| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 10/02/26

                             

Η ελληνική αγορά εργασίας πέρα από τα ποσοστά: τι δείχνουν η αποτελεσματική ανεργία και το χάσμα απασχόλησης

 

Πώς πραγματικά εξελίσσεται η αγορά εργασίας στην Ελλάδα; Είναι αρκετή η μείωση της ανεργίας για να μιλήσουμε για «υγιή» λειτουργία ή πίσω από τα θετικά ποσοστά κρύβονται βαθύτερες ανισορροπίες; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει μια αναλυτική μελέτη που εξετάζει όχι μόνο το ύψος της ανεργίας, αλλά και το κατά πόσο η αγορά εργασίας λειτουργεί αποτελεσματικά.

 

Με βάση πληροφορίες από πρόσφατη ανάλυση, η αξιολόγηση της ελληνικής αγοράς εργασίας γίνεται μέσα από ένα πιο σύνθετο πρίσμα, αξιοποιώντας τη μεθοδολογία των Michaillat & Saez (2022). Αντί η προσέγγιση να περιορίζεται στον αριθμό των ανέργων, εστιάζει στη συνολική ισορροπία μεταξύ ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, αποτυπώνοντας τη λεγόμενη «χαλαρότητα» ή «σφιχτότητα» της αγοράς.

 

Μονοψήφια ανεργία, αλλά όχι χωρίς αστερίσκους

 

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν σαφή βελτίωση: τον Δεκέμβριο του 2025 το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 7,5%, φέρνοντας την Ελλάδα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και εκτός των τελευταίων θέσεων της Ε.Ε. Παρ’ όλα αυτά, η μείωση της ανεργίας δεν συνεπάγεται αυτόματα και εξάλειψη των διαρθρωτικών αδυναμιών της αγοράς εργασίας.

 

Η ανάλυση καταδεικνύει ότι, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της χαλαρότητας τα τελευταία χρόνια, η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει συνολικά «χαλαρή». Την ίδια στιγμή, σε ορισμένους κλάδους παρατηρείται το αντίθετο φαινόμενο: έντονη σφιχτότητα, καθώς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις εργασίας που απαιτούν εξειδικευμένες δεξιότητες.

 

Αυτή η συνύπαρξη πλεονάζουσας προσφοράς εργασίας και ελλείψεων σε συγκεκριμένα επαγγέλματα αποκαλύπτει ένα χρόνιο πρόβλημα αναντιστοιχίας δεξιοτήτων, το οποίο περιορίζει τόσο την παραγωγικότητα όσο και την προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων στις διαρθρωτικές αλλαγές της οικονομίας.

 

Τι είναι η «αποτελεσματική ανεργία» και γιατί έχει σημασία

 

Κεντρική έννοια της ανάλυσης αποτελεί το μέτρο της αποτελεσματικής ανεργίας, το οποίο αποτυπώνει το κοινωνικά επιθυμητό επίπεδο ανεργίας. Πρόκειται για το ποσοστό εκείνο που ελαχιστοποιεί τη σπατάλη πόρων, τόσο από την αχρησιμοποίητη εργασία όσο και από το κόστος αντιστοίχισης ανέργων και κενών θέσεων.

 

Χρησιμοποιώντας στοιχεία της Eurostat για την περίοδο από το 2009 έως το γ’ τρίμηνο του 2025, κατασκευάζεται η καμπύλη αποτελεσματικής ανεργίας για την ελληνική οικονομία. Η καμπύλη αυτή παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, με καθοδική τάση από το 2018 και αναστροφή μετά το 2020. Σε μέσο όρο, η αποτελεσματική ανεργία εκτιμάται στο 3,8%, σημαντικά χαμηλότερα από το επίσημο ποσοστό.

 

Η απόκλιση αυτή οδηγεί στον υπολογισμό του «χάσματος ανεργίας», δηλαδή της διαφοράς μεταξύ πραγματικής και αποτελεσματικής ανεργίας.

 
 

                              

 

Ένα επίμονα θετικό χάσμα

 

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι στην Ελλάδα το χάσμα ανεργίας παραμένει θετικό σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί με πλεονάζουσα ανεργία και δεν έχει επιτύχει καθεστώς αποτελεσματικότητας.

 

Το χάσμα εκτοξεύθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, περιορίστηκε σταδιακά τα επόμενα χρόνια και μετά το 2020 μειώνεται αισθητά. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα δεν έχει εξαλειφθεί, γεγονός που δείχνει ότι η ελληνική οικονομία απέχει από το επίπεδο πλήρους και αποδοτικής απασχόλησης, όπως αυτό ορίζεται από τη συγκεκριμένη μεθοδολογία.

 

Ποιοι μένουν πίσω στην αγορά εργασίας

 

Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όταν εξετάζονται οι κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία. Νέοι, γυναίκες, μακροχρόνια άνεργοι και άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσανάλογες δυσκολίες ένταξης στην αγορά εργασίας.

 

Τα ποσοστά συμμετοχής νέων και γυναικών παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27, ενώ η μακροχρόνια ανεργία στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της Ευρώπης. Σε πολλές περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη θέσεων, αλλά και η απόσταση μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτει το εργατικό δυναμικό και αυτών που ζητά η αγορά.

 

Ο δρόμος προς την πλήρη απασχόληση

 

Η περαιτέρω βελτίωση της αγοράς εργασίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνέχιση της μείωσης της ανεργίας. Απαιτείται ταυτόχρονα διεύρυνση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και πιο αποτελεσματική αντιστοίχιση δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας.

 

Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμης σημασίας θεωρούνται οι πολιτικές επαγγελματικής κατάρτισης, η δια βίου μάθηση και η ουσιαστική σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Μόνο μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις μπορεί η Ελλάδα να πλησιάσει τον στόχο μιας αποτελεσματικής αγοράς εργασίας και, τελικά, της πλήρους απασχόλησης.

 

                           

 

Παράλληλη εργασία: Ταχύτερη αύξηση από τη συνολική απασχόληση την περίοδο 2019–2025

 

Σημαντικά ταχύτερη άνοδο σε σχέση με το σύνολο της μισθωτής απασχόλησης κατέγραψε την τελευταία εξαετία το φαινόμενο της παράλληλης εργασίας, αποτυπώνοντας τις πιέσεις που ασκούνται στο εισόδημα των εργαζομένων αλλά και τις δομικές ελλείψεις στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, την περίοδο 2019–2025 ο αριθμός των μισθωτών που απασχολούνται σε περισσότερες από μία εργασίες αυξήθηκε κατά 25%, όταν το σύνολο των μισθωτών αυξήθηκε κατά 17%.

 

Όπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς εργασίας, η ενίσχυση της παράλληλης απασχόλησης οφείλεται αφενός στην ανάγκη των εργαζομένων να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και επίμονης ακρίβειας, και αφετέρου στις ελλείψεις προσωπικού που ωθούν τις επιχειρήσεις να καλύπτουν ανάγκες με ήδη απασχολούμενους εργαζομένους.

 

Σε απόλυτους αριθμούς, οι μισθωτοί με περισσότερες από μία εργασιακές σχέσεις ανήλθαν τον Ιούνιο του 2025 σε 333.623 άτομα, έναντι 249.497 τον Ιούνιο του 2019. Πρόκειται για καθαρή αύξηση 84.126 εργαζομένων, που αντιστοιχεί σε άνοδο της τάξης του 25% μέσα σε έξι χρόνια.

 

Την ίδια περίοδο, η συνολική μισθωτή απασχόληση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 540.594 άτομα ή 17%, φτάνοντας τους 3.143.992 μισθωτούς το 2025 από 2.603.698 το 2019. Με βάση τα στοιχεία αυτά, προκύπτει ότι περίπου μία στις έξι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν την τελευταία εξαετία αφορά εργαζόμενους με παράλληλη απασχόληση, καθώς οι 84.126 νέοι παράλληλα εργαζόμενοι αντιστοιχούν στο 15,5% της συνολικής αύξησης της απασχόλησης.

 

Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα και την ενίσχυση του «ειδικού βάρους» της παράλληλης απασχόλησης στο σύνολο της αγοράς εργασίας. Από 9,5% των μισθωτών το 2019, το ποσοστό των εργαζομένων με περισσότερες από μία δουλειές αυξήθηκε στο 10,6% το 2025, καταγράφοντας άνοδο κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα.

 

                             

 

Παράλληλη Εργασία (2)

 

Τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση της παράλληλης απασχόλησης είχαν οι μισθωτοί που διαθέτουν μία σύμβαση πλήρους απασχόλησης και παράλληλα άλλες μορφές εργασίας, όπως εκ περιτροπής ή περιστασιακή απασχόληση. Η συγκεκριμένη κατηγορία αυξήθηκε από 24.866 άτομα το 2019 σε 40.001 το 2025, σημειώνοντας άνοδο 15.135 εργαζομένων ή σχεδόν 38%. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει αισθητά τον μέσο ρυθμό αύξησης της συνολικής παράλληλης απασχόλησης, γεγονός που δείχνει ότι οι πλήρως απασχολούμενοι είναι εκείνοι που «οδήγησαν» τη συνολική άνοδο του φαινομένου.

 

Ακολουθεί η κατηγορία των μισθωτών που συνδυάζουν μία θέση πλήρους απασχόλησης με μία επιπλέον θέση μερικής απασχόλησης. Ο αριθμός τους αυξήθηκε από 101.232 το 2019 σε 136.888 το 2025, καταγράφοντας άνοδο κατά 35.656 άτομα ή 26%. Ως ποσοστό του συνόλου των απασχολουμένων, η κατηγορία αυτή ενισχύθηκε σημαντικά, φτάνοντας το 4,35% το 2025 από 1,94% έξι χρόνια νωρίτερα.

 

Συνολικά, το «μωσαϊκό» της παράλληλης απασχόλησης περιλαμβάνει εργαζόμενους με διαφορετικούς συνδυασμούς συμβάσεων και ωραρίων. Εκτός από όσους συνδυάζουν πλήρη και μερική απασχόληση ή πλήρη απασχόληση με λοιπές μορφές εργασίας, σημαντικός είναι και ο αριθμός μισθωτών με περισσότερες από μία συμβάσεις μερικής απασχόλησης. Ειδικότερα, 86.578 εργαζόμενοι διαθέτουν δύο συμβάσεις μερικής απασχόλησης, 19.941 τρεις, 7.856 τέσσερις, ενώ 9.172 άτομα εργάζονται με περισσότερες από τέσσερις συμβάσεις μερικής απασχόλησης.

 

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι η παράλληλη εργασία δεν αποτελεί πλέον περιθωριακό φαινόμενο, αλλά διαμορφώνεται σε δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας, αντανακλώντας τόσο τις εισοδηματικές πιέσεις όσο και τη δυσκολία κάλυψης των αναγκών των επιχειρήσεων σε ανθρώπινο δυναμικό.

 

                               

 

Τουρισμός

 

Μετά την πανδημία, οι περιφέρειες Αττικής και Κρήτης ξεχώρισαν, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των εσόδων και της τουριστικής δραστηριότητας. Η Αττική κατάφερε να ενισχύσει σημαντικά το μερίδιό της στις δαπάνες των ξένων επισκεπτών, με σχεδόν το ¼ των συνολικών εισπράξεων του 2024 να κατευθύνεται εκεί.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, μεταξύ 2019 και 2024, η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη στην Ελλάδα αυξήθηκε από 564 σε 573 ευρώ, ενώ η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 7,4 σε 6,4 διανυκτερεύσεις, με αποτέλεσμα η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση να ανέβει από 76 σε 89 ευρώ.

 

Στην Αττική, το μερίδιο αφίξεων αυξήθηκε από 16% σε 22%, ενώ η Μέση Δαπάνη ανά Επίσκεψη ανέβηκε κατά 103 ευρώ, στα 541 ευρώ. Το μερίδιο στις συνολικές εισπράξεις ενισχύθηκε από 14,7% σε 23%, ενώ οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν κατά πάνω από 6 ποσοστιαίες μονάδες, επιβεβαιώνοντας την Αθήνα ως κορυφαίο city break προορισμό, με καθοριστική συμβολή της αεροπορικής συνδεσιμότητας, της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων και των επενδύσεων σε ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών.

 

Η Κρήτη διατήρησε τον ρόλο της ως βασικός πυλώνας του ελληνικού τουρισμού, με αύξηση της Μέσης Δαπάνης ανά Επίσκεψη κατά 86 ευρώ και μικρή ενίσχυση στα μερίδια δαπανών και διανυκτερεύσεων.

 

Αντίθετα, το Νότιο Αιγαίο, παρά τα υψηλά συνολικά έσοδα, σημείωσε μείωση στο μερίδιο δαπανών και διανυκτερεύσεων, ενώ τα Ιόνια Νησιά παρέμειναν σταθερά. Μεγαλύτερες απώλειες κατέγραψε η Κεντρική Μακεδονία, με το μερίδιο δαπανών να μειώνεται από 13% σε 7%, και μικρότερες οι απώλειες στις διανυκτερεύσεις και επισκέψεις.

 

Οι περιφέρειες Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Δυτικής Ελλάδας και Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης κατέγραψαν γενικευμένη μείωση μεριδίων, επιβεβαιώνοντας τη συγκέντρωση του τουριστικού προϊόντος σε λίγους ισχυρούς πόλους.

  

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum