| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 07/10/26

 

                         

 

Στέγαση: Η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια στην επιβάρυνση των νοικοκυριών – Μισθοί +19%, κατοικίες +94% από το 2017

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς περισσότερα από ένα στα τέσσερα νοικοκυριά διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για να καλύψουν τις ανάγκες στέγασης.

 

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι το 26,4% των ελληνικών νοικοκυριών βρίσκεται πάνω από το συγκεκριμένο όριο επιβάρυνσης, είτε πρόκειται για δόσεις στεγαστικών δανείων είτε για ενοίκια και λογαριασμούς που συνδέονται με την κατοικία.

 

Η εικόνα είναι ανάλογη τόσο στις πόλεις όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις αστικές περιοχές το ποσοστό ανέρχεται σε 26,9%, ενώ στις αγροτικές διαμορφώνεται σε 26,4%.

 

Η διαφορά με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι εντυπωσιακή. Στις πόλεις της Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 9,6%, ενώ στις αγροτικές περιοχές μόλις στο 5,6%.

 

Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί κάποια αποκλιμάκωση. Το 2023, το ποσοστό στις αστικές περιοχές έφθανε το 31%.

 

Η Δανία πλησιάζει, η Κύπρος στον αντίποδα

 

Η στεγαστική πίεση δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όμως η ένταση του προβλήματος διαφοροποιεί σημαντικά την Ελλάδα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

 

Η Δανία έχει πλέον ανέλθει στη δεύτερη θέση, με το 23,6% των νοικοκυριών να δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση.

 

Στον αντίποδα βρίσκεται η Κύπρος, όπου το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 2,4%.

 

Για την Ελλάδα, μάλιστα, η εικόνα θα μπορούσε να αποδειχθεί εκ νέου δυσμενέστερη, καθώς οι νέες πιέσεις στο ενεργειακό κόστος επιβαρύνουν περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

 

Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την τιμή αγοράς ή το ύψος του ενοικίου. Αφορά το συνολικό κόστος διατήρησης μιας κατοικίας, σε μια οικονομία όπου το εισόδημα των νοικοκυριών εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση.

 

                                        

 

Το μεγάλο πρόβλημα είναι η αγοραστική δύναμη

 

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την πορεία των πραγματικών εισοδημάτων.

 

Από το 2010 έως το 2025, τα πραγματικά εισοδήματα στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 22,3%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υποχώρηση στην Ε.Ε., με μόνη εξαίρεση τη Γαλλία, όπου καταγράφεται οριακή μείωση 0,6%.

 

Την ίδια περίοδο, τα πραγματικά εισοδήματα στην Ε.Ε. αυξήθηκαν κατά 25,4%.

 

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στη Ρουμανία, για παράδειγμα, η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων την ίδια περίοδο έφθασε το 160,2%.

 

Επομένως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια τόσο ο μέσος όσο και ο κατώτατος μισθός δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκαταστάθηκε η αγοραστική δύναμη που χάθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

 

Οι ονομαστικές αυξήσεις σε μεγάλο βαθμό απορροφήθηκαν από την άνοδο του κόστους ζωής.

 

Μισθοί +19%, κατοικίες +94%

 

Η απόσταση μεταξύ εισοδημάτων και τιμών κατοικίας αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το πρόβλημα.

 

Αν ως σημείο αναφοράς ληφθεί το 2017, όταν άρχισε ουσιαστικά η νέα ανοδική φάση της αγοράς ακινήτων, η εικόνα είναι χαρακτηριστική.

 

Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, αυξήθηκε ονομαστικά κατά περίπου 19%, φθάνοντας το 2025 στα 1.475 ευρώ τον μήνα.

 

Με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η αύξηση του μέσου ετήσιου ονομαστικού μισθού είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς φθάνει το 29,3%.

 

Ωστόσο, όταν η σύγκριση γίνει σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης, η εικόνα αλλάζει. Ο μέσος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα εμφανίζει μείωση περίπου 6% από το 2017, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.

 

Την ίδια στιγμή, οι τιμές των κατοικιών έχουν ακολουθήσει εντελώς διαφορετική πορεία.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 2017 έως και το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι ονομαστικές τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν κατά 93,9% σε ολόκληρη τη χώρα.

 

Ακόμη και μετά την αφαίρεση της επίδρασης του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση των τιμών ανέρχεται σε περίπου 56%.

 

Με άλλα λόγια, η αγορά κατοικίας έχει κινηθεί με πολλαπλάσια ταχύτητα από την αύξηση των μισθών.

 

Η «ψαλίδα» έχει ανοίξει

 

Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά.

 

Από τη μία πλευρά, οι ονομαστικές αποδοχές έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 2017. Από την άλλη, όμως, η αγοραστική δύναμη αυτών των εισοδημάτων έχει περιοριστεί από την άνοδο των τιμών, ενώ το κόστος απόκτησης κατοικίας έχει αυξηθεί πολύ ταχύτερα.

 

Η πραγματική υλική ευημερία αποτυπώνει αυτή τη διαφορά.

 

Ο δείκτης AIC/PPS της Eurostat, ο οποίος μετρά την πραγματική υλική κατανάλωση ανά κάτοικο και περιλαμβάνει και αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος ή μη κερδοσκοπικούς φορείς, αυξήθηκε στην Ελλάδα μόλις κατά 3,9% από το 2017 έως το 2025.

 

Η επίδοση αυτή βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από την ονομαστική αύξηση των μισθών και δείχνει ότι μεγάλο μέρος των αυξήσεων εισοδήματος απορροφήθηκε από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

 

Από τα τρόφιμα και την ενέργεια έως τις υπηρεσίες και την κατοικία, οι δαπάνες αυξήθηκαν με ρυθμούς που περιόρισαν σημαντικά το πραγματικό όφελος από την άνοδο των αποδοχών.

 

                             

 

Διαφορετικές μετρήσεις, ίδιο πρόβλημα

 

Η εικόνα της αγοραστικής δύναμης διαφοροποιείται ανάλογα με τον δείκτη και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται.

 

Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για το 2026, η οποία εξετάζει τον μέσο ετήσιο πραγματικό μισθό πλήρους απασχόλησης με βάση στοιχεία της Eurostat, καταγράφει οριακή αύξηση 0,3% το 2025 σε σχέση με το 2019.

 

Ωστόσο, σε σχέση με το 2019, ο μέσος πραγματικός μισθός παραμένει 31% χαμηλότερος.

 

Οι διαφορετικές μεθοδολογίες οδηγούν επομένως σε διαφορετικά μεγέθη, αλλά όχι σε διαφορετικό βασικό συμπέρασμα: η ανάκαμψη των ονομαστικών αποδοχών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη αποκατάσταση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

 

Το στεγαστικό κόστος λειτουργεί ως «κόφτης» στη ζήτηση

 

Η εξέλιξη αυτή έχει πλέον άμεσες συνέπειες και στην ίδια την αγορά ακινήτων.

 

Η μεγάλη άνοδος των τιμών κατοικίας, σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια των προηγούμενων ετών και την περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης, έχει αυξήσει σημαντικά το οικονομικό εμπόδιο για την απόκτηση κατοικίας.

 

Για να αγοράσει ένα νοικοκυριό το ίδιο ακίνητο που πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν σε πολύ χαμηλότερη τιμή, χρειάζεται είτε μεγαλύτερη ίδια συμμετοχή είτε μεγαλύτερο στεγαστικό δάνειο.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η αύξηση των τιμών περιορίζει σταδιακά τη δυνητική ζήτηση.

 

Η εικόνα αυτή εξηγεί και γιατί τα προγράμματα επιδότησης της αγοράς, όπως το «Σπίτι μου», αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ταυτόχρονα, όμως, η διοχέτευση επιδοτούμενης ζήτησης σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στις τιμές των ακινήτων που πληρούν τα κριτήρια.

 

Το ζητούμενο είναι διπλό

 

Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε επιδοτήσεις ή σε προγράμματα που ενισχύουν τη ζήτηση.

 

Απαιτείται ταυτόχρονα αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και σταθεροποίηση του κόστους κατοικίας, ώστε να αρχίσει να περιορίζεται η απόσταση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.

 

Για όσο διάστημα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται πολύ ταχύτερα από την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, η ιδιοκατοίκηση θα παραμένει ολοένα δυσκολότερη για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.

 

Και αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σημερινής ελληνικής στεγαστικής αγοράς: οι μισθοί αυξάνονται, αλλά η κατοικία απομακρύνεται ταχύτερα από το εισόδημα που απαιτείται για την απόκτησή της.

 

                                  

 

Α.Ι & Αγορά Εργασίας  - PwC: Το 56% των εργαζομένων κινδυνεύει να μείνει πίσω στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης

 

Να συνεχίσουμε με ένα ιδιαίτερο θέμα το οποίο μας απασχολεί άμεσα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αλλάζει μόνο τις θέσεις εργασίας και τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται οι καθημερινές εργασίες. Δημιουργεί ήδη ένα νέο χάσμα μέσα στο ίδιο το εργατικό δυναμικό, ανάμεσα σε εκείνους που μπορούν να αξιοποιήσουν την τεχνολογία και να αυξήσουν την αξία τους και σε όσους κινδυνεύουν να μείνουν εκτός της νέας πραγματικότητας.

 

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της παγκόσμιας «Έρευνας Ελπίδων και Φόβων για το Εργατικό Δυναμικό 2026» της PwC, η οποία καταγράφει ένα εργατικό δυναμικό που πλέον κινείται με διαφορετικές ταχύτητες.

 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η πιθανότητα να αντικατασταθούν ορισμένες εργασίες από μηχανές. Είναι ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στις νέες δεξιότητες και στα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι ίδια για όλους.

 

Και αυτό δημιουργεί έναν νέο διαχωρισμό στην αγορά εργασίας.

 

Το 56% βρίσκεται στην «Engine Room»

 

Η PwC χωρίζει τους εργαζόμενους σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, ανάλογα με τη ζήτηση για τις δεξιότητές τους και τον βαθμό στον οποίο αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Η μεγαλύτερη ομάδα είναι αυτή που η PwC αποκαλεί «The Engine Room» και αντιπροσωπεύει το 56% του εργατικού δυναμικού.

 

Πρόκειται ουσιαστικά για τη ραχοκοκαλιά των οργανισμών, τους ανθρώπους που πραγματοποιούν το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής εργασίας, αλλά ταυτόχρονα είναι εκείνοι που βλέπουν τα μικρότερα οφέλη από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά στην περιορισμένη πρόσβαση σε πόρους εκπαίδευσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων.

 

Ο κίνδυνος είναι επομένως διπλός: οι εργαζόμενοι αυτοί μπορεί να μην αποκτήσουν εγκαίρως τις δεξιότητες που απαιτεί η νέα αγορά εργασίας, ενώ οι επιχειρήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού τους που δεν μπορεί να ακολουθήσει την τεχνολογική μετάβαση.

 

                               

 

Οι τέσσερις ταχύτητες της αγοράς εργασίας

 

Η έρευνα της PwC καταγράφει τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων:

 

1. AI Insurgents – 18%

 

Είναι εργαζόμενοι των οποίων οι δεξιότητες δεν βρίσκονται σήμερα στην υψηλότερη ζήτηση, αλλά χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη με ιδιαίτερα φιλόδοξο τρόπο.

 

Η τεχνολογία τους επιτρέπει να αντισταθμίσουν μέρος του μειονεκτήματος που δημιουργεί η χαμηλότερη ζήτηση για τις παραδοσιακές δεξιότητές τους και να αποκτήσουν νέες δυνατότητες.

 

2. Front-runners – 14%

 

Πρόκειται για εργαζόμενους που διαθέτουν δεξιότητες υψηλής ζήτησης και παράλληλα αξιοποιούν έντονα την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Είναι η ομάδα που φαίνεται να αποκομίζει τα μεγαλύτερα οφέλη από τη νέα τεχνολογία. Περίπου τέσσερις στους πέντε δηλώνουν ότι έχουν πρόσβαση σε πόρους μάθησης και ανάπτυξης.

 

3. Indispensables – 11%

 

Διαθέτουν δεξιότητες υψηλής ζήτησης, οι οποίες είναι δύσκολο να αντικατασταθούν, αλλά δεν βλέπουν σημαντικά οφέλη από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Παρά τη χαμηλή αξιοποίηση της τεχνολογίας, η θέση τους παραμένει σχετικά ασφαλής λόγω της σπανιότητας και της αξίας των δεξιοτήτων τους.

 

4. The Engine Room – 56%

 

Είναι η μεγαλύτερη κατηγορία και περιλαμβάνει εργαζόμενους που βλέπουν ελάχιστα ή καθόλου οφέλη από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Παράλληλα, είναι λιγότερο πιθανό να ανταμειφθούν για την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων ή για την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εργάζονται.

 

Το παράδοξο είναι ότι αποτελούν την πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού και είναι υπεύθυνοι για μεγάλο μέρος της καθημερινής λειτουργίας των επιχειρήσεων.

 

Η χρήση της AI αυξάνει την εργασιακή αυτοπεποίθηση

 

Η έρευνα δείχνει ότι η συστηματική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης συνδέεται ήδη με υψηλότερη αίσθηση ασφάλειας και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις προσωπικές δυνατότητες.

 

Μεταξύ των εργαζομένων που χρησιμοποιούν καθημερινά την Τεχνητή Νοημοσύνη, το 68% δηλώνει ότι αισθάνεται ασφαλές ως προς την εργασία του, έναντι 57% μεταξύ όσων δεν τη χρησιμοποιούν τακτικά.

 

Οι καθημερινοί χρήστες είναι επίσης 15 ποσοστιαίες μονάδες πιθανότερο να εμπιστεύονται την ανώτατη διοίκηση και 21 μονάδες πιθανότερο να αισθάνονται ότι μπορούν να αποκτήσουν νέες δεξιότητες.

 

Με άλλα λόγια, η εξοικείωση με την Τεχνητή Νοημοσύνη φαίνεται να δημιουργεί έναν θετικό κύκλο: περισσότερη χρήση οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, η οποία με τη σειρά της ενισχύει την προθυμία για περαιτέρω μάθηση και προσαρμογή.

 

Δεν φοβούνται μόνο την AI οι εργαζόμενοι

 

Παρά τη συζήτηση γύρω από την απειλή της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να θεωρούν την οικονομική αβεβαιότητα μεγαλύτερο κίνδυνο για την εργασία τους.

 

Το 57% αναφέρει την οικονομική αστάθεια ως σημαντική απειλή, έναντι 44% που ανησυχεί περισσότερο για την ανάληψη περισσότερων εργασιών από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

 

Παράλληλα, μόλις το ένα τρίτο δηλώνει ότι του περισσεύουν χρήματα στο τέλος του μήνα, ενώ 27% αναφέρει ότι η κόπωση ή η επαγγελματική εξουθένωση επηρεάζουν την παραγωγικότητά του.

 

Επομένως, η μετάβαση στην εποχή της AI πραγματοποιείται σε ένα ήδη πιεσμένο εργασιακό περιβάλλον.

 

Το μεγάλο μισθολογικό πλεονέκτημα

 

Η διαφορά δεν περιορίζεται στην εργασιακή ασφάλεια. Αρχίζει να αποτυπώνεται και στις αμοιβές.

 

Σύμφωνα με το PwC 2026 AI Jobs Barometer, οι εργαζόμενοι που διαθέτουν δεξιότητες Τεχνητής Νοημοσύνης εμφανίζουν κατά μέσο όρο μισθολογικό πλεονέκτημα 62%, από 57% το 2025.

 

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αγορά δεν ανταμείβει απλώς τη γνώση της AI ως τεχνικής δεξιότητας. Ανταμείβει όλο και περισσότερο τον συνδυασμό της τεχνολογίας με την υπάρχουσα επαγγελματική εμπειρία.

 

Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας: δεν είναι απαραίτητα οι μηχανές που θα αντικαταστήσουν τους ανθρώπους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι που γνωρίζουν να χρησιμοποιούν την AI μπορεί να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι εκείνων που δεν την αξιοποιούν.

 

Από την παραγωγή στην κρίση

 

Η μεγαλύτερη αλλαγή, ωστόσο, μπορεί να αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αξιολογούν την απόδοση.

 

Σε ένα περιβάλλον όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παράγει γρηγορότερα κείμενα, αναλύσεις, κώδικα ή παρουσιάσεις, η απλή μέτρηση του τελικού αποτελέσματος δεν αρκεί πλέον για να αποτυπώσει την πραγματική συνεισφορά ενός εργαζομένου.

 

Η αξία μεταφέρεται σταδιακά σε δεξιότητες που είναι δυσκολότερο να αυτοματοποιηθούν: η κρίση, η πρωτοτυπία, η συνεργασία, ο έλεγχος, η επαλήθευση και η ευθύνη για την τελική απόφαση.

 

Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν, προάγουν και ανταμείβουν τους εργαζομένους τους.

 

Το ερώτημα δεν θα είναι πλέον μόνο «χρησιμοποίησε AI;», αλλά «τι πρόσθεσε ο άνθρωπος στο αποτέλεσμα που παρήγαγε η AI;».

 

Το μεγάλο στοίχημα για τις επιχειρήσεις

 

Η μεγαλύτερη πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς η εισαγωγή εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης στους χώρους εργασίας.

 

Είναι να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογία δεν θα δημιουργήσει ένα εργατικό δυναμικό δύο ταχυτήτων: μια μικρή ομάδα εργαζομένων που αποκτά συνεχώς περισσότερες δεξιότητες, αυτοπεποίθηση και ευκαιρίες και μια μεγάλη πλειοψηφία που παραμένει εγκλωβισμένη στις παλιές μεθόδους εργασίας.

 

Το γεγονός ότι 56% των εργαζομένων ανήκει στην κατηγορία που αποκομίζει ελάχιστα ή καθόλου οφέλη από την AI δείχνει το μέγεθος του προβλήματος.

 

Για τις επιχειρήσεις, η επένδυση στην εκπαίδευση και στην επανεκπαίδευση δεν αποτελεί πλέον απλώς μια πολιτική ανθρώπινου δυναμικού. Αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει ολόκληρος ο οργανισμός να ακολουθήσει την τεχνολογική μετάβαση.

 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, επομένως, δεν φαίνεται να καταργεί μαζικά την αξία της ανθρώπινης εργασίας. Αλλάζει όμως δραστικά το ποια ανθρώπινη εργασία έχει μεγαλύτερη αξία.

 

Και όσο ταχύτερα προχωρά η τεχνολογία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που μαθαίνουν να δουλεύουν μαζί της και σε εκείνους που μένουν έξω από αυτή τη μετάβαση.

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum