| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 09/09/26

                                                

 

Ελλάδα: Γιατί 7 στους 10 δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα – Η «υποκειμενική φτώχεια» και η μεγάλη απόσταση από την Ευρώπη

 

Ένα ιδιαίτερα έντονο χάσμα ανάμεσα στο πώς αποτυπώνεται η φτώχεια μέσα από τους στατιστικούς δείκτες και στο πώς βιώνεται από τα ίδια τα νοικοκυριά αναδεικνύουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για την Ελλάδα.

 

Σχεδόν επτά στους δέκα κατοίκους της χώρας, ποσοστό 67,2%, δηλώνουν ότι τα βγάζουν πέρα με μεγάλη ή αρκετά μεγάλη δυσκολία. Πρόκειται για τον δείκτη που η Eurostat αποκαλεί «υποκειμενική φτώχεια» και ο οποίος καταγράφει την αντίληψη των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση.

 

Το ποσοστό είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 17,6%, ενώ είναι σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο της Βουλγαρίας, που βρίσκεται στη δεύτερη θέση με 36,1%.

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν συγκριθεί με τον λεγόμενο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά το 27,5% του ελληνικού πληθυσμού, ενώ μόνο ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται στο 19,6%.

 

Με άλλα λόγια, υπάρχει μια διαφορά περίπου 40 ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα στο ποσοστό των Ελλήνων που αντικειμενικά κατατάσσονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και σε εκείνων που αισθάνονται ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

 

Δύο διαφορετικοί τρόποι να μετράς τη φτώχεια

 

Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο δεικτών έχει οδηγήσει σε μια συζήτηση για το τι πραγματικά αποτυπώνουν.

 

Η «υποκειμενική φτώχεια» βασίζεται σε μια απλή ερώτηση προς τα νοικοκυριά: πόσο εύκολα ή δύσκολα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους. Δεν εξετάζει αποκλειστικά το ύψος του εισοδήματος, αλλά ουσιαστικά τη σχέση μεταξύ των χρημάτων που εισέρχονται στο νοικοκυριό και των υποχρεώσεων και δαπανών που πρέπει να καλυφθούν.

 

Αντίθετα, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού βασίζεται κυρίως σε συγκεκριμένα εισοδηματικά και κοινωνικά κριτήρια. Ο κίνδυνος φτώχειας, για παράδειγμα, αφορά όσους διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του διάμεσου εισοδήματος της χώρας.

 

Εδώ βρίσκεται και μια σημαντική ιδιαιτερότητα: πρόκειται για έναν σχετικό δείκτη. Εάν μια ολόκληρη κοινωνία χάσει εισόδημα με σχετικά ομοιόμορφο τρόπο, το όριο της φτώχειας μειώνεται μαζί με τη διάμεσο και ο δείκτης μπορεί να μην αυξηθεί δραματικά.

 

Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί η μεγάλη οικονομική συρρίκνωση που γνώρισε η Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία δεν αποτυπώθηκε στον συγκεκριμένο δείκτη με την ίδια ένταση που αποτυπώθηκε στην καθημερινή ζωή των νοικοκυριών.

 

                             

 

Η κρίση άνοιξε την ψαλίδα

 

Η εξέλιξη των δύο δεικτών στον χρόνο είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική.

 

Πριν από την ελληνική κρίση, η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη ήταν ήδη εμφανής. Το 2006, περίπου 52,6% των Ελλήνων δήλωνε ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες για να καλύψει τις ανάγκες του, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής.

 

Μετά την κρίση, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Η υποκειμενική φτώχεια έφτασε στο 78,3% το 2013, αποτυπώνοντας με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το σοκ που υπέστησαν τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο.

 

Το ενδιαφέρον είναι ότι η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο δεικτών δεν εξαφανίστηκε όταν η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει. Παραμένει μέχρι σήμερα σε επίπεδα κοντά στις 40 μονάδες.

 

Την ίδια στιγμή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η υποκειμενική φτώχεια έχει περιοριστεί κάτω από το 18%. Έτσι, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς σε χειρότερη θέση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παρουσιάζει μια εξαιρετικά μεγάλη απόκλιση.

 

Είναι θέμα νοοτροπίας;

 

Η συγκεκριμένη εικόνα έχει προκαλέσει και πολιτική αντιπαράθεση. Μία άποψη αποδίδει το υψηλό ποσοστό στην απαισιοδοξία των Ελλήνων και στην τάση να αξιολογούν την οικονομική τους κατάσταση πιο αρνητικά σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους.

 

Υπάρχει πράγματι ένα πολιτισμικό στοιχείο. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι κοινωνίες της Νότιας Ευρώπης τείνουν να απαντούν πιο απαισιόδοξα σε ερωτήσεις που αφορούν την προσωπική οικονομική κατάσταση. Παρόμοιες, αν και μικρότερες, αποκλίσεις εμφανίζονται και σε άλλες χώρες της περιοχής.

 

Ωστόσο, είναι δύσκολο να αποδοθεί μια τόσο μεγάλη και επίμονη διαφορά αποκλειστικά στην ψυχολογία.

 

Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να αξιολογεί το βιοτικό της επίπεδο όχι μόνο σε σχέση με ένα στατιστικό όριο φτώχειας, αλλά και σε σχέση με το πώς ζούσε στο παρελθόν και πώς ζουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι.

 

Το εισόδημα ανέκαμψε, αλλά όχι αρκετά

 

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για να κατανοηθεί το χάσμα.

 

Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, παρά την άνοδο, παραμένει περίπου 15% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2009.

 

Ταυτόχρονα, το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών έχει αυξηθεί σημαντικά. Τρόφιμα, ενέργεια και κυρίως στέγαση απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

 

Επομένως, ένα νοικοκυριό μπορεί να βρίσκεται σήμερα πάνω από το στατιστικό όριο φτώχειας και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι η οικονομική του κατάσταση παραμένει πιεσμένη.

 

Η σύγκριση με το παρελθόν παίζει καθοριστικό ρόλο. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα έχει ανακάμψει, αλλά όχι μέχρι τα προ κρίσης επίπεδα, η αίσθηση οικονομικής δυσκολίας μπορεί να παραμένει ισχυρή.

 

                               

 

Και η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη

 

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας: η σύγκριση με τους γείτονες και την υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Την ίδια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα προσπαθούσε να ανακτήσει το βιοτικό επίπεδο που είχε χάσει, αρκετές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες συνέχισαν να αναπτύσσονται και να συγκλίνουν προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

 

Έτσι, η ελληνική κοινωνία δεν συγκρίνει πλέον μόνο το σημερινό της εισόδημα με εκείνο του 2009. Το συγκρίνει και με τις δυνατότητες που βλέπει γύρω της.

 

Αυτό εξηγεί γιατί η υψηλή υποκειμενική φτώχεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένδειξη «εθνικής μιζέριας». Μπορεί να αποτελεί αντανάκλαση μιας πραγματικής αίσθησης ότι το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί για το επίπεδο ζωής που θεωρείται πλέον φυσιολογικό.

 

Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην αγοραστική δύναμη

 

Στην πραγματικότητα, οι δύο δείκτες δεν αλληλοαναιρούνται.

 

Ο δείκτης κινδύνου φτώχειας αποτυπώνει τη θέση ενός νοικοκυριού μέσα στην εγχώρια εισοδηματική κατανομή. Η υποκειμενική φτώχεια αποτυπώνει το κατά πόσο το ίδιο το νοικοκυριό θεωρεί ότι το εισόδημά του επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του.

 

Μια κοινωνία μπορεί επομένως να εμφανίζει σχετικά σταθερό ποσοστό κινδύνου φτώχειας και ταυτόχρονα πολύ υψηλό ποσοστό ανθρώπων που αισθάνονται οικονομική πίεση.

 

Στην Ελλάδα φαίνεται ότι αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα.

 

Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουμε ποιος από τους δύο δείκτες είναι «σωστός». Είναι να κατανοήσουμε γιατί η απόσταση μεταξύ τους παραμένει τόσο μεγάλη.

 

Και η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται περισσότερο στην αγοραστική δύναμη, στο κόστος ζωής και στη σχέση εισοδημάτων και τιμών παρά στην ψυχολογία.

 

Πώς μπορεί να κλείσει η ψαλίδα

 

Η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνεπώς αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και όχι απλώς βελτίωση των στατιστικών δεικτών.

 

Μισθοί που αυξάνονται ταχύτερα από τις τιμές, χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, περισσότερος ανταγωνισμός στις αγορές και μείωση του κόστους στέγασης και βασικών αγαθών μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινή οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών.

 

Γιατί τελικά η πιο σημαντική μέτρηση δεν είναι μόνο πόσοι βρίσκονται κάτω από ένα στατιστικό όριο φτώχειας. Είναι πόσοι άνθρωποι, στο τέλος του μήνα, αισθάνονται ότι το εισόδημά τους επαρκεί για να ζήσουν χωρίς μόνιμη οικονομική πίεση.

 

Και στην Ελλάδα, το 67,2% αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό μήνυμα ότι, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, η ανάκαμψη δεν έχει ακόμη μεταφραστεί για όλους σε αντίστοιχη αίσθηση βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

                                             

 

                                 

 

Τα επαγγέλματα που θα «πρωταγωνιστήσουν» έως το 2035 – Υγεία, AI και πράσινη ενέργεια στην κορυφή

 

Μια σημαντική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας στις ΗΠΑ αναμένεται την επόμενη δεκαετία, καθώς η τεχνολογική εξέλιξη, η ενεργειακή μετάβαση και η γήρανση του πληθυσμού δημιουργούν νέες ανάγκες και μεταβάλλουν τη ζήτηση για εργατικό δυναμικό.

 

Οι νέες προβλέψεις του Bureau of Labor Statistics (BLS) για την περίοδο 2025-2035 δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν θα είναι ομοιόμορφη. Ορισμένα επαγγέλματα αναμένεται να γνωρίσουν εντυπωσιακή αύξηση της απασχόλησης, ενώ άλλα θα κινηθούν πολύ πιο αργά ή ακόμη και θα συρρικνωθούν.

 

Στην κορυφή των κλάδων με τις καλύτερες προοπτικές βρίσκονται η υγεία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα δεδομένα και η τεχνητή νοημοσύνη.

 

Πρωταγωνιστούν οι εξειδικευμένοι νοσηλευτές

 

Η μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται στους εξειδικευμένους νοσηλευτές, με την απασχόλησή τους να προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 41% έως το 2035.

 

Πρόκειται για ρυθμό πολλαπλάσιο της συνολικής αύξησης της απασχόλησης στις ΗΠΑ, η οποία εκτιμάται μόλις στο 3,5% την ίδια περίοδο.

 

Η ζήτηση ενισχύεται από τη γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση των χρόνιων παθήσεων, αλλά και από τη διεύρυνση του ρόλου των νοσηλευτών. Σε αρκετές αμερικανικές πολιτείες μπορούν πλέον να αναλαμβάνουν ιατρικές πράξεις και καθήκοντα που παλαιότερα ανήκαν αποκλειστικά στους γιατρούς.

 

Ο κλάδος της υγειονομικής περίθαλψης και της κοινωνικής πρόνοιας αναμένεται έτσι να αποτελέσει έναν από τους βασικούς «πυλώνες» δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

 

Η πράσινη ενέργεια δημιουργεί νέες ευκαιρίες

 

Η ενεργειακή μετάβαση αποτυπώνεται έντονα και στις προβλέψεις του BLS.

 

Οι εγκαταστάτες φωτοβολταϊκών συστημάτων συγκαταλέγονται στα επαγγέλματα με την ταχύτερη ανάπτυξη, ενώ ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση αναμένεται και για τους τεχνικούς συντήρησης ανεμογεννητριών.

 

Η πτώση του κόστους των φωτοβολταϊκών εκτιμάται ότι θα ενθαρρύνει περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να εγκαταστήσουν συστήματα ηλιακής ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή θα αυξήσει αντίστοιχα την ανάγκη για τεχνικούς εγκατάστασης και συντήρησης.

 

Ένα ακόμη πλεονέκτημα είναι ότι πρόκειται για έναν κλάδο στον οποίο δεν απαιτείται κατ' ανάγκη πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Για πολλές θέσεις αρκεί απολυτήριο λυκείου ή αντίστοιχη κατάρτιση.

 

Η έκρηξη των δεδομένων φέρνει τους data scientists στο προσκήνιο

 

Στον χώρο της τεχνολογίας, ιδιαίτερα ισχυρές προοπτικές εμφανίζουν οι επιστήμονες δεδομένων (data scientists).

 

Η απασχόλησή τους αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 35% την επόμενη δεκαετία. Οι επιχειρήσεις συλλέγουν τεράστιους όγκους δεδομένων και χρειάζονται εξειδικευμένο προσωπικό που μπορεί να τους αναλύσει και να τους μετατρέψει σε χρήσιμες πληροφορίες για τη λήψη αποφάσεων.

 

Ανάλογη δυναμική εμφανίζουν οι ερευνητές πληροφορικής και υπολογιστών, οι οποίοι αναμένεται να επωφεληθούν από την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

 

Η δημιουργία νέων εφαρμογών και υποδομών AI αυξάνει τη ζήτηση για εργαζόμενους με βαθιά γνώση των υπολογιστικών συστημάτων. Σε αρκετές από αυτές τις θέσεις, πάντως, οι απαιτήσεις εκπαίδευσης είναι υψηλές και συχνά περιλαμβάνουν μεταπτυχιακές σπουδές.

    

                             

 

Μόλις 3,5% η συνολική αύξηση της απασχόλησης

 

Παρά την ταχεία ανάπτυξη συγκεκριμένων επαγγελμάτων, το BLS βλέπει μια συνολικά πιο συγκρατημένη αμερικανική αγορά εργασίας.

 

Μέχρι το 2035 εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν περίπου 5,9 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, αυξάνοντας τη συνολική απασχόληση κατά 3,5%.

 

Η επίδοση αυτή είναι σημαντικά χαμηλότερη από την αύξηση 10,9% που καταγράφηκε την προηγούμενη δεκαετία, από το 2015 έως το 2025.

 

Ωστόσο, η ίδια η τεχνολογική ανάπτυξη δημιουργεί νέες ανάγκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, καθώς η τεράστια αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers που υποστηρίζουν την ανάπτυξη της AI αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση εργαζομένων στον κλάδο.

 

Το BLS προβλέπει αύξηση της απασχόλησης στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας κατά περίπου 10% έως το 2035.

 

Η νέα αγορά εργασίας

 

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η μεγάλη αλλαγή της επόμενης δεκαετίας δεν θα αφορά μόνο τον συνολικό αριθμό των θέσεων εργασίας, αλλά κυρίως το είδος των δεξιοτήτων που θα αποκτούν μεγαλύτερη αξία.

 

Η γήρανση του πληθυσμού θα ενισχύσει τη ζήτηση για επαγγέλματα υγείας, η ενεργειακή μετάβαση θα δημιουργήσει νέες τεχνικές ειδικότητες, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη και η έκρηξη των δεδομένων θα αυξήσουν τη ζήτηση για εξειδικευμένους εργαζόμενους στην πληροφορική.

 

Με άλλα λόγια, η αγορά εργασίας του 2035 θα είναι διαφορετική όχι τόσο επειδή θα υπάρχουν πολύ περισσότερες δουλειές, αλλά επειδή οι δουλειές που θα έχουν τη μεγαλύτερη ζήτηση θα είναι διαφορετικές από αυτές του σήμερα.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum