|
00:01 -
07/07/26 |
|
|
|
|
|

Η ελληνική επιχειρηματικότητα ανάμεσα στην ανάπτυξη και το
διαρθρωτικό όριο του μεγέθους
Η ελληνική
οικονομία τα τελευταία χρόνια καταγράφει ισχυρούς ρυθμούς
ανάπτυξης, προσελκύει επενδύσεις και σε αρκετούς δείκτες
εμφανίζει καλύτερη εικόνα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές
οικονομίες. Ωστόσο, πίσω από τη θετική μακροοικονομική
εικόνα παραμένει ένα βαθύ και διαχρονικό διαρθρωτικό
πρόβλημα που συνεχίζει να περιορίζει την ανταγωνιστικότητα
της χώρας.
Το ζήτημα αυτό
δεν περιορίζεται στη φορολογία ή στη γραφειοκρατία, αλλά
αφορά κυρίως τη δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας και
ειδικότερα το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων. Η
κατακερματισμένη επιχειρηματική βάση λειτουργεί ως βασικός
ανασταλτικός παράγοντας για την αύξηση της παραγωγικότητας
και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας.
Στο πλαίσιο
αυτό, η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία
δεν είναι απλώς η προσέλκυση νέων επενδύσεων, αλλά η
δημιουργία μεγαλύτερων, πιο ανθεκτικών και πιο εξωστρεφών
επιχειρηματικών σχημάτων. Η χαμηλή παραγωγικότητα παραμένει
το βασικό διαρθρωτικό μειονέκτημα που δυσκολεύει τη σύγκλιση
με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.
Σύμφωνα με
μελέτες της EY, οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν σαφή
διάθεση να επενδύσουν στην τεχνολογία, στην καινοτομία και
στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Ωστόσο, παραμένουν ιδιαίτερα
επιφυλακτικές απέναντι σε αλλαγές στη μετοχική τους σύνθεση
και στη δομή ιδιοκτησίας τους. Η περιορισμένη τάση για
συγχωνεύσεις, το μειωμένο ενδιαφέρον για private equity, η
προτίμηση στην αυτοχρηματοδότηση και η απουσία οργανωμένων
σχεδίων διαδοχής στις οικογενειακές επιχειρήσεις συνθέτουν
ένα μοντέλο ανάπτυξης που δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση
του ελέγχου και στην οργανική εξέλιξη.
Ακόμη και όταν
αυτό συνεπάγεται πιο αργή μεγέθυνση σε σχέση με τα οφέλη που
θα μπορούσαν να προκύψουν από στρατηγικές συνεργασίες ή την
είσοδο νέων επενδυτών.
Στο πλαίσιο της
παρουσίασης της έκθεσης EY Entrepreneurship Barometer 2026,
επισημάνθηκε ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι η έλλειψη
επενδύσεων, αλλά η κατεύθυνσή τους. Μεγάλο μέρος των
κεφαλαίων διοχετεύεται σε κλάδους όπως οι κατασκευές και ο
τουρισμός, ενώ λιγότερο επενδύεται σε τομείς υψηλής
προστιθέμενης αξίας που ενισχύουν τη μακροχρόνια
παραγωγικότητα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Λιγότερους από 10 εργαζομένους
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της
ελληνικής οικονομίας είναι ότι περίπου το 95% των
επιχειρήσεων απασχολεί λιγότερους από δέκα εργαζόμενους. Το
μέγεθος αυτό περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα επενδύσεων
σε καινοτομία, εξωστρέφεια και διεθνή ανάπτυξη, ενώ
ταυτόχρονα μειώνει τις προοπτικές αύξησης της
παραγωγικότητας.
Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας
παραμένει περίπου στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ αν
ληφθεί υπόψη ο υψηλός αριθμός ωρών εργασίας, η πραγματική
υστέρηση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει
τη διαχρονική ανάγκη ενίσχυσης της αποδοτικότητας ως
κεντρικού στόχου οικονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η
επιχειρηματική κουλτούρα στην Ελλάδα εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις συγχωνεύσεις, την είσοδο
επενδυτών και τη συμμετοχή στην κεφαλαιαγορά. Η πλειονότητα
των επιχειρηματιών δεν εξετάζει την πώληση της επιχείρησής
του, ενώ σημαντικό ποσοστό προτιμά τη διαδοχή εντός της
οικογένειας, διατηρώντας τον έλεγχο εντός του υφιστάμενου
ιδιοκτησιακού σχήματος.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση των επενδύσεων
βασίζεται κυρίως σε ίδια κεφάλαια και επανεπένδυση κερδών,
με περιορισμένη αξιοποίηση τραπεζικού δανεισμού ή κεφαλαίων
από την αγορά. Το μοντέλο αυτό προσφέρει μεν σταθερότητα και
έλεγχο, αλλά περιορίζει τη δυνατότητα ταχύτερης ανάπτυξης
και σημαντικών επενδυτικών βημάτων.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η
αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται άμεσα με το μέγεθος των
επιχειρήσεων. Η δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρηματικών
σχημάτων, με δυνατότητα επενδύσεων, εξαγωγών και ανάπτυξης
νέων προϊόντων, θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση για την
ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, τονίζεται ότι στην
ελληνική επιχειρηματική κουλτούρα εξακολουθεί να υπάρχει
επιφυλακτικότητα απέναντι σε εξαγορές, συγχωνεύσεις ή
συμμετοχή στρατηγικών επενδυτών, καθώς συχνά
αντιμετωπίζονται ως απώλεια ελέγχου και όχι ως εργαλείο
ανάπτυξης.
Οι οικογενειακές επιχειρήσεις, που αποτελούν
τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, παραμένουν επίσης
προσανατολισμένες στη διατήρηση του οικογενειακού χαρακτήρα.
Παρότι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα, ένα μικρό μόνο
ποσοστό διαθέτει οργανωμένο σχέδιο διαδοχής, ενώ σημαντικό
μέρος δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε ουσιαστικό σχεδιασμό για
τη μετάβαση στην επόμενη γενιά.
Η έλλειψη θεσμοθετημένης διαδοχής και η
περιορισμένη διάθεση για άνοιγμα της μετοχικής βάσης
αποτελούν πρόσθετους παράγοντες που ενισχύουν τον
κατακερματισμό του επιχειρηματικού τοπίου.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι
αυτή μιας οικονομίας που έχει σημειώσει πρόοδο σε επίπεδο
μακροοικονομικών μεγεθών, αλλά εξακολουθεί να περιορίζεται
από τη δομή της επιχειρηματικότητάς της. Η μετάβαση σε ένα
νέο παραγωγικό μοντέλο, με μεγαλύτερες και πιο εξωστρεφείς
επιχειρήσεις, αναδεικνύεται ως βασική προϋπόθεση για τη
βιώσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και τη μακροπρόθεσμη
σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η γενιά των νέων στην Ελλάδα ανάμεσα σε χαμηλό πλούτο και
δομικές οικονομικές ανισότητες
Στην αρχή του δεύτερου μισού της δεκαετίας
του 2020, η ελληνική οικονομία εμφανίζει εικόνα
σταθεροποίησης, με τους μακροοικονομικούς δείκτες να
παρουσιάζονται βελτιωμένοι και τον ρυθμό ανάπτυξης να
προβάλλεται ως ένδειξη επιτυχίας από την πολιτεία.
Ωστόσο, κάτω από αυτή τη μακροοικονομική
εικόνα, διαμορφώνεται μια διαφορετική πραγματικότητα για τη
νέα γενιά, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονες
κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις και καταγράφει από τα
χαμηλότερα επίπεδα πλούτου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η καθημερινότητα των νέων στην Ελλάδα, είτε
στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε στην περιφέρεια,
αποτυπώνει μια εικόνα που απέχει σημαντικά από τους θετικούς
δείκτες και τις αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων. Πίσω από
τους αριθμούς του ΑΕΠ, αναδεικνύεται μια βαθύτερη δομική
ανισορροπία: οι πολίτες ηλικίας 16 έως 34 ετών
συγκαταλέγονται μεταξύ των φτωχότερων νέων στην Ευρώπη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Καθαρή διάμεση περιουσία νέων
Με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας και της Eurostat, η καθαρή διάμεση περιουσία των
νέων στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στις 9.900 ευρώ. Το
επίπεδο αυτό υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της
ευρωζώνης, ο οποίος ξεπερνά τις 24.600 ευρώ, ενώ σε χώρες
όπως το Βέλγιο και η Μάλτα οι νέοι ξεκινούν την οικονομική
τους πορεία με πολλαπλάσια περιουσιακά μεγέθη, που σε
ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν τις 100.000 ευρώ. Η Ελλάδα
κατατάσσεται έτσι στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, με τη
νεότητα να μην λειτουργεί ως βάση οικονομικής ανέλιξης αλλά
ως περίοδος παρατεταμένης αδυναμίας συσσώρευσης πλούτου.
Την ίδια στιγμή, η αγοραστική δύναμη στη
χώρα παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο
όρο, περίπου κατά 32%. Ο πληθωρισμός, ιδιαίτερα σε βασικά
αγαθά όπως τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα, λειτουργεί ως μια
συνεχής επιβάρυνση που απορροφά τις όποιες αυξήσεις
εισοδήματος, περιορίζοντας την πραγματική βελτίωση του
βιοτικού επιπέδου, ακόμη και μετά τις αναπροσαρμογές στον
κατώτατο μισθό.
Σύμφωνα με τα ίδια ευρωπαϊκά δεδομένα,
περίπου το 30% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα
αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Παράλληλα, ο δείκτης σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης
για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα φτάνει το 14,7%, όταν ο
μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται στο 5,8%,
αναδεικνύοντας τη σημαντική απόκλιση της χώρας από τον
ευρωπαϊκό κανόνα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η καθαρή περιουσία των
ηλικιών 16 έως 34 ετών παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις.
Ο μέσος όρος στην ευρωζώνη ανέρχεται περίπου στις 24.600
ευρώ, τη στιγμή που η συνολική διάμεση καθαρή περιουσία όλων
των ηλικιών φτάνει τις 140.100 ευρώ. Μεταξύ των χωρών της
Ευρώπης, καταγράφονται έντονες αποκλίσεις, με τη Φινλανδία
να εμφανίζει πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ η Μάλτα και το
Λουξεμβούργο βρίσκονται στην κορυφή, με ιδιαίτερα υψηλές
τιμές για τους νέους.
Στη Μάλτα, η διάμεση καθαρή περιουσία των
νέων ξεπερνά τις 250.000 ευρώ, ενώ στο Λουξεμβούργο φτάνει
περίπου τις 135.000 ευρώ. Το Βέλγιο ακολουθεί σε υψηλά
επίπεδα, κοντά στις 97.000 ευρώ. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε
αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η
Κροατία, η Σλοβακία, η Εσθονία, η Τσεχία και η Λιθουανία, οι
νέοι εμφανίζουν υψηλότερο πλούτο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο,
παρά τις χαμηλότερες μέσες αποδοχές.
Στις μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, η εικόνα είναι επίσης ανομοιογενής. Η Ιταλία
εμφανίζει τη μεγαλύτερη διάμεση καθαρή περιουσία στους
νέους, ακολουθούμενη από τη Γαλλία και την Ισπανία, ενώ η
Γερμανία καταγράφει από τα χαμηλότερα επίπεδα, γεγονός που
δείχνει ότι οι διαφορές εντός της ΕΕ δεν ακολουθούν πάντα τη
λογική του συνολικού οικονομικού μεγέθους κάθε χώρας.
Η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλά στη σχετική
κατάταξη, με τη Φινλανδία να καταγράφει ακόμη χαμηλότερη
επίδοση. Επίσης, χώρες όπως η Αυστρία και η Λετονία
βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Ιρλανδία,
η Πορτογαλία, η Ουγγαρία και η Ολλανδία κινούνται σε
ενδιάμεσα επίπεδα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος της
οικογένειας στην Ελλάδα, η οποία παραδοσιακά λειτουργούσε ως
άτυπος μηχανισμός κοινωνικής προστασίας. Η μεταβίβαση
περιουσίας από τη μία γενιά στην άλλη, κυρίως μέσω κατοικίας
και μικρής ιδιοκτησίας, αποτελούσε βασικό εργαλείο εκκίνησης
για τους νέους.
Ωστόσο, η πολυετής οικονομική κρίση
αποδυνάμωσε σημαντικά αυτή τη δυνατότητα. Οι αποταμιεύσεις
των προηγούμενων γενεών μειώθηκαν, οι συντάξεις
περιορίστηκαν και η φορολογία της ακίνητης περιουσίας
επιβάρυνε σημαντικά τα νοικοκυριά. Ως αποτέλεσμα, η γονική
υποστήριξη που παλαιότερα αποτελούσε αφετηρία οικονομικής
ανεξαρτησίας, σήμερα συχνά περιορίζεται ή συνοδεύεται από
οικονομικά βάρη, όπως χρέη ή υποχρεώσεις σε ακίνητα.
Έτσι διαμορφώνεται ένα περιβάλλον όπου η νέα
γενιά στην Ελλάδα ξεκινά την οικονομική της πορεία με
περιορισμένα μέσα, χαμηλή συσσώρευση πλούτου και μειωμένες
προοπτικές ταχείας οικονομικής ανέλιξης σε σχέση με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ένας στους
τρεις Ευρωπαίους φοβάται επιδείνωση του βιοτικού του
επιπέδου – Η ακρίβεια παραμένει η μεγαλύτερη ανησυχία
Η συνεχιζόμενη άνοδος του κόστους ζωής και η
οικονομική αβεβαιότητα εξακολουθούν να επιβαρύνουν το κλίμα
στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολοένα και περισσότερους πολίτες να
εκφράζουν ανησυχία για την πορεία του βιοτικού τους επιπέδου
τα επόμενα χρόνια. Τα ευρήματα της τελευταίας έρευνας του
Ευρωβαρόμετρου καταγράφουν έντονη απαισιοδοξία, η οποία
διαφοροποιείται τόσο μεταξύ των ηλικιακών ομάδων όσο και ανά
χώρα.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, στην οποία
συμμετείχαν περισσότεροι από 26.000 πολίτες από όλα τα
κράτη-μέλη της ΕΕ, το 29% εκτιμά ότι το προσωπικό του
βιοτικό επίπεδο θα επιδεινωθεί μέσα στην επόμενη πενταετία,
ενώ μόλις το 18% θεωρεί ότι οι συνθήκες διαβίωσής του θα
βελτιωθούν. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι, παρά την
αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε αρκετές ευρωπαϊκές
οικονομίες, η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει την
αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η έρευνα καταγράφει σημαντικές
διαφοροποιήσεις ανά ηλικιακή ομάδα. Οι πολίτες άνω των 55
ετών εμφανίζονται περισσότερο απαισιόδοξοι, καθώς το 34%
προβλέπει επιδείνωση του βιοτικού του επιπέδου, έναντι μόλις
17% στις νεότερες ηλικίες. Οι ειδικοί αποδίδουν τη διαφορά
στο γεγονός ότι οι μεγαλύτερες γενιές επηρεάζονται
περισσότερο από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, της
υγείας και των βασικών αγαθών.
Μεγάλες είναι και οι αποκλίσεις μεταξύ των
κρατών-μελών. Η Γαλλία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό
απαισιοδοξίας στην ΕΕ, καθώς το 44% των πολιτών εκτιμά ότι
το βιοτικό του επίπεδο θα επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια.
Υψηλά ποσοστά αρνητικών προσδοκιών εμφανίζονται επίσης στην
Πορτογαλία, τη Γερμανία και την Αυστρία. Αντίθετα, οι πιο
αισιόδοξοι πολίτες εντοπίζονται σε χώρες της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης, με την Πολωνία να καταγράφει ποσοστό
μόλις 9% και την Ουγγαρία 8%.
Η οικονομική αβεβαιότητα φαίνεται να
επηρεάζει και την αντίληψη των πολιτών για την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Αν και το 50% των Ευρωπαίων διατηρεί θετική εικόνα
για την ΕΕ έναντι 17% που εκφράζει αρνητική άποψη, σε χώρες
όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Τσεχία η διαφορά
είναι αισθητά μικρότερη. Παράλληλα, οι Γάλλοι και οι
Αυστριακοί συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο επιφυλακτικών ως
προς τα οφέλη της συμμετοχής των χωρών τους στην Ένωση, με
μόλις το 62% να αξιολογεί θετικά τη συνολική της συμβολή.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το
κορυφαίο ζήτημα για τους Ευρωπαίους πολίτες. Σχεδόν ένας
στους δύο ερωτηθέντες (47%) ζητά από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο να δώσει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του
πληθωρισμού και του αυξημένου κόστους ζωής, ποσοστό αυξημένο
κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη
έρευνα. Ακολουθούν ως βασικές προτεραιότητες η οικονομία και
η απασχόληση, καθώς και η άμυνα και η ασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, το 27% των πολιτών δηλώνει
ότι η ποιότητα ζωής του επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια των
τελευταίων δώδεκα μηνών, ενώ μόλις το 11% αναφέρει βελτίωση.
Για τη μεγάλη πλειονότητα (62%), οι συνθήκες παρέμειναν
αμετάβλητες, στοιχείο που υπογραμμίζει ότι η πίεση από την
ακρίβεια συνεχίζει να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες
προκλήσεις για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
|
|
|
|
|
|