|

Οι γονείς χρηματοδοτούν την αγορά κατοικίας των παιδιών
Η γενεακή μεταφορά πλούτου γίνεται ακόμη πιο
εμφανής στην αγορά κατοικίας.
Ένα σημαντικό ποσοστό των νεότερων
Αμερικανών δεν μπορεί πλέον να συγκεντρώσει μόνο του την
απαιτούμενη προκαταβολή για την αγορά κατοικίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Visa, περίπου ένας
στους τέσσερις Millennials που είναι ιδιοκτήτες κατοικίας
έλαβε οικονομική βοήθεια από τους γονείς του για την
προκαταβολή, ενώ αρκετοί δηλώνουν ότι χωρίς αυτή τη βοήθεια
δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν το σημερινό τους σπίτι.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει σταδιακά και την ίδια
τη λειτουργία της οικογένειας.
Ο πλούτος που δημιουργήθηκε από την
προηγούμενη γενιά δεν περιμένει απαραίτητα την κληρονομιά.
Σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιείται ήδη, προκειμένου να
χρηματοδοτήσει την αγορά κατοικίας, τις σπουδές, την
επιχειρηματική δραστηριότητα ή απλώς την καθημερινή διαβίωση
των νεότερων μελών της οικογένειας.
Η μεταφορά πλούτου γίνεται επομένως εν ζωή.
Αλλά δεν είναι όλος ο πλούτος διαθέσιμος
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νεότερες γενιές θα
κληρονομήσουν αυτόματα τα τεράστια ποσά που εμφανίζονται
στους υπολογισμούς της καθαρής περιουσίας.
Ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των Boomers
θα καταναλωθεί για συνταξιοδοτικές ανάγκες, υγεία,
μακροχρόνια φροντίδα, φόρους και άλλα έξοδα.
Παράλληλα, αρκετοί ηλικιωμένοι εξακολουθούν
να έχουν στεγαστικά δάνεια, χρέη από πιστωτικές κάρτες,
δάνεια αυτοκινήτων και άλλες υποχρεώσεις.
Άρα η καθαρή αξία της περιουσίας δεν
ισοδυναμεί με διαθέσιμη ρευστότητα.
Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για
την οικονομική ανάλυση. Δεν είναι όλος ο πλούτος που
εμφανίζεται στους ισολογισμούς των νοικοκυριών άμεσα
διαθέσιμος για κατανάλωση ή μεταβίβαση.
Ωστόσο, ακόμη και ένα μικρό μέρος αυτής της
περιουσίας που μεταφέρεται κάθε χρόνο στις νεότερες γενιές
μπορεί να έχει σημαντική μακροοικονομική επίδραση.
Και στην Ελλάδα η οικογένεια λειτουργεί ως
«τράπεζα»
Η αμερικανική περίπτωση παρουσιάζει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, αν και οι οικονομικές
συνθήκες είναι διαφορετικές.
Στην Ελλάδα η οικονομική εξάρτηση των
νεότερων γενεών από τους γονείς τους έχει γίνει εδώ και
χρόνια έντονο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο.
Η κρίση χρέους, η μακρά περίοδος χαμηλών
μισθών, η ανεργία, η στεγαστική κρίση και η μεγάλη άνοδος
των τιμών των ακινήτων έχουν καταστήσει πολύ δύσκολη την
οικονομική αυτονόμηση σημαντικού τμήματος των Millennials
και της Gen Z.
Σε πολλές περιπτώσεις, η οικογένεια
λειτουργεί ουσιαστικά ως άτυπο τραπεζικό σύστημα.
Οι γονείς βοηθούν στην αγορά ή ενοικίαση
κατοικίας, καλύπτουν μέρος των καθημερινών εξόδων,
χρηματοδοτούν σπουδές ή παρέχουν κεφάλαιο για μια
επιχειρηματική προσπάθεια.
Η διαφορά είναι ότι στην Ελλάδα η
συγκεκριμένη διαδικασία συνδέεται ακόμη περισσότερο με την
κατοικία.
Η μεγάλη ιδιοκτησία ακινήτων των παλαιότερων
γενεών λειτουργεί ως σημαντικό οικονομικό «μαξιλάρι» για τα
παιδιά τους.
Το ελληνικό παράδοξο
Εδώ δημιουργείται ένα ακόμη ελληνικό
παράδοξο.
Η ίδια γενιά που διαθέτει σημαντικό μέρος
της ακίνητης περιουσίας της χώρας είναι εκείνη που σε πολλές
περιπτώσεις στηρίζει οικονομικά τις νεότερες γενιές.
Έτσι, μέρος της κατανάλωσης των νεότερων
Ελλήνων δεν προέρχεται αποκλειστικά από τους μισθούς τους.
Προέρχεται από οικογενειακές μεταβιβάσεις,
εισοδήματα από ακίνητα, οικονομική βοήθεια γονέων και
μελλοντικές κληρονομιές που σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν
ουσιαστικά μετατραπεί σε πρόωρες μεταβιβάσεις πλούτου.
Αυτό βοηθά να εξηγηθεί και ένα μέρος της
ανθεκτικότητας της κατανάλωσης παρά την πίεση που ασκούν οι
τιμές και το κόστος στέγασης.
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί μετά
Το μοντέλο αυτό μπορεί να λειτουργεί όσο
υπάρχει ένας μεγάλος συσσωρευμένος πλούτος στις μεγαλύτερες
γενιές.
Δεν αποτελεί όμως μόνιμη λύση.
Όταν οι μεγαλύτερες γενιές αρχίσουν να
καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους για
συνταξιοδότηση και υγειονομικές ανάγκες, η ροή χρημάτων προς
τις νεότερες γενιές μπορεί να περιοριστεί.
Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει
τις ανάγκες για δαπάνες υγείας και κοινωνικής προστασίας.
Στην Ελλάδα το ζήτημα είναι ακόμη πιο
σύνθετο λόγω του δημογραφικού προβλήματος: η χώρα διαθέτει
ολοένα περισσότερους ηλικιωμένους και λιγότερους νέους,
γεγονός που σημαίνει ότι στο μέλλον θα υπάρχουν λιγότεροι
εργαζόμενοι για να παράγουν το εισόδημα που απαιτείται για
τη χρηματοδότηση μιας γηράσκουσας κοινωνίας.
Η νέα οικονομική πραγματικότητα
Η «οικονομία σε σχήμα G» αναδεικνύει τελικά
κάτι που οι κλασικοί μακροοικονομικοί δείκτες συχνά κρύβουν.
Δύο νοικοκυριά με το ίδιο εισόδημα μπορεί να
έχουν εντελώς διαφορετική οικονομική δυνατότητα εάν το ένα
διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία, μετοχές και αποταμιεύσεις και
το άλλο πληρώνει ενοίκιο, έχει δάνεια και δεν διαθέτει
περιουσιακά στοιχεία.
Η ηλικία έχει γίνει επομένως ένας ολοένα
σημαντικότερος παράγοντας οικονομικής ανισότητας.
Και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το σημερινό
παράδοξο: οι καταναλωτές μπορεί να δηλώνουν απαισιόδοξοι,
αλλά η κατανάλωση να παραμένει ανθεκτική επειδή ένα
σημαντικό μέρος της οικονομίας στηρίζεται πλέον όχι μόνο στο
εισόδημα από εργασία, αλλά και στον συσσωρευμένο πλούτο
προηγούμενων γενεών.
Στις ΗΠΑ αυτός ο μηχανισμός έχει αποκτήσει
τεράστιες διαστάσεις λόγω του μεγέθους της περιουσίας των
Boomers.
Στην Ελλάδα λειτουργεί διαφορετικά, αλλά η
βασική λογική είναι παρόμοια: η οικογένεια καλύπτει μέρος
του κενού που αφήνουν οι χαμηλοί μισθοί και το δυσβάσταχτο
κόστος στέγασης.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία
είναι αν αυτή η γενεακή μεταφορά πλούτου θα συνεχίσει να
στηρίζει την κατανάλωση ή αν, καθώς ο πλούτος των
μεγαλύτερων γενεών θα κατευθύνεται ολοένα περισσότερο σε
συντάξεις, υγεία και φροντίδα, θα αρχίσει να εξασθενεί.
Γιατί τότε η πραγματική δοκιμασία δεν θα
είναι πλέον η απαισιοδοξία των καταναλωτών.
Θα είναι το ποιος διαθέτει τον πλούτο, ποιος τον καταναλώνει
και πόσο γρήγορα αυτός μεταφέρεται από τη μία γενιά στην
επόμενη.
|