| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 09/02/26

                            

Πόσο κοστίζουν τελικά τα 1.000 ευρώ καθαρά στον εργοδότη

 

Για πρώτη φορά, η απάντηση στο ερώτημα «πόσο κοστίζει ένας καθαρός μισθός 1.000 ευρώ» δεν μπορεί να δοθεί με έναν ενιαίο αριθμό. Το τελικό εργοδοτικό κόστος δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την οικογενειακή κατάσταση του εργαζομένου, αλλά και από την ηλικία του, καθιστώντας τους υπολογισμούς σαφώς πιο σύνθετους και μεταφέροντας το βάρος στα λογιστήρια.

 

Προκειμένου να προσδιοριστεί το πραγματικό κόστος για τον εργοδότη, απαιτείται πλέον να ληφθούν υπόψη τόσο η ημερομηνία γέννησης όσο και ο αριθμός των προστατευόμενων τέκνων. Με βάση τα ισχύοντα δεδομένα, προκύπτει ότι η ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο: όσο νεότερος είναι ο εργαζόμενος, τόσο χαμηλότερο είναι το συνολικό κόστος για τον ίδιο καθαρό μισθό. Για εργαζόμενο άνω των 30 ετών, το συνολικό κόστος για να εισπράξει 1.000 ευρώ καθαρά διαμορφώνεται στα 1.530 ευρώ. Στην ηλικιακή ομάδα 26 έως 30 ετών, το ποσό μειώνεται στα 1.464 ευρώ, ενώ για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών υποχωρεί περαιτέρω, στα 1.406 ευρώ.

 

Αντίστοιχα, σημαντική επίδραση έχει και ο αριθμός των προστατευόμενων παιδιών. Εστιάζοντας στους εργαζόμενους άνω των 30 ετών, καθώς οι γονείς σε μικρότερες ηλικίες αποτελούν πλέον εξαίρεση, προκύπτει ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των παιδιών, τόσο μειώνεται το εργοδοτικό κόστος για τα ίδια 1.000 ευρώ καθαρά. Χωρίς παιδιά, το κόστος παραμένει στα 1.530 ευρώ. Με ένα παιδί μειώνεται στα 1.501 ευρώ, με δύο παιδιά στα 1.462 ευρώ, ενώ με τρία παιδιά υποχωρεί στα 1.406 ευρώ. Το ίδιο κόστος ισχύει και για τους πολύτεκνους, καθώς σε αυτό το επίπεδο εισοδήματος δεν προκύπτει πλέον φορολογική επιβάρυνση, ανεξαρτήτως αν τα παιδιά είναι τρία ή περισσότερα.

 

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι ο ίδιος καθαρός μισθός μπορεί να έχει πολύ διαφορετικό κόστος για τον εργοδότη, ανάλογα με το προφίλ του εργαζομένου, μετατρέποντας ένα μέχρι πρότινος απλό ερώτημα σε άσκηση πολλών μεταβλητών.

 

                           

Εισόδημα και αγοραστική δύναμη: γιατί η Ελλάδα μένει χαμηλά παρά την ταχύτερη ανάκαμψη

 

Παρά τη σαφώς ισχυρότερη αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται χαμηλά σε όρους αγοραστικής δύναμης, τόσο στη μεταπανδημική περίοδο όσο και σε βάθος δεκαετίας (2014–2024).

 

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η ανάκαμψη μετά την πανδημία δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα διαβίωσης. Σε επίπεδο ΕΕ, τα πραγματικά εισοδήματα αυξήθηκαν κατά περίπου 7% σε σχέση με το 2019, ωστόσο οι επιδόσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 14% την περίοδο 2019–2024, υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και της Ευρωζώνης (6%). Παράλληλα, ξεπέρασε αισθητά μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Ιταλία (4%), καθώς και τη Γαλλία και την Ισπανία (6%).

 

Σε ορίζοντα δεκαετίας, η εικόνα παραμένει παρόμοια. Το πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 27% μεταξύ 2014 και 2024, έναντι 17% στην ΕΕ και 14% στην Ευρωζώνη. Ωστόσο, η ταχύτερη αύξηση δεν αρκεί για να καλύψει το χάσμα: το 2024 το κατά κεφαλήν εισόδημα νοικοκυριών σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε στην Ελλάδα σε 20.639 μονάδες, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώθηκε στις 29.639.

 

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στη σχετική κατάταξη. Οι τρεις πρώτες χώρες σε PPS παρέμειναν αμετάβλητες το 2014, το 2019 και το 2024, την ώρα που η Ελλάδα έχασε έδαφος, υποχωρώντας από την 23η στην 28η θέση μεταξύ περίπου 30 χωρών. Αντίστοιχα, η Σουηδία διολίσθησε από την 6η θέση το 2014 στη 10η το 2024. Γενικότερα, οι σκανδιναβικές οικονομίες κατέγραψαν χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης, ενώ χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης σημείωσαν εντονότερη άνοδο.

 

                           

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αύξηση των εισοδημάτων «πάγωσε» το 2020 λόγω της πανδημίας, με ορισμένες χώρες να καταγράφουν ακόμη και μείωση. Στη συνέχεια, η ανάκαμψη επανήλθε σταδιακά, οδηγώντας στη σωρευτική αύξηση 7% την περίοδο 2019–2024. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Euronews, η συνολική άνοδος την τελευταία δεκαετία ανήλθε κατά μέσο όρο στο 17%.

 

Ιδιαίτερα έντονες αυξήσεις την πενταετία 2019–2024 κατέγραψαν η Κροατία (26%), η Μάλτα (24%), η Ουγγαρία (20%), η Ρουμανία (19%) και η Πολωνία (16%). Πλην της Μάλτας, πρόκειται για χώρες εκτός Ευρωζώνης, όπου οι συναλλαγματικές ισοτιμίες επηρέασαν επίσης τα αποτελέσματα. Στον αντίποδα, οι σκανδιναβικές χώρες βρέθηκαν στο τέλος της κατάταξης, με τη Σουηδία να καταγράφει μόλις 1% αύξηση, τη Φινλανδία 2% και τη Δανία 3%, εξέλιξη που συνδέεται και με την εντονότερη άνοδο της ανεργίας την περίοδο της πανδημίας.

 

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και σε βάθος δεκαετίας. Οι ισχυρότερες αυξήσεις σημειώθηκαν σε χώρες εκτός Ευρωζώνης, με τη Ρουμανία να φτάνει το 76% και την Τουρκία το 68%. Από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, μόνο η Μάλτα ξεχώρισε με άνοδο 55%. Αντίθετα, οι σκανδιναβικές οικονομίες και οι μεγάλες χώρες της ΕΕ κινήθηκαν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Παρά τη σημασία των ρυθμών μεταβολής, η σύγκριση των πραγματικών επιπέδων ευημερίας γίνεται μέσω του προσαρμοσμένου ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών σε PPS. Το 2024, το Λουξεμβούργο βρέθηκε στην κορυφή με 41.552 PPS, ακολουθούμενο από τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία και την Ελβετία. Στον αντίποδα, η Βουλγαρία κατέγραψε το χαμηλότερο επίπεδο, ενώ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων – μεταξύ αυτών και η Ελλάδα – κινούνται κυρίως στο εύρος των 20.000–25.000 PPS, επιβεβαιώνοντας ότι η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει σημαντική. 

                                   

                                  

                                    

                                      

 

                                 

 

Ο μέσος μισθωτός το 2025: ηλικία, μισθοί και κατανομή ανά κλάδο και επιχείρηση

 

Στα στοιχεία του ΕΦΚΑ για τον Ιούνιο του 2025, βάσει των ΑΠΔ, ο «τυπικός» μισθωτός στην Ελλάδα είναι υπάλληλος γραφείου, 40 ετών, με μηνιαίο μισθό περίπου 1.400 ευρώ.

 

Τον ίδιο μήνα, ο συνολικός αριθμός των ασφαλισμένων αυξήθηκε κατά 2,46% σε σχέση με τον Μάιο, φτάνοντας τους 2.951.626 από 2.880.849.

 

Μισθοί και ημερομίσθια

 

Στους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης σε κοινές επιχειρήσεις, το μέσο ημερομίσθιο ανέρχεται σε 58,89€ και ο μέσος μηνιαίος μισθός σε 1.356,40€. Στη μερική απασχόληση, οι αντίστοιχες τιμές είναι 35,04€ και 569,84€.

 

Η διαφορά μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων είναι αξιοσημείωτη: στις επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζόμενους, ο μέσος μισθός φτάνει τα 1.037,45€, ενώ στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με πάνω από δέκα εργαζόμενους αγγίζει τα 1.440,02€. Αντίστοιχα, το μέσο ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης σε μικρές επιχειρήσεις ανέρχεται στα 45,45€, δηλαδή περίπου το 73% του ημερομισθίου στις μεγαλύτερες.

 

Η μέση ηλικία των ασφαλισμένων είναι 41,54 έτη, με το 22,76% να είναι κάτω των 29 ετών και το 44,85% κάτω των 39 ετών. Οι ηλικίες 25-49 ετών καλύπτουν το 59,39% του συνόλου.

 

 

                                  

Κατανομή ανά ηλικία και υπηκοότητα (ΕΛ.ΣΤΑΤ.)

Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού για το Β’ τρίμηνο 2025:

13,67% είναι κάτω των 29 ετών

33,83% κάτω των 39 ετών

56,82% μεταξύ 25 και 49 ετών

35,08% μεταξύ 50 και 64 ετών

Η πλειονότητα των ασφαλισμένων (86,71%) έχει ελληνική υπηκοότητα, το 1,98% προέρχεται από άλλες χώρες της Ε.Ε. και το 11,31% από χώρες εκτός Ε.Ε.

Τομείς απασχόλησης και ειδικότητες

Μεταξύ των Ελλήνων ασφαλισμένων:

20,62% εργάζεται στο Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο

17,32% σε Ξενοδοχεία και Εστιατόρια

11,46% στις Μεταποιητικές Βιομηχανίες

Κατά ειδικότητα:

26,20% υπάλληλοι γραφείου

24,39% σε υπηρεσίες και πωλήσεις (καταστήματα, υπαίθριες αγορές)

11,82% ανειδίκευτοι εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες

Μισθολογικά κενά ανδρών – γυναικών

Στους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, οι γυναίκες αμείβονται με ημερομίσθιο 54,91€, δηλαδή το 88,19% του αντίστοιχου ημερομισθίου των ανδρών (62,26€). Στη μερική απασχόληση, η αναλογία φτάνει το 92,66% (33,96€ για γυναίκες έναντι 36,65€ για άνδρες).

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum