|
00:01 -
08/10/26 |
|
|
|
|
|

Αποταμίευση: Στο -5,12% η Ελλάδα – Οι Έλληνες ξοδεύουν
περισσότερα από όσα κερδίζουν
Σε διαφορετική
κατεύθυνση από την υπόλοιπη Ευρώπη κινείται η αποταμίευση
των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς η άνοδος του κόστους ζωής,
οι χαμηλότερες αποδοχές και οι υψηλές καταναλωτικές δαπάνες
περιορίζουν ολοένα περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα που
μπορεί να μείνει στην άκρη.
Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι
πλέον ιδιαίτερα μεγάλη. Στο α΄ τρίμηνο του 2026, η Ελλάδα
εμφάνισε αρνητικό
ποσοστό αποταμίευσης -5,12%, όταν ο αντίστοιχος
μέσος όρος στην Ευρωζώνη ήταν
14,4%.
Με άλλα λόγια, για κάθε
100 ευρώ διαθέσιμου
εισοδήματος, τα ελληνικά νοικοκυριά όχι μόνο δεν
αποταμίευαν, αλλά δαπανούσαν περίπου
105,12 ευρώ.
Η διαφορά των
19,52 ποσοστιαίων
μονάδων από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης είναι
ενδεικτική της πίεσης που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η Ελλάδα στην
τελευταία θέση της Ευρωζώνης
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η
Ελλάδα είχε στο α΄ τρίμηνο του 2026 το
χαμηλότερο ποσοστό
αποταμίευσης μεταξύ των 21 χωρών της Ευρωζώνης.
Μάλιστα, η χώρα βρίσκεται σε χειρότερη θέση
και από τη Ρουμανία, όπου η αποταμίευση ήταν επίσης
αρνητική, στο -3,58%.
Στην άλλη πλευρά
της κατάταξης βρίσκονται χώρες με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά
αποταμίευσης. Στην κορυφή βρίσκονται η Ουγγαρία με 20,32%, η
Ιρλανδία με 19,44%, η Τσεχία με 19,42%, η Γερμανία με
18,89%, η Ολλανδία με 17,74% και η Γαλλία με 17,41%.
Ακόμη και στις
χώρες με τις χαμηλότερες θετικές επιδόσεις, η εικόνα είναι
σαφώς καλύτερη από την ελληνική. Η Ιταλία εμφανίζει ποσοστό
αποταμίευσης 10,82%, ενώ στην Πολωνία, που βρίσκεται στο
χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., το ποσοστό
ανέρχεται σε 9,55%.
Χώρα
|
Ποσοστό αποταμίευσης
|
Ουγγαρία
|
20,32%
|
Ιρλανδία
|
19,44%
|
Τσεχία
|
19,42%
|
Γερμανία
|
18,89%
|
Γαλλία
|
17,41%
|
Ολλανδία
|
17,74%
|
Ιταλία
|
10,82%
|
Πολωνία
|
9,55%
|
Ρουμανία
|
-3,58%
|
Ελλάδα
|
-5,12%
|
|
|
|
|
|
|
|
|

Η αρνητική αποταμίευση δεν είναι καινούργιο φαινόμενο
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το
πρόβλημα.
Η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών
παραμένει επί σειρά ετών σε αρνητικό έδαφος, με μοναδική
ουσιαστική εξαίρεση την περίοδο των lockdowns το 2020 και το
2021, όταν οι περιορισμοί στην κατανάλωση και στις
μετακινήσεις δημιούργησαν προσωρινά υψηλότερες
αποταμιεύσεις.
Το 2020 το ποσοστό ήταν +0,65% και το 2021
+4,43%.
Στη συνέχεια, όμως, επέστρεψε σε αρνητικό
έδαφος και η τάση επιδεινώθηκε.
Στο δ΄ τρίμηνο του 2024 η αποταμίευση
βρισκόταν στο -4,93%, ενώ στο α΄ τρίμηνο του 2026 έφτασε στο
-5,12%.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι τα νοικοκυριά
όχι μόνο δεν δημιουργούν νέο αποθεματικό ασφαλείας, αλλά σε
σημαντικό βαθμό χρηματοδοτούν την κατανάλωσή τους με ήδη
συσσωρευμένες αποταμιεύσεις ή άλλες πηγές χρηματοδότησης.
Η Ευρωζώνη επίσης αποταμιεύει λιγότερο
Η εικόνα στην Ευρωζώνη είναι διαφορετική, αν
και και εκεί καταγράφεται μικρή υποχώρηση.
Το ποσοστό αποταμίευσης μειώθηκε στο 14,2%
το β΄ τρίμηνο του 2026, από 14,4% το α΄ τρίμηνο.
Η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι η
κατανάλωση αυξήθηκε ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα:
+1,3% έναντι +1,1%.
Τα αναλυτικά στοιχεία ανά χώρα για το β΄
τρίμηνο αναμένονται από τη Eurostat, ενώ στις 28 Οκτωβρίου
αναμένεται να δημοσιοποιηθούν και τα στοιχεία για το
πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και την κατά κεφαλήν
κατανάλωση στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, ακόμη και αν υπάρξει κάποια
υποχώρηση στα υψηλά ευρωπαϊκά ποσοστά, η απόσταση από την
Ελλάδα είναι τέτοια ώστε δύσκολα θα αλλάξει η συνολική
εικόνα.
Η ακρίβεια «τρώει» το διαθέσιμο εισόδημα
Ο βασικός λόγος για τον οποίο η ελληνική
αποταμίευση παραμένει εγκλωβισμένη σε αρνητικό έδαφος είναι
η πίεση που ασκεί το κόστος ζωής.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει
υψηλότερος από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης, περιορίζοντας
την πραγματική αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση από το
ενεργειακό κόστος. Οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν
κατά 25,4%, έναντι 18,8% στην Ευρωζώνη.
Στο τρίτο τρίμηνο, οι ετήσιες αυξήσεις ήταν
ιδιαίτερα μεγάλες σε επιμέρους κατηγορίες, με το πετρέλαιο
θέρμανσης να καταγράφει άνοδο 53,2%, το φυσικό αέριο 40,2%
και το πετρέλαιο κίνησης περίπου 30,6%.
Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται και στις
υπηρεσίες, όπου οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 6,3%,
σχεδόν διπλάσια από το 3,2% της Ευρωζώνης.
Όσο μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου
εισοδήματος απορροφάται από στέγαση, ενέργεια, μετακινήσεις,
τρόφιμα και υπηρεσίες, τόσο μικρότερο είναι το ποσό που
μπορεί να κατευθυνθεί στην αποταμίευση.
|
|
|
|
|
|
|
|

Τα νοικοκυριά έχουν ήδη αρχίσει να «τρώνε» τις αποταμιεύσεις
τους
Η πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στα στοιχεία
της Eurostat.
Η τελευταία έρευνα οικονομικής συγκυρίας του
ΙΟΒΕ για τον Σεπτέμβριο δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση
των νοικοκυριών παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη.
Περίπου 60% των νοικοκυριών δηλώνει ότι η
οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε τους προηγούμενους 12
μήνες, ενώ 55% περιμένει νέα επιδείνωση μέσα στον επόμενο
χρόνο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το πώς
διαχειρίζονται οι οικογένειες το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το 58% δηλώνει ότι μόλις τα βγάζει πέρα, ενώ
12% αναφέρει ότι χρησιμοποιεί τις αποταμιεύσεις του για να
καλύψει τις ανάγκες του.
Μόλις 22% δηλώνει ότι αποταμιεύει, λίγο ή
πολύ, ενώ το 7% αναφέρει ότι έχει καταφύγει σε δανεισμό.
Και το σημαντικότερο: 82% των νοικοκυριών
θεωρεί απίθανο να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους 12
μήνες.
Το μεγάλο πρόβλημα για την ελληνική
οικονομία
Η χαμηλή αποταμίευση δεν αποτελεί μόνο
πρόβλημα για τα ίδια τα νοικοκυριά. Έχει ευρύτερες συνέπειες
για την οικονομία.
Όσο μικρότερη είναι η δυνατότητα των
ελληνικών οικογενειών να δημιουργούν αποθεματικό, τόσο
μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία τους σε μια απρόβλεπτη δαπάνη,
μια απώλεια εισοδήματος ή μια νέα αύξηση του κόστους ζωής.
Παράλληλα, η χαμηλή εγχώρια αποταμίευση
περιορίζει και τη διαθέσιμη βάση κεφαλαίων για επενδύσεις
στην ελληνική οικονομία.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή
η εικόνα δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Συνδυάζει
χαμηλότερα εισοδήματα, υψηλό κόστος στέγασης και ενέργειας,
ακριβότερες υπηρεσίες και διαχρονικά υψηλή κατανάλωση σε
σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: τα
εισοδήματα αυξάνονται ονομαστικά, αλλά το κόστος ζωής
αυξάνεται επίσης, με αποτέλεσμα το πραγματικό περιθώριο για
αποταμίευση να παραμένει εξαιρετικά περιορισμένο.
Η Ελλάδα χρειάζεται πρώτα να δημιουργήσει
ξανά αποθεματικό
Η εικόνα της αποταμίευσης αποτυπώνει ίσως με
τον πιο καθαρό τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική
βελτίωση των εισοδημάτων και στην πραγματική οικονομική
δυνατότητα των νοικοκυριών.
Η Ευρωζώνη μπορεί να εμφανίζει μικρή
υποχώρηση της αποταμίευσης από το 14,4% στο 14,2%, αλλά
παραμένει σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Στην Ελλάδα, το -5,12% σημαίνει ότι μεγάλο
μέρος των νοικοκυριών δεν βρίσκεται απλώς σε φάση χαμηλής
αποταμίευσης. Βρίσκεται σε φάση αποεπένδυσης από το δικό του
οικονομικό απόθεμα.
Και με το 82% των νοικοκυριών να μην
περιμένει ότι θα μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στον επόμενο
χρόνο, η επιστροφή σε θετικό ποσοστό αποταμίευσης δεν
φαίνεται εύκολη.
Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική
οικονομία δεν είναι επομένως μόνο να συνεχιστεί η αύξηση των
μισθών. Είναι η αύξηση αυτή να είναι ταχύτερη από το κόστος
ζωής, ώστε να δημιουργηθεί ξανά πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα και, τελικά, η δυνατότητα των ελληνικών νοικοκυριών
να βάζουν χρήματα στην άκρη.
|
|
|
|
|
|
|
|

Κλιματική αλλαγή: Η Ελλάδα στο «κόκκινο» του Νότου – Χαμηλή
η ετοιμότητα για πολιτικές με επίκεντρο τον πολίτη
Η κλιματική αλλαγή χτυπά με μεγαλύτερη
ένταση τη νότια Ευρώπη, όμως οι χώρες που βρίσκονται
περισσότερο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της δεν είναι
απαραίτητα και εκείνες που διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία
για να προσαρμόσουν τις δημόσιες πολιτικές στις πραγματικές
ανάγκες των πολιτών.
Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Νέα έρευνα του Eurofound κατατάσσει τη χώρα στα αρχικά
στάδια ανάπτυξης της λεγόμενης «πράσινης συμπεριφορικής
δημόσιας πολιτικής», δηλαδή της αξιοποίησης δεδομένων για
την ανθρώπινη συμπεριφορά κατά τον σχεδιασμό πολιτικών για
την κλιματική αλλαγή και την πράσινη μετάβαση.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία
σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή κρίση και το
αυξημένο κόστος ζωής περιορίζουν την ικανότητα των
νοικοκυριών να επενδύσουν στην ενεργειακή αναβάθμιση των
κατοικιών τους ή να αλλάξουν τον τρόπο μετακίνησης και
κατανάλωσης.
Ενέργεια και κλιματική αλλαγή είναι πλέον το
ίδιο μέτωπο
Με τις τιμές της ενέργειας να παραμένουν
πηγή αβεβαιότητας και έναν δύσκολο χειμώνα να βρίσκεται
μπροστά, η προτεραιότητα για πολλά νοικοκυριά είναι η κάλυψη
των βασικών αναγκών.
Η ενεργειακή θωράκιση, ωστόσο, δεν αποτελεί
ξεχωριστό ζήτημα από την αντιμετώπιση της κλιματικής
αλλαγής. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η
ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων και η
αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών μπορούν
ταυτόχρονα να περιορίσουν τις εκπομπές και να μειώσουν την
έκθεση των νοικοκυριών στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών
ενέργειας.
Η Ευρώπη έχει θέσει ως στόχο τη μείωση των
καθαρών εκπομπών κατά 90% έως το 2040 σε σχέση με το 1990.
Ωστόσο, η ενεργειακή της εξάρτηση από εισαγόμενο πετρέλαιο
και φυσικό αέριο παραμένει σημαντική, με αποτέλεσμα οι
γεωπολιτικές και ενεργειακές αναταράξεις να μεταφέρονται
γρήγορα στο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην
Ελλάδα, όπου η ενεργειακή φτώχεια και το υψηλό κόστος
στέγασης περιορίζουν τα περιθώρια προσαρμογής.
Η Ελλάδα ξεκινά από χαμηλή βάση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μόλις
9,5% του ελληνικού πληθυσμού κατοικεί σε κατοικίες που έχουν
υποστεί ενεργειακή αναβάθμιση την τελευταία πενταετία.
Την ίδια στιγμή, η χώρα παρουσιάζει και
σημαντική εξάρτηση από το αυτοκίνητο, καθώς οι εναλλακτικές
επιλογές μετακίνησης δεν καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες των
πολιτών σε πολλές περιοχές.
Αυτό σημαίνει ότι η πράσινη μετάβαση δεν
μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε οικονομικά κίνητρα ή
στην υπόθεση ότι τα νοικοκυριά μπορούν εύκολα να αλλάξουν
συμπεριφορά.
Για ένα νοικοκυριό που δυσκολεύεται να
πληρώσει τον λογαριασμό ενέργειας, η επένδυση σε
θερμομόνωση, αντλία θερμότητας ή φωτοβολταϊκό απαιτεί όχι
μόνο επιδότηση, αλλά και διαθέσιμα κεφάλαια, τεχνική
ενημέρωση και μια απλή διαδικασία που να μπορεί πράγματι να
ολοκληρώσει.
Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο
εστιάζει η έρευνα του Eurofound.
Το χάσμα ανάμεσα στις προθέσεις και την
πραγματική συμπεριφορά
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κοινωνική αποδοχή
της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής είναι υψηλή.
Περίπου 84% των πολιτών της ΕΕ αναγνωρίζει
ότι η κλιματική αλλαγή προκαλείται από την ανθρώπινη
δραστηριότητα, ενώ 94% θεωρεί επείγουσα την ανάγκη
προσαρμογής.
Η αποδοχή, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως
αλλαγή συμπεριφοράς.
Το κόστος, η ευκολία, οι καθημερινές
συνήθειες και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς επηρεάζουν συχνά
περισσότερο τις τελικές αποφάσεις από την περιβαλλοντική
συνείδηση.
Γι' αυτό το Eurofound εξετάζει όχι μόνο εάν
υπάρχουν πολιτικές για την πράσινη μετάβαση, αλλά και εάν
αυτές έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που να διευκολύνει τον
πολίτη να τις αξιοποιήσει.
Πρόκειται, για παράδειγμα, για το εάν μια
επιδότηση ενεργειακής αναβάθμισης έχει απλή διαδικασία, εάν
το κίνητρο προσφέρεται την κατάλληλη στιγμή, εάν οι πολίτες
γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν και εάν υπάρχει υποστήριξη
όταν αντιμετωπίζουν τεχνικά ή γραφειοκρατικά προβλήματα.
|
|
|
|
|
|
|
|

Ο Νότος αντιμετωπίζει μεγαλύτερο κίνδυνο
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αντιφατική όταν
συγκρίνεται η θεσμική ετοιμότητα με την έκθεση στην
κλιματική αλλαγή.
Η νότια Ευρώπη θεωρείται «θερμό σημείο»
κλιματικού κινδύνου, κυρίως λόγω των συχνότερων και
εντονότερων καυσώνων αλλά και της παρατεταμένης ξηρασίας.
Ελλάδα και Πορτογαλία εμφανίζουν, σύμφωνα με
το Eurofound, περιορισμένη ικανότητα και εφαρμογή
συμπεριφορικών εργαλείων στην πράσινη πολιτική.
Αντίθετα, χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης
διαθέτουν πιο ανεπτυγμένη τεχνογνωσία. Η Ιρλανδία και η
Ολλανδία βρίσκονται στην υψηλότερη κατηγορία, καθώς
αξιοποιούν συστηματικά δεδομένα συμπεριφοράς, συντονίζουν
διαφορετικούς φορείς και αξιολογούν τα αποτελέσματα των
πολιτικών τους.
Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική: οι περιοχές
που αντιμετωπίζουν ορισμένους από τους υψηλότερους
κλιματικούς κινδύνους δεν είναι απαραίτητα εκείνες που έχουν
αναπτύξει τους ισχυρότερους μηχανισμούς προσαρμογής.
Η Ελλάδα στη «Φάση 1»
Η Ελλάδα κατατάσσεται στη Φάση 1, το στάδιο
της «έναρξης», μαζί με άλλες 12 χώρες, μεταξύ των οποίων η
Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Πολωνία.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση του Eurofound, η
χώρα διαθέτει καμία ή ελάχιστη ερευνητική ικανότητα και
καμία ή ελάχιστη εφαρμογή της συμπεριφορικής προσέγγισης
στην πράσινη πολιτική.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουν γίνει
προσπάθειες. Η Ελλάδα έχει συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά
ερευνητικά προγράμματα και έχει υλοποιήσει επιμέρους δράσεις
με ακαδημαϊκή υποστήριξη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το
ευρωπαϊκό πρόγραμμα NUDGE, στο οποίο συμμετείχε η Ελλάδα και
το οποίο δοκίμασε παρεμβάσεις ενεργειακής αποδοτικότητας σε
εκατοντάδες νοικοκυριά.
Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες δεν έχουν ακόμη
μετατραπεί σε μόνιμη κρατική υποδομή.
Το Eurofound εντοπίζει τρία βασικά εμπόδια:
περιορισμένη συμμετοχή των φορέων χάραξης πολιτικής, έλλειψη
εξειδικευμένου προσωπικού και κατάρτισης και νομικά και
γραφειοκρατικά εμπόδια.
Η υφιστάμενη τεχνογνωσία παραμένει κυρίως
αποσπασματική και συνδεδεμένη με συγκεκριμένα έργα. Όταν
ολοκληρώνεται η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, συχνά δεν υπάρχει
ένας μόνιμος μηχανισμός που να συνεχίζει την προσπάθεια.
Όταν η πράσινη πολιτική δεν είναι
σχεδιασμένη για τον πολίτη
Η έρευνα του Eurofound δίνει χαρακτηριστικά
παραδείγματα για το πώς μια διαφορετική προσέγγιση μπορεί να
αλλάξει την αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής.
Στη Φινλανδία, για παράδειγμα, οδηγοί είχαν
τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δωρεάν ηλεκτρικό ποδήλατο
όσο το αυτοκίνητό τους βρισκόταν σε συνεργείο. Η παρέμβαση
αυτή αύξησε κατά 88% την προθυμία τους να υιοθετήσουν
ηλεκτρικό ποδήλατο.
Στην Κύπρο, αντίθετα, περισσότεροι από τους
μισούς δικαιούχους επιδοτήσεων για ανανεώσιμες πηγές δεν
κατάφεραν τελικά να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα προγράμματα.
Πολύπλοκες ηλεκτρονικές φόρμες, τεχνική
ορολογία και αβεβαιότητα για το ύψος και τον χρόνο της
αποζημίωσης λειτούργησαν αποτρεπτικά. Η πρόταση των
ερευνητών ήταν απλή: προσυμπληρωμένες αιτήσεις, σύντομες και
κατανοητές οδηγίες και ανθρώπινη υποστήριξη κατά τη
διαδικασία.
Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί και
όταν διαφορετικές κρατικές πολιτικές λειτουργούν προς
αντίθετες κατευθύνσεις. Στην Κροατία, για παράδειγμα,
κανόνες που συνδέονταν με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας
από φωτοβολταϊκά μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για
νοικοκυριά που ήθελαν να αυξήσουν την παραγωγή ανανεώσιμης
ενέργειας.
Η Ολλανδία ακολουθεί διαφορετικό δρόμο, με
υπηρεσίες ενεργειακής ανακαίνισης «μίας στάσης», απλούστερες
διαδικασίες και στοχευμένη υποστήριξη.
Ο στόχος είναι κρίσιμος: οι επιδοτήσεις να
μην καταλήγουν κυρίως σε εκείνους που έχουν ήδη την
οικονομική δυνατότητα να εγκαταστήσουν αντλία θερμότητας, να
αγοράσουν ηλεκτρικό αυτοκίνητο ή να ανακαινίσουν ενεργειακά
την κατοικία τους.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται λιγότερη
γραφειοκρατία
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης για την Ελλάδα
είναι ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε
περισσότερα κονδύλια.
Χρειάζεται και καλύτερος σχεδιασμός των
πολιτικών, ώστε τα διαθέσιμα κίνητρα να είναι πραγματικά
προσβάσιμα σε εκείνους που τα χρειάζονται περισσότερο.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια
χώρα όπου το ενεργειακό κόστος πιέζει τα νοικοκυριά, η
ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών παραμένει περιορισμένη
και η έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες, πυρκαγιές και ξηρασία
αυξάνεται.
Η Ελλάδα βρίσκεται, σύμφωνα με το Eurofound,
ακόμη στην αρχή της διαδρομής όσον αφορά την ενσωμάτωση της
συμπεριφορικής επιστήμης στην πράσινη πολιτική.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πόσα
χρήματα θα διατεθούν για την πράσινη μετάβαση, αλλά και αν
το κράτος μπορεί να τα μετατρέψει σε πολιτικές που ο πολίτης
κατανοεί, εμπιστεύεται και μπορεί πράγματι να
χρησιμοποιήσει.
Γιατί σε μια εποχή αυξανόμενου ενεργειακού
και κλιματικού κινδύνου, η αποτελεσματικότητα της πολιτικής
δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των επιδοτήσεων, αλλά από το
κατά πόσο αυτές φτάνουν τελικά εκεί όπου υπάρχει η
μεγαλύτερη ανάγκη.
|
|
|
|
|
|