| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 08/09/26

                    

                           

 

Ελλάδα: Το μεγάλο δημοσιονομικό τεστ αρχίζει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης – Οι τέσσερις κίνδυνοι της περιόδου 2026-2028

 

Η Ελλάδα έχει αφήσει οριστικά πίσω της τα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης, όμως η μεγάλη πρόκληση για την οικονομία δεν βρίσκεται πλέον στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας της, αλλά στη διατήρησή της όταν οι ευνοϊκές συνθήκες των τελευταίων ετών αρχίσουν να εξασθενούν.

 

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης του ΚΕΦΙΜ, η οποία χαρακτηρίζει την περίοδο 2026-2028 ως το επόμενο μεγάλο τεστ δημοσιονομικής αντοχής της χώρας.

 

Η Ελλάδα έχει πλέον στη διάθεσή της ισχυρότερα δημοσιονομικά «μαξιλάρια», καλύτερη πρόσβαση στις αγορές και σαφώς χαμηλότερο κόστος δανεισμού σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος της σημερινής εικόνας έχει διαμορφωθεί υπό συνθήκες που δεν είναι βέβαιο ότι θα διατηρηθούν.

 

Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, οι νέες μόνιμες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, η σχέση τραπεζών και Δημοσίου και κυρίως το ασφαλιστικό αποτελούν τα τέσσερα μέτωπα που θα κρίνουν εάν η δημοσιονομική εξυγίανση έχει αποκτήσει πραγματικά μόνιμα χαρακτηριστικά.

 

Από το 209% στο 146,1% του ΑΕΠ το χρέος

 

Η αφετηρία είναι αναμφίβολα πολύ καλύτερη.

 

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε το 2025 στο 4,9% του ΑΕΠ, επίδοση που ήταν η υψηλότερη στην Ευρωζώνη.

 

Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε από το ιστορικό υψηλό του 209% το 2020 στο 146,1% το 2025. Η αποκλιμάκωση είναι εντυπωσιακή, αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ.

 

Την αλλαγή της εικόνας αποτυπώνουν και οι αγορές. Η επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα, αλλά και η μεγάλη συμπίεση του spread του ελληνικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού, δείχνουν πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζεται πλέον το ελληνικό χρέος.

 

Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση του χρέους δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δημοσιονομική πειθαρχία. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν η υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, ο πληθωρισμός αλλά και οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης μέσω των δανείων του EFSF και του ESM.

 

Καθώς μέρος αυτών των δανείων αποπληρώνεται και η Ελλάδα θα στηρίζεται ολοένα περισσότερο στην άντληση κεφαλαίων από τις αγορές, η εξέλιξη των επιτοκίων αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

 

Εάν, για παράδειγμα, οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών ομολόγων επέστρεφαν στην περιοχή του 4,5%, δηλαδή κοντά στα επίπεδα του 2008, η πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση από τόκους θα μπορούσε σταδιακά να φθάσει το 0,8%-1% του ΑΕΠ.

 

Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο που αναδεικνύει το βασικό ερώτημα της επόμενης περιόδου: πόσο ανθεκτικά είναι τα σημερινά δημοσιονομικά δεδομένα σε ένα λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων και ανάπτυξης;

 

                                   

 

Το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης αλλάζει την εξίσωση

 

Το πρώτο μεγάλο τεστ έχει ήδη έρθει: η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης τον Αύγουστο του 2026.

 

Οι πόροι του RRF αποτέλεσαν έναν από τους σημαντικότερους αναπτυξιακούς καταλύτες των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τη μελέτη, εκτιμάται ότι προσέθεσαν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης.

 

Η σταδιακή εξαφάνιση αυτής της ώθησης δημιουργεί ένα σημαντικό κενό.

 

Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ που επικαλείται το ΚΕΦΙΜ, οι δημόσιες επενδύσεις θα μπορούσαν μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος να μειωθούν κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

 

Το πρόβλημα είναι ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν έχουν ακόμη καλύψει το επενδυτικό κενό που δημιούργησε η πολυετής κρίση. Παραμένουν περίπου 24% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.

 

Επομένως, το κρίσιμο ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι διπλό: να αυξηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και παράλληλα να βελτιωθεί η παραγωγικότητα.

 

Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης να αφήσει πίσω της ένα σημαντικό αναπτυξιακό κενό.

 

Οι μόνιμες παροχές είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

 

Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά τις νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις της περιόδου 2026-2027.

 

Το κόστος τους υπολογίζεται περίπου στο 0,6% του ΑΕΠ για το 2026 και στο 0,8% για το 2027.

 

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν είναι μόνο το μέγεθος της δαπάνης. Είναι κυρίως ο χαρακτήρας της.

 

Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις δημιουργούν μόνιμες δημοσιονομικές υποχρεώσεις. Και οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να χρηματοδοτούνται όχι μόνο όταν τα φορολογικά έσοδα ενισχύονται από τον πληθωρισμό και την ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, αλλά και σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης ανάπτυξης.

 

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της επόμενης δημοσιονομικής περιόδου: οι μόνιμες δαπάνες θα πρέπει να συνοδεύονται από μόνιμες και αξιόπιστες πηγές εσόδων.

 

Διαφορετικά, τα σημερινά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορεί να αποδειχθούν περισσότερο συγκυριακά από όσο φαίνεται.

 

Οι τράπεζες παραμένουν συνδεδεμένες με το Δημόσιο

 

Το τρίτο μέτωπο είναι λιγότερο εμφανές, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία.

 

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πραγματοποιήσει εντυπωσιακή εξυγίανση. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από το 49,1% το 2016 υποχώρησαν στο 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ οι τράπεζες επέστρεψαν σε σταθερή κερδοφορία και άρχισαν εκ νέου να διανέμουν μερίσματα.

 

Ωστόσο, η εξυγίανση των ισολογισμών δεν σημαίνει ότι έχει εξαλειφθεί κάθε δεσμός με το Δημόσιο.

 

Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.

 

Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, αυτό διατηρεί έναν σημαντικό σύνδεσμο μεταξύ τραπεζικού συστήματος και Δημοσίου. Σε μια νέα σοβαρή οικονομική ή δημοσιονομική κρίση, ο συγκεκριμένος δεσμός θα μπορούσε να αποκτήσει ξανά ιδιαίτερη σημασία.

 

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί σημαντικά από το τραπεζικό πρόβλημα της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά η σχέση κράτους και τραπεζών εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα που πρέπει να παρακολουθείται.

 

Το ασφαλιστικό είναι ο μεγαλύτερος μακροπρόθεσμος πονοκέφαλος

 

Το τέταρτο και ίσως πιο δύσκολο πρόβλημα δεν αφορά το 2027 ή το 2028, αλλά τις επόμενες δεκαετίες.

 

Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, αντί να καλύπτεται από ασφαλιστικές εισφορές.

 

Με βάση τις προβολές της μελέτης, η συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 62% έως το 2029.

 

Την ίδια στιγμή, το δημογραφικό πρόβλημα επιδεινώνεται.

 

Ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050. Αυτό σημαίνει ότι η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους θα περιορίζεται δραστικά, αυξάνοντας την πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα και κατ' επέκταση στον κρατικό προϋπολογισμό.

 

                               

 

Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα

 

Η Ελλάδα έχει κάνει ένα τεράστιο βήμα από το 2020 μέχρι σήμερα. Το χρέος μειώνεται, τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι υψηλά, οι τράπεζες έχουν εξυγιανθεί και η χώρα έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών.

 

Το μεγάλο στοίχημα, όμως, αλλάζει.

 

Δεν είναι πλέον εάν η Ελλάδα μπορεί να παράγει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε μια περίοδο ισχυρής ονομαστικής ανάπτυξης, ευρωπαϊκών πόρων και σχετικά ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης.

 

Είναι εάν μπορεί να συνεχίσει να το κάνει όταν το Ταμείο Ανάκαμψης θα έχει ολοκληρωθεί, τα επιτόκια θα είναι υψηλότερα, οι δημοσιονομικές παροχές θα έχουν γίνει μόνιμες και το δημογραφικό θα επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τις δημόσιες δαπάνες.

 

Γι' αυτό και η περίοδος 2026-2028 μπορεί να αποδειχθεί κομβική.

 

Η επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας δεν θα κριθεί τόσο από την ικανότητα της χώρας να μειώνει το χρέος της σε ευνοϊκές συνθήκες, όσο από την ικανότητά της να διατηρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία όταν αυτές οι συνθήκες πάψουν να λειτουργούν ως «μαξιλάρι».

 

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της νέας πρόκλησης: η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει πλέον να μετατραπεί από αποτέλεσμα της συγκυρίας σε μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας.

 

                           

 

Η «οικονομία σε σχήμα G»: Οι Boomers κρατούν όρθια την κατανάλωση και στηρίζουν τις νεότερες γενιές

 

Η οικονομική εικόνα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή. Από την άλλη, οι καταναλωτές συνεχίζουν να ξοδεύουν, τα εστιατόρια παραμένουν γεμάτα, τα αεροδρόμια εμφανίζουν υψηλή κίνηση και η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα.

 

Οι πολίτες ανησυχούν για το κόστος των τροφίμων, τα καύσιμα, τα ενοίκια, τις τιμές των κατοικιών και την αγορά εργασίας. Για πολλές νεότερες ηλικίες, η αγορά ενός σπιτιού και η δημιουργία περιουσίας μοιάζουν πλέον πολύ πιο δύσκολες σε σχέση με ό,τι ίσχυε για τις προηγούμενες γενιές.

 

Και όμως, η κατανάλωση δεν καταρρέει.

 

Μία από τις εξηγήσεις βρίσκεται στη γενεακή κατανομή του πλούτου.

 

Από την οικονομία σε σχήμα Κ στην οικονομία σε σχήμα G

 

Τα τελευταία χρόνια έχει κυριαρχήσει η θεωρία της οικονομίας σε σχήμα «Κ». Σύμφωνα με αυτήν, διαφορετικές κοινωνικές ομάδες κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις: τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα συνεχίζουν να ευημερούν, ενώ τα χαμηλότερα εισοδήματα αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις.

 

Ο Ed Yardeni προτείνει μια διαφορετική οπτική για την αμερικανική οικονομία: την «οικονομία σε σχήμα G», όπου το «G» παραπέμπει στη γενεακή διάσταση.

 

Η ιδέα είναι σχετικά απλή αλλά ιδιαίτερα σημαντική.

 

Οι μεγαλύτερες γενιές, και κυρίως οι Baby Boomers, διαθέτουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πλούτου. Έτσι, ακόμη και όταν οι νεότεροι καταναλωτές αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις, η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται από τα μεγαλύτερα σε ηλικία νοικοκυριά.

 

Και δεν σταματά εκεί.

 

Μέρος του πλούτου των μεγαλύτερων γενεών μεταφέρεται ήδη προς τα παιδιά και τα εγγόνια τους, είτε μέσω άμεσης οικονομικής βοήθειας είτε μέσω της κάλυψης εξόδων που οι νεότεροι δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν μόνοι τους.

 

Με άλλα λόγια, ένα τμήμα της κατανάλωσης των νεότερων γενεών χρηματοδοτείται έμμεσα από τον συσσωρευμένο πλούτο των προηγούμενων γενεών.

 

Οι Boomers ελέγχουν τεράστιο μέρος του πλούτου

 

Το μέγεθος της συγκέντρωσης πλούτου είναι εντυπωσιακό.

 

Οι Baby Boomers διαθέτουν καθαρή περιουσία περίπου 90 τρισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί σε περίπου 52% του συνολικού πλούτου των αμερικανικών νοικοκυριών.

 

Παράλληλα, ελέγχουν περίπου 54% των μετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων που κατέχουν τα νοικοκυριά, συνολικής αξίας σχεδόν 30 τρισ. δολαρίων.

 

Στην αγορά ακινήτων, το μερίδιό τους ανέρχεται περίπου στο 41% του συνολικού οικιστικού πλούτου των νοικοκυριών.

 

Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή περιουσίας που δημιουργήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ γνώρισαν ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, μεγάλη άνοδο των χρηματιστηρίων και σημαντική αύξηση των τιμών των ακινήτων.

 

Οι Boomers βρέθηκαν έτσι στην κατάλληλη ηλικία όταν οι δύο σημαντικότερες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων για τα νοικοκυριά —μετοχές και ακίνητα— κατέγραψαν εντυπωσιακές αυξήσεις αξίας.

 

Τα υψηλά επιτόκια έχουν και... ευνοημένους

 

Υπάρχει μάλιστα ένα ιδιαίτερο παράδοξο στην τρέχουσα συγκυρία.

 

Τα υψηλότερα επιτόκια πλήττουν τους νεότερους δανειολήπτες, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ των μεγαλύτερων νοικοκυριών που διαθέτουν σημαντικά χρηματικά διαθέσιμα.

 

Οι Boomers κατέχουν περίπου 3,1 τρισ. δολάρια σε money market funds, περίπου το 60% των αντίστοιχων τοποθετήσεων των αμερικανικών νοικοκυριών.

 

Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, τα κεφάλαια αυτά αποδίδουν περισσότερο.

 

Έτσι δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα αντίθεση: ο νέος που θέλει να αγοράσει σπίτι αντιμετωπίζει υψηλότερο κόστος στεγαστικού δανείου, ενώ ο μεγαλύτερος σε ηλικία επενδυτής με σημαντική ρευστότητα βλέπει το εισόδημά του από τόκους να αυξάνεται.

 

Η ίδια νομισματική πολιτική επομένως έχει διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με την ηλικία και την περιουσιακή κατάσταση.

    

                                    

 

Οι γονείς χρηματοδοτούν την αγορά κατοικίας των παιδιών

 

Η γενεακή μεταφορά πλούτου γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην αγορά κατοικίας.

 

Ένα σημαντικό ποσοστό των νεότερων Αμερικανών δεν μπορεί πλέον να συγκεντρώσει μόνο του την απαιτούμενη προκαταβολή για την αγορά κατοικίας.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Visa, περίπου ένας στους τέσσερις Millennials που είναι ιδιοκτήτες κατοικίας έλαβε οικονομική βοήθεια από τους γονείς του για την προκαταβολή, ενώ αρκετοί δηλώνουν ότι χωρίς αυτή τη βοήθεια δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν το σημερινό τους σπίτι.

 

Η εξέλιξη αυτή αλλάζει σταδιακά και την ίδια τη λειτουργία της οικογένειας.

 

Ο πλούτος που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη γενιά δεν περιμένει απαραίτητα την κληρονομιά. Σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιείται ήδη, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την αγορά κατοικίας, τις σπουδές, την επιχειρηματική δραστηριότητα ή απλώς την καθημερινή διαβίωση των νεότερων μελών της οικογένειας.

 

Η μεταφορά πλούτου γίνεται επομένως εν ζωή.

 

Αλλά δεν είναι όλος ο πλούτος διαθέσιμος

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νεότερες γενιές θα κληρονομήσουν αυτόματα τα τεράστια ποσά που εμφανίζονται στους υπολογισμούς της καθαρής περιουσίας.

 

Ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των Boomers θα καταναλωθεί για συνταξιοδοτικές ανάγκες, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα, φόρους και άλλα έξοδα.

 

Παράλληλα, αρκετοί ηλικιωμένοι εξακολουθούν να έχουν στεγαστικά δάνεια, χρέη από πιστωτικές κάρτες, δάνεια αυτοκινήτων και άλλες υποχρεώσεις.

 

Άρα η καθαρή αξία της περιουσίας δεν ισοδυναμεί με διαθέσιμη ρευστότητα.

 

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομική ανάλυση. Δεν είναι όλος ο πλούτος που εμφανίζεται στους ισολογισμούς των νοικοκυριών άμεσα διαθέσιμος για κατανάλωση ή μεταβίβαση.

 

Ωστόσο, ακόμη και ένα μικρό μέρος αυτής της περιουσίας που μεταφέρεται κάθε χρόνο στις νεότερες γενιές μπορεί να έχει σημαντική μακροοικονομική επίδραση.

 

Και στην Ελλάδα η οικογένεια λειτουργεί ως «τράπεζα»

 

Η αμερικανική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, αν και οι οικονομικές συνθήκες είναι διαφορετικές.

 

Στην Ελλάδα η οικονομική εξάρτηση των νεότερων γενεών από τους γονείς τους έχει γίνει εδώ και χρόνια έντονο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο.

 

Η κρίση χρέους, η μακρά περίοδος χαμηλών μισθών, η ανεργία, η στεγαστική κρίση και η μεγάλη άνοδος των τιμών των ακινήτων έχουν καταστήσει πολύ δύσκολη την οικονομική αυτονόμηση σημαντικού τμήματος των Millennials και της Gen Z.

 

Σε πολλές περιπτώσεις, η οικογένεια λειτουργεί ουσιαστικά ως άτυπο τραπεζικό σύστημα.

 

Οι γονείς βοηθούν στην αγορά ή ενοικίαση κατοικίας, καλύπτουν μέρος των καθημερινών εξόδων, χρηματοδοτούν σπουδές ή παρέχουν κεφάλαιο για μια επιχειρηματική προσπάθεια.

 

Η διαφορά είναι ότι στην Ελλάδα η συγκεκριμένη διαδικασία συνδέεται ακόμη περισσότερο με την κατοικία.

 

Η μεγάλη ιδιοκτησία ακινήτων των παλαιότερων γενεών λειτουργεί ως σημαντικό οικονομικό «μαξιλάρι» για τα παιδιά τους.

 

Το ελληνικό παράδοξο

 

Εδώ δημιουργείται ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο.

 

Η ίδια γενιά που διαθέτει σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας της χώρας είναι εκείνη που σε πολλές περιπτώσεις στηρίζει οικονομικά τις νεότερες γενιές.

 

Έτσι, μέρος της κατανάλωσης των νεότερων Ελλήνων δεν προέρχεται αποκλειστικά από τους μισθούς τους.

 

Προέρχεται από οικογενειακές μεταβιβάσεις, εισοδήματα από ακίνητα, οικονομική βοήθεια γονέων και μελλοντικές κληρονομιές που σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε πρόωρες μεταβιβάσεις πλούτου.

 

Αυτό βοηθά να εξηγηθεί και ένα μέρος της ανθεκτικότητας της κατανάλωσης παρά την πίεση που ασκούν οι τιμές και το κόστος στέγασης.

 

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί μετά

 

Το μοντέλο αυτό μπορεί να λειτουργεί όσο υπάρχει ένας μεγάλος συσσωρευμένος πλούτος στις μεγαλύτερες γενιές.

 

Δεν αποτελεί όμως μόνιμη λύση.

 

Όταν οι μεγαλύτερες γενιές αρχίσουν να καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους για συνταξιοδότηση και υγειονομικές ανάγκες, η ροή χρημάτων προς τις νεότερες γενιές μπορεί να περιοριστεί.

 

Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις ανάγκες για δαπάνες υγείας και κοινωνικής προστασίας.

 

Στην Ελλάδα το ζήτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο λόγω του δημογραφικού προβλήματος: η χώρα διαθέτει ολοένα περισσότερους ηλικιωμένους και λιγότερους νέους, γεγονός που σημαίνει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν λιγότεροι εργαζόμενοι για να παράγουν το εισόδημα που απαιτείται για τη χρηματοδότηση μιας γηράσκουσας κοινωνίας.

 

Η νέα οικονομική πραγματικότητα

 

Η «οικονομία σε σχήμα G» αναδεικνύει τελικά κάτι που οι κλασικοί μακροοικονομικοί δείκτες συχνά κρύβουν.

 

Δύο νοικοκυριά με το ίδιο εισόδημα μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική οικονομική δυνατότητα εάν το ένα διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία, μετοχές και αποταμιεύσεις και το άλλο πληρώνει ενοίκιο, έχει δάνεια και δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία.

 

Η ηλικία έχει γίνει επομένως ένας ολοένα σημαντικότερος παράγοντας οικονομικής ανισότητας.

 

Και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το σημερινό παράδοξο: οι καταναλωτές μπορεί να δηλώνουν απαισιόδοξοι, αλλά η κατανάλωση να παραμένει ανθεκτική επειδή ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας στηρίζεται πλέον όχι μόνο στο εισόδημα από εργασία, αλλά και στον συσσωρευμένο πλούτο προηγούμενων γενεών.

 

Στις ΗΠΑ αυτός ο μηχανισμός έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις λόγω του μεγέθους της περιουσίας των Boomers.

 

Στην Ελλάδα λειτουργεί διαφορετικά, αλλά η βασική λογική είναι παρόμοια: η οικογένεια καλύπτει μέρος του κενού που αφήνουν οι χαμηλοί μισθοί και το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης.

 

Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία είναι αν αυτή η γενεακή μεταφορά πλούτου θα συνεχίσει να στηρίζει την κατανάλωση ή αν, καθώς ο πλούτος των μεγαλύτερων γενεών θα κατευθύνεται ολοένα περισσότερο σε συντάξεις, υγεία και φροντίδα, θα αρχίσει να εξασθενεί.

 

Γιατί τότε η πραγματική δοκιμασία δεν θα είναι πλέον η απαισιοδοξία των καταναλωτών.

 

Θα είναι το ποιος διαθέτει τον πλούτο, ποιος τον καταναλώνει και πόσο γρήγορα αυτός μεταφέρεται από τη μία γενιά στην επόμενη.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum