινωνίας
φαίνεται να προκρίνει πλέον παρεμβάσεις μόνιμου και δομικού
χαρακτήρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Ως πιο
αποτελεσματικές λύσεις αξιολογούνται η αύξηση των μισθών, οι
φορολογικές ελαφρύνσεις και ο ουσιαστικός έλεγχος των τιμών,
σε αντίθεση με μέτρα περιορισμένης εμβέλειας όπως τα
επιδόματα ή το «καλάθι του νοικοκυριού».
Το εισόδημα
εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας
Στη φετινή έρευνα
καταγράφεται αρνητικό ιστορικό υψηλό, καθώς το ποσοστό των
νοικοκυριών που δηλώνουν ότι τα χρήματά τους τελειώνουν πριν
το τέλος του μήνα ανήλθε στο 62,1%, αυξημένο κατά 2,1
ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Για όσους
βρίσκονται σε αυτή τη θέση, το εισόδημα επαρκεί πλέον κατά
μέσο όρο για 18 ημέρες, έναντι 19 την προηγούμενη χρονιά.
Εντεινόμενες
στερήσεις και αίσθημα ανασφάλειας
Η εικόνα αυτή
συνοδεύεται από αύξηση των νοικοκυριών που βιώνουν σοβαρές
οικονομικές στερήσεις. Το 12,1% δηλώνει αδυναμία κάλυψης
βασικών αναγκών, το 54% αναγκάζεται να μειώσει δαπάνες για
τα απολύτως απαραίτητα, ενώ πάνω από τα μισά νοικοκυριά δεν
μπορούν ή μπορούν με μεγάλη δυσκολία να ανταποκριθούν σε ένα
έκτακτο κόστος 500 ευρώ, παρά τη μικρή βελτίωση σε σχέση με
το 2024.
Η αποταμίευση
εκτός πραγματικότητας
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η αποταμίευση παραμένει άπιαστος στόχος για τη
μεγάλη πλειονότητα. Το 83,5% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν
καταφέρνει να βάλει χρήματα στην άκρη, ποσοστό αυξημένο σε
σχέση με πέρυσι. Η αδυναμία αυτή είναι σχεδόν καθολική στα
χαμηλά εισοδήματα έως 18.000 ευρώ, ωστόσο πλέον αφορά και τα
μεσαία και ανώτερα μεσαία στρώματα, με οικογενειακά
εισοδήματα έως 30.000 ευρώ.
Η γενικευμένη
οικονομική απαισιοδοξία αποτυπώνεται και στις προσδοκίες για
το μέλλον. Παρά τη μικρή βελτίωση σε επιμέρους δείκτες, όπως
η δυνατότητα εξυπηρέτησης δανειακών υποχρεώσεων, η αίσθηση
ανασφάλειας παραμένει έντονη ή και ενισχύεται.
Αυξημένοι φόβοι
απώλειας κατοικίας και επιδείνωσης της κατάστασης
Το ποσοστό των
νοικοκυριών που φοβούνται ότι ενδέχεται να χάσουν την
κατοικία τους λόγω οφειλών προς το Δημόσιο ή τις τράπεζες
παραμένει υψηλό, στο 14%. Ταυτόχρονα, σχεδόν ένας στους δύο
εκτιμά ότι μέσα στο επόμενο έτος η οικονομική του κατάσταση
είναι πιθανότερο να επιδεινωθεί, με το σχετικό ποσοστό να
αυξάνεται σημαντικά σε σχέση με το 2024.
Το δύσκολο παρόν,
σε συνδυασμό με την έντονη αβεβαιότητα για το μέλλον, εξηγεί
σε μεγάλο βαθμό και τα συμπεράσματα της νέας ενότητας της
έρευνας που αφορά τη μετανάστευση. Τα στοιχεία καταγράφουν
καθαρή εκροή εργατικού δυναμικού, καθώς τα νοικοκυριά με
τουλάχιστον ένα μέλος που μετανάστευσε για εργασία την
τελευταία πενταετία (10,9%) υπερτερούν σαφώς εκείνων που
είδαν κάποιο μέλος να επιστρέφει στην Ελλάδα για εργασία
(6,6%), επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση του φαινομένου brain
drain.
|
|
|
|
|
|
|
|

Πώς η κοινωνική στέγαση μπορεί να σπάσει τον κύκλο
της διαγενεακής φτώχειας
Μια πρόσφατη
μελέτη προσφέρει νέα, ενθαρρυντικά δεδομένα για ένα από τα
πιο επίμονα προβλήματα της Αμερικής του 21ου αιώνα: τη
διαγενεακή φτώχεια. Αν και οι ΗΠΑ θεωρούνται η χώρα των
ευκαιριών, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ανοδική
κινητικότητα των παιδιών είναι σήμερα ισχυρότερη σε άλλες
προηγμένες χώρες.
Η έρευνα, υπό τον
Ρατζ Τσέτι του Χάρβαρντ και την ομάδα του
Opportunity
Insights,
αναλύει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του προγράμματος
αναζωογόνησης γειτονιών
Hope
VI,
που ξεκίνησε το 1993. Το πρόγραμμα επένδυσε 17
δισεκατομμύρια δολάρια για την ανακατασκευή 262
προβληματικών δημόσιων κατοικιών σε όλη την Αμερική,
αντικαθιστώντας περιοχές υψηλής εγκληματικότητας με
κατοικίες μεικτού εισοδήματος. Η στρατηγική αυτή, αν και
αμφιλεγόμενη λόγω της μείωσης των διαθέσιμων μονάδων για
τους φτωχούς, είχε αξιοσημείωτα αποτελέσματα για τα παιδιά.
Η ανάλυση έδειξε
ότι οι ενήλικες που ζούσαν στις νέες κατοικίες δεν είδαν
σημαντική οικονομική βελτίωση. Αντίθετα, τα παιδιά που
μεγάλωσαν σε αυτές τις μεικτές γειτονιές παρουσίασαν
θεαματικά οφέλη: αύξηση 17% στην πιθανότητα φοίτησης στο
κολέγιο και, για τα αγόρια, μείωση 20% στην πιθανότητα
φυλάκισης. Τα παιδιά που πέρασαν εκεί ολόκληρη την παιδική
τους ηλικία κέρδισαν κατά μέσο όρο 50% περισσότερα στη
διάρκεια της ζωής τους.
Κάθε μονάδα
Hope
VI
κόστισε περίπου 170.000 δολάρια, αλλά η μακροπρόθεσμη
οικονομική απόδοση ήταν εντυπωσιακή, με εκτιμώμενα πρόσθετα
κέρδη 500.000 δολάρια ανά παιδί. Η αύξηση των φορολογικών
εσόδων, η μείωση φυλακίσεων και η χαμηλότερη εξάρτηση από
κοινωνικά επιδόματα αντισταθμίζουν μεγάλο μέρος του αρχικού
κόστους.
Οι ερευνητές
επισημαίνουν ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις λειτουργούν
επειδή αξιοποιούν τη μεγαλύτερη επιρροή που έχουν τα παιδιά
μεταξύ τους και μέσα στις κοινότητές τους. Οι γειτονιές που
ενισχύουν τη διαταξική αλληλεπίδραση προσφέρουν ιδανικό
περιβάλλον για να σπάσει ο κύκλος της φτώχειας.
Η μελέτη
υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της φτώχειας δεν απαιτεί
μόνο τη διανομή χρημάτων μέσω κοινωνικής πρόνοιας ή
επιδομάτων. Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα μπορούν να
επιτευχθούν και μέσω στρατηγικών που δημιουργούν ευκαιρίες,
όπως επενδύσεις στην προσχολική εκπαίδευση, κατάρτιση
δεξιοτήτων, πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας και
ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας μέσω κοινοτικών
παρεμβάσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, τα άλλα παιδιά και οι
οικογένειές τους αποδεικνύονται οι πιο ισχυροί καταλύτες
αλλαγής.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|