| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 06/10/26

                                       

 

ΦΠΑ: Κάτω από 9% το κενό το 2025 – Από το 24% του 2019 κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο

 

Σε επίπεδα κάτω από το 9% εκτιμάται ότι έχει υποχωρήσει το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα για το 2025, σύμφωνα με κυβερνητικές πληροφορίες, εξέλιξη που εφόσον επιβεβαιωθεί από τα επόμενα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα φέρει τη χώρα περίπου στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ή ακόμη και χαμηλότερα.

 

Πρόκειται για μία από τις πιο σημαντικές μεταβολές των τελευταίων ετών στη φορολογική διοίκηση, καθώς το λεγόμενο VAT compliance gap έχει περιοριστεί δραστικά από το 24% το 2019 σε περίπου 9% το 2024 και πλέον εκτιμάται ότι βρίσκεται κάτω από αυτό το επίπεδο.

 

Με άλλα λόγια, μέσα σε περίπου έξι χρόνια το ποσοστό του ΦΠΑ που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπράττεται αλλά χάνεται λόγω μη πλήρους συμμόρφωσης έχει μειωθεί κατά περισσότερες από 15 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τα δημόσια έσοδα, καθώς ένα μέρος της αύξησης των φορολογικών εισπράξεων τα τελευταία χρόνια δεν προήλθε από υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές, αλλά από την περιορισμένη φοροδιαφυγή και την ένταξη περισσότερης οικονομικής δραστηριότητας στην επίσημη οικονομία.

 

Από το 24% στο κάτω από 9%

 

Η πορεία του ελληνικού κενού ΦΠΑ είναι ενδεικτική της αλλαγής που έχει συντελεστεί στη φορολογική διοίκηση.

 

Έτος

Κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ

2019

περίπου 24%

2022

12,4%

2023

11,4%

2024

περίπου 9%

2025

κάτω από 9%*

 

Εκτίμηση για το 2025, η οποία αναμένεται να επιβεβαιωθεί από τα επόμενα συγκρίσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

Η τελευταία επίσημη συγκρίσιμη εκτίμηση της Κομισιόν τοποθετεί το ελληνικό κενό στο περίπου 9% για το 2024, έναντι 11,4% το 2023.

 

Ο τελευταίος αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφωνόταν περίπου στο 9,5%.

 

Εφόσον επιβεβαιωθεί η νέα εκτίμηση για την Ελλάδα, η χώρα θα έχει πλέον περάσει από την ομάδα των χωρών με τα υψηλότερα προβλήματα συμμόρφωσης στον ΦΠΑ σε επίπεδα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

                        

 

Ψηφιοποίηση και POS στο επίκεντρο

 

Η θεαματική βελτίωση δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης παρέμβασης, αλλά ενός συνδυασμού αλλαγών στη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.

 

Κομβικό ρόλο έχει διαδραματίσει η διασύνδεση των POS με τα φορολογικά συστήματα, η οποία επιτρέπει την ηλεκτρονική καταγραφή πολύ μεγαλύτερου μέρους των συναλλαγών και δημιουργεί περισσότερα δεδομένα για διασταυρώσεις.

 

Παράλληλα, η επέκταση του myDATA έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούνται τα έσοδα και τα έξοδα των επιχειρήσεων.

 

Το ΔΝΤ περιλαμβάνει μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που έχουν βελτιώσει τη φορολογική συμμόρφωση:

 

την επέκταση του myDATA,

την υποχρεωτική χρήση POS,

τη διασύνδεση POS και myDATA,

την ηλεκτρονική τιμολόγηση και

τα βήματα προς την προσυμπλήρωση φορολογικών στοιχείων.

 

Σημαντική ήταν επίσης η διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών και η παροχή κινήτρων για τη χρήση συναλλαγών που αφήνουν ηλεκτρονικό αποτύπωμα.

 

Την ίδια στιγμή, η ΑΑΔΕ έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των δεδομένων αυτών για στοχευμένους και αυτοματοποιημένους ελέγχους.

 

Η αλλαγή είναι ουσιαστικά και ποιοτική: η φορολογική διοίκηση απομακρύνεται από ένα μοντέλο που στηριζόταν κυρίως στον εκ των υστέρων έλεγχο και μετακινείται προς ένα σύστημα όπου σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας καταγράφεται ηλεκτρονικά και μπορεί να διασταυρωθεί πολύ ταχύτερα.

 

                             

 

Περισσότερα έσοδα χωρίς αύξηση συντελεστών

 

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων τα τελευταία χρόνια δεν εξηγείται από αυξήσεις φορολογικών συντελεστών, αλλά σε σημαντικό βαθμό από τη βελτίωση της συμμόρφωσης και την ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης.

 

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς το κενό ΦΠΑ ήταν για χρόνια ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη.

 

Η σταδιακή μείωσή του σημαίνει ότι μέρος της οικονομικής δραστηριότητας που παρέμενε εκτός του φορολογικού συστήματος έχει πλέον καταγραφεί και φορολογείται.

 

Οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών έχουν ήδη οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση των φορολογικών εσόδων, με τις πρόσθετες εισπράξεις που συνδέονται με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής να ξεπερνούν τα 2,5 δισ. ευρώ.

 

Το «κρυφό» μπέρδεμα με τα 9,4 δισ. ευρώ

 

Στη συζήτηση για τον ΦΠΑ υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διάκριση που συχνά χάνεται.

 

Το VAT compliance gap δεν είναι το ίδιο πράγμα με το VAT rate gap.

 

Το πρώτο αφορά τον ΦΠΑ που δεν εισπράττεται επειδή δεν τηρούνται πλήρως οι ισχύοντες φορολογικοί κανόνες. Είναι δηλαδή ο δείκτης που συνδέεται με τη φορολογική συμμόρφωση και τη φοροδιαφυγή.

 

Για την Ελλάδα, η Κομισιόν υπολόγισε το 2023 το συγκεκριμένο κενό περίπου στο 11,4% ή 2,5 δισ. ευρώ.

 

Το δεύτερο μέγεθος, το VAT rate gap, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει για την Ελλάδα ένα θεωρητικό κενό περίπου 9,4 δισ. ευρώ, το οποίο αφορά την απόσταση μεταξύ των υφιστάμενων συντελεστών ΦΠΑ και ενός υποθετικού συστήματος όπου θα εφαρμοζόταν ένας ενιαίος κανονικός συντελεστής στην τελική κατανάλωση.

 

Τα 9,4 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ποσό φοροδιαφυγής.

 

Ούτε σημαίνουν ότι το Δημόσιο θα μπορούσε αυτομάτως να εισπράξει 9,4 δισ. ευρώ εάν καταργούνταν οι μειωμένοι συντελεστές.

 

Πρόκειται για θεωρητική άσκηση που μετρά πόσα έσοδα θα προέκυπταν υπό την υπόθεση ότι ολόκληρη η τελική κατανάλωση φορολογείται με τον κανονικό συντελεστή και υπάρχει πλήρης συμμόρφωση.

 

Στην πραγματικότητα, μια τέτοια αλλαγή θα επηρέαζε τις τιμές, την κατανάλωση και τη συμπεριφορά των φορολογουμένων. Συνεπώς, το συγκεκριμένο ποσό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως άμεση δημοσιονομική δυνατότητα.

 

Γιατί υπάρχει διαφορά με το 1-1,1 δισ. ευρώ

 

Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στη σύγκριση των 9,4 δισ. ευρώ με το κόστος των περίπου 1-1,1 δισ. ευρώ που αποτυπώνεται στις ελληνικές δημοσιονομικές εκθέσεις.

 

Τα δύο μεγέθη δεν μετρούν το ίδιο πράγμα.

 

Η ελληνική Έκθεση Φορολογικών Δαπανών αποτυπώνει τη δημοσιονομική επίπτωση συγκεκριμένων φορολογικών διατάξεων και απαλλαγών, με βάση την ελληνική νομοθεσία και τις αντίστοιχες φορολογικές βάσεις.

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντίθετα, συγκρίνει το υφιστάμενο ελληνικό σύστημα με ένα υποθετικό ενιαίο καθεστώς κανονικού συντελεστή στην τελική κατανάλωση.

 

Επομένως, η διαφορά των δύο ποσών δεν αποτελεί αντίφαση. Πρόκειται για δύο διαφορετικές μετρήσεις, με διαφορετική μεθοδολογία και διαφορετικό ερώτημα.

 

Το επόμενο δύσκολο βήμα

 

Η μεγάλη μείωση του κενού ΦΠΑ αλλάζει πλέον και τη συζήτηση για τα επόμενα βήματα.

 

Όσο το ελληνικό VAT compliance gap ήταν πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, υπήρχε σημαντικό περιθώριο άντλησης πρόσθετων εσόδων μέσω της βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης.

 

Σήμερα το περιθώριο αυτό έχει περιοριστεί.

 

Η περαιτέρω μείωση του κενού θα απαιτήσει ακόμη πιο αποτελεσματικές ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων και μεγαλύτερη στόχευση των ελέγχων.

 

Παράλληλα, στο επίκεντρο επανέρχεται η συζήτηση για τις φορολογικές δαπάνες, τους μειωμένους συντελεστές και τις απαλλαγές.

 

Η Ελλάδα έχει πλέον διανύσει μεγάλο μέρος της απόστασης που τη χώριζε από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τη συμμόρφωση στον ΦΠΑ. Το επόμενο στοίχημα δεν είναι απλώς να συνεχιστεί η ίδια πορεία, αλλά να διατηρηθούν μόνιμα τα κέρδη που έχουν επιτευχθεί, χωρίς η αύξηση των φορολογικών εσόδων να στηρίζεται διαρκώς σε νέες επιβαρύνσεις.

 

                                   

 

Ελλάδα: Η αρνητική αποταμίευση βαθαίνει – Τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε μια εντελώς διαφορετική τροχιά από την υπόλοιπη Ευρώπη όσον αφορά την αποταμίευση. Τα ελληνικά νοικοκυριά όχι μόνο δυσκολεύονται να δημιουργήσουν οικονομικό απόθεμα, αλλά σε μεγάλο βαθμό καλύπτουν τις ανάγκες τους καταναλώνοντας προηγούμενες αποταμιεύσεις, περιορίζοντας άλλες δαπάνες ή προσφεύγοντας σε δανεισμό.

 

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το πρόβλημα όχι μόνο παραμένει, αλλά επιδεινώνεται. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο -5% του διαθέσιμου εισοδήματος, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφτανε το 14,4%.

 

Με απλά λόγια, για κάθε 1.000 ευρώ καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος, το μέσο ευρωπαϊκό νοικοκυριό μπορούσε να αποταμιεύσει περίπου 145 ευρώ. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι δαπάνες ήταν κατά μέσο όρο περίπου 50 ευρώ υψηλότερες από το διαθέσιμο εισόδημα.

 

Η Ελλάδα παραμένει η μεγάλη εξαίρεση της Ευρώπης

 

Η αρνητική αποταμίευση δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Η απόσταση της Ελλάδας από την υπόλοιπη Ευρώπη έχει παγιωθεί εδώ και χρόνια.

 

Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ, το ελληνικό ποσοστό αποταμίευσης ήταν αρνητικό ήδη πριν από την πανδημία. Η μοναδική περίοδος κατά την οποία πέρασε σε θετικό έδαφος ήταν το 2020 και το 2021, όταν οι περιορισμοί λόγω της πανδημίας περιόρισαν δραστικά την κατανάλωση.

 

Με την επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας, η εικόνα αντιστράφηκε ξανά:

 

Έτος

Ελλάδα

ΕΕ

2022

-5,0%

12,7%

2023

-2,4%

—

2024

-2,5%

14,5%

Α΄ τρίμηνο 2026

-5,0%

14,4%

 

Η διαφορά δεν είναι απλώς μεγάλη. Είναι διαρθρωτική και αποτυπώνει ένα διαφορετικό επίπεδο οικονομικής αντοχής των νοικοκυριών.

 

Το 2026 η ψαλίδα άνοιξε ακόμη περισσότερο

 

Το πρώτο τρίμηνο του 2026 έφερε νέα επιδείνωση.

 

Το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ την ίδια περίοδο η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,2%.

 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνέβη το αντίθετο: το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ η κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 0,6%.

 

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του τελευταίου τριμήνου του 2025 και του πρώτου τριμήνου του 2026.

 

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιδεινώσεις στην Ευρώπη, με χειρότερη επίδοση μόνο από τη Ρουμανία.

 

                              

 

Τι σημαίνει στην πράξη το -5%

 

Ο αρνητικός δείκτης αποταμίευσης δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει. Πρόκειται για έναν μέσο όρο και πίσω από αυτόν κρύβονται μεγάλες διαφοροποιήσεις.

 

Η εικόνα, ωστόσο, είναι ενδεικτική της πίεσης που δέχεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

 

Για ένα νοικοκυριό, η έλλειψη αποταμίευσης μπορεί να σημαίνει ότι:

 

το εισόδημα εξαντλείται πριν από το τέλος του μήνα,

μειώνονται οι δαπάνες που δεν θεωρούνται απολύτως απαραίτητες,

χρησιμοποιούνται παλαιότερες αποταμιεύσεις,

ρευστοποιούνται περιουσιακά στοιχεία,

αυξάνεται η χρήση πιστώσεων και δανεισμού,

ζητείται οικονομική βοήθεια από οικογένεια και συγγενείς.

 

Το σημαντικότερο είναι ότι όταν δεν υπάρχει οικονομικό απόθεμα, ακόμη και ένα απρόβλεπτο έξοδο μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

 

Μια αύξηση ενοικίου, μια μεγαλύτερη δόση δανείου, ένα πρόβλημα υγείας ή μια έκτακτη επισκευή μπορεί να μετατρέψει έναν ήδη οριακό προϋπολογισμό σε ελλειμματικό.

 

Πληθωρισμός, στέγαση και φόροι πιέζουν το εισόδημα

 

Η βασική αιτία βρίσκεται στη σχέση μεταξύ πραγματικού εισοδήματος και κόστους ζωής.

 

Οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων δεν αρκούν όταν οι βασικές δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα. Η στέγαση, η διατροφή και η ενέργεια αποτελούν δαπάνες που δύσκολα μπορούν να περικοπούν σημαντικά.

 

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το κόστος στέγασης.

 

Η Ελλάδα εμφανίζει πολύ υψηλή στεγαστική επιβάρυνση, με σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών να διαθέτει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για κατοικία.

 

Όσο μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται στην κάλυψη βασικών αναγκών, τόσο μικρότερο είναι το περιθώριο για αποταμίευση και επενδύσεις.

 

Παράλληλα, οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις περιορίζουν περαιτέρω το εισόδημα που απομένει διαθέσιμο για κατανάλωση ή αποταμίευση.

 

Η άλλη πλευρά της εικόνας: οι ανισότητες

 

Ο μέσος αρνητικός δείκτης κρύβει μια ακόμη σημαντική διάσταση.

 

Δεν αποταμιεύουν όλοι οι Έλληνες με τον ίδιο τρόπο ούτε αντιμετωπίζουν την ίδια οικονομική πίεση.

 

Ένα μέρος των νοικοκυριών διαθέτει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και συνεχίζει να αυξάνει τις αποταμιεύσεις του. Άλλα νοικοκυριά, όμως, δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν κανένα οικονομικό απόθεμα και αναγκάζονται να καταναλώνουν προηγούμενες αποταμιεύσεις ή να καλύπτουν τις ανάγκες τους μέσω δανεισμού.

 

Έτσι, η αρνητική αποταμίευση δεν αποτελεί μόνο ένδειξη χαμηλής οικονομικής αντοχής. Αποτυπώνει και την ένταση των εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων.

 

Και η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει αρνητική αποταμίευση

 

Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από έναν διαφορετικό τρόπο μέτρησης.

 

Η Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει την αποταμίευση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Με αυτό το κριτήριο, η αποταμίευση παρέμεινε αρνητική, στο -1,5% του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025.

 

Η ΤτΕ συνδέει την εξέλιξη με τις πληθωριστικές πιέσεις, την αυξημένη κατανάλωση αλλά και τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

 

Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η δημιουργία αποταμίευσης αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς οικονομικής ασφάλειας των νοικοκυριών.

 

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του μισθού

 

Η αύξηση του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος δεν αρκεί από μόνη της.

 

Για να αλλάξει η εικόνα της αποταμίευσης χρειάζεται αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, δηλαδή του εισοδήματος που απομένει αφού συνυπολογιστεί η επίδραση του πληθωρισμού και του κόστους των βασικών αγαθών και υπηρεσιών.

 

Ταυτόχρονα, κρίσιμος παράγοντας είναι η αποκλιμάκωση της στεγαστικής επιβάρυνσης και γενικότερα των ανελαστικών δαπανών.

 

Η δυνατότητα ενός νοικοκυριού να βάζει κάθε μήνα ένα ποσό στην άκρη δεν είναι απλώς ένας δείκτης ευημερίας. Είναι και ένας δείκτης οικονομικής ανθεκτικότητας.

 

Όσο η Ελλάδα παραμένει σε αρνητική αποταμίευση και η υπόλοιπη Ευρώπη κινείται σε επίπεδα άνω του 14%, η διαφορά δεν αφορά μόνο την κατανάλωση. Αφορά την ικανότητα των ελληνικών νοικοκυριών να αντιμετωπίσουν ένα νέο οικονομικό σοκ, να χρηματοδοτήσουν μια επένδυση, να αποκτήσουν κατοικία ή απλώς να αισθανθούν ότι διαθέτουν ένα στοιχειώδες οικονομικό «μαξιλάρι».

 

Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη διάσταση του προβλήματος: η Ελλάδα δεν έχει μόνο χαμηλή αποταμίευση. Έχει ένα μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών που δεν προλαβαίνει καν να δημιουργήσει απόθεμα.

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum