|
00:01 -
10/08/26 |
|
|
|
|
|

Ελλάδα: Δημοσιονομική υπερπροσπάθεια, αλλά με μεγάλη
απόσταση από την Ευρώπη σε εισόδημα και βιοτικό επίπεδο
Η νέα έκδοση της Eurostat «Key
figures on Europe – 2026 edition» αποτυπώνει με
ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο τη διπλή εικόνα της ελληνικής
οικονομίας: από τη μία πλευρά μια χώρα που έχει
πραγματοποιήσει εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή,
μειώνει ταχύτατα το χρέος της και επιστρέφει σε τροχιά
σταθερότητας· από την άλλη, μια οικονομία που εξακολουθεί να
βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον
αφορά το εισόδημα, την αγοραστική δύναμη και την πραγματική
κατανάλωση των νοικοκυριών.
Τα στοιχεία της
Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει πλέον αλλάξει σημαντικά
σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους, ωστόσο η σύγκλιση
με την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει το μεγάλο στοίχημα της
επόμενης δεκαετίας.
Μικρή οικονομία
σε ευρωπαϊκή κλίμακα
Το συνολικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήλθε
το 2025 στα 18,8 τρισ. ευρώ, με τη Γερμανία
να παραμένει η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ένωσης,
αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τέταρτο της ευρωπαϊκής
οικονομίας.
Η Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 1,3%
του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ, ποσοστό που την
κατατάσσει κάτω από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Φινλανδία, η
Ρουμανία και η Τσεχία.
Μερίδιο στο ΑΕΠ
της ΕΕ το 2025
Χώρα
|
Μερίδιο ΑΕΠ ΕΕ
|
Γερμανία
|
23,8%
|
Γαλλία
|
15,8%
|
Ιταλία
|
12,0%
|
Ισπανία
|
9,0%
|
Ολλανδία
|
6,3%
|
Πολωνία
|
4,9%
|
Ελλάδα
|
1,3%
|
Η χαμηλή
συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ δεν αποτελεί
έκπληξη, καθώς η χώρα έχει πληθυσμό περίπου 10 εκατ.
κατοίκους και μια οικονομία που εξακολουθεί να στηρίζεται
περισσότερο στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και την κατανάλωση,
παρά σε μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους.
Η μεγάλη
πρόκληση: Το εισόδημα παραμένει χαμηλά
Η πιο σημαντική αδυναμία της ελληνικής
οικονομίας αποτυπώνεται στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε
όρους αγοραστικής δύναμης (PPS).
Ο μέσος όρος της
ΕΕ ορίζεται στο 100. Η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο:
|
|
|
|
|
|
|
|

68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου
δηλαδή περίπου 31,6% χαμηλότερα από τον μέσο
Ευρωπαίο πολίτη.
Η χώρα βρίσκεται σχεδόν στην ίδια θέση με τη
Βουλγαρία, η οποία καταγράφει 68,1%, ενώ πολύ υψηλότερα
βρίσκονται οικονομίες όπως:
Χώρα
|
Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ΕΕ=100)
|
Λουξεμβούργο
|
238,7
|
Ιρλανδία
|
237,3
|
Γερμανία
|
100-120
|
Γαλλία
|
85-100
|
Πορτογαλία
|
<85
|
Ελλάδα
|
68,4
|
Βουλγαρία
|
68,1
|
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί
να έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά η
πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων παραμένει μακρινός
στόχος.
Ανάπτυξη: Βελτίωση αλλά όχι άλμα
Η οικονομία της ΕΕ αναπτύχθηκε κατά 1,5% το
2025, μετά την ισχυρή ανάκαμψη της περιόδου μετά την
πανδημία.
Έτος
|
Μεταβολή ΑΕΠ ΕΕ
|
2020
|
-5,6%
|
2021
|
+6,4%
|
2022
|
+3,5%
|
2023
|
+0,4%
|
2024
|
+1,0%
|
2025
|
+1,5%
|
Η ευρωπαϊκή οικονομία έχει περάσει πλέον από
τη φάση της έντονης ανάκαμψης σε μια περίοδο χαμηλότερων
αλλά πιο σταθερών ρυθμών ανάπτυξης.
Πληθωρισμός: Η Ελλάδα πάνω από τον μέσο όρο
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι εμφανής
σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο πληθωρισμός στην ΕΕ:
2022: 9,2%
2023: 6,4%
2024: 2,6%
2025: 2,5%
Η Ελλάδα όμως παρέμεινε λίγο υψηλότερα:
Πληθωρισμός Ελλάδας 2025: 2,9%
έναντι 2,5% στην ΕΕ.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα
ελληνικά νοικοκυριά ξεκινούν από χαμηλότερη εισοδηματική
βάση και επομένως οι ίδιες αυξήσεις τιμών έχουν μεγαλύτερη
επίπτωση στην καθημερινή κατανάλωση.
Η πραγματική κατανάλωση δείχνει το πρόβλημα
Ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δείκτες
για το βιοτικό επίπεδο είναι η πραγματική ατομική κατανάλωση
ανά κάτοικο.
Η Ελλάδα βρίσκεται και εδώ κάτω από το 85%
του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι πολίτες στις χώρες της ΕΕ διαθέτουν
μεγαλύτερη αγοραστική δυνατότητα, ενώ στην Ελλάδα μεγάλο
μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες.
Συνολικά στην ΕΕ:
τρόφιμα,
στέγαση,
ενέργεια,
μεταφορές
απορροφούν περίπου το 46% της συνολικής
καταναλωτικής δαπάνης.
Για την Ελλάδα το ποσοστό είναι ακόμη πιο
κρίσιμο, καθώς τα χαμηλότερα εισοδήματα περιορίζουν τη
δυνατότητα αποταμίευσης και επενδύσεων.
Το μεγάλο ελληνικό επίτευγμα: Δημοσιονομική
ανατροπή
Εκεί όπου η Ελλάδα ξεχωρίζει θετικά είναι
στα δημόσια οικονομικά.
Το 2025 η χώρα ήταν μία από τις μόλις πέντε
χώρες της ΕΕ που παρουσίασαν δημοσιονομικό πλεόνασμα.
Δημοσιονομικό αποτέλεσμα 2025
Χώρα
|
Πλεόνασμα/Έλλειμμα
|
Κύπρος
|
+3,4%
|
Δανία
|
+2,9%
|
Ιρλανδία
|
+1,8%
|
Ελλάδα
|
+1,7%
|
Πορτογαλία
|
+0,7%
|
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί τεράστια αλλαγή σε
σχέση με την περίοδο της κρίσης, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο
επίκεντρο της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής αστάθειας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Χρέος: Από την κορυφή, αλλά με γρήγορη πτώση
Παρά τη βελτίωση, η Ελλάδα παραμένει η χώρα
με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ.
Το 2025:
Ελλάδα: 146,1% του ΑΕΠ
Ιταλία: 137,1%
Γαλλία: 115,6%
Ωστόσο, η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση
χρέους στην Ευρώπη:
Έτος
|
Χρέος/ΑΕΠ
|
2024
|
154,2%
|
2025
|
146,1%
|
Μείωση:
-8,1 ποσοστιαίες μονάδες
Η επίδοση αυτή αποτελεί ένα από τα
σημαντικότερα θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας.
Το μεγάλο ελληνικό παράδοξο
Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση της
Eurostat συνοψίζεται σε ένα βασικό παράδοξο:
Η Ελλάδα έχει πλέον ένα από τα καλύτερα
δημοσιονομικά προφίλ στην Ευρώπη, αλλά εξακολουθεί να έχει
ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας.
Η χώρα πέτυχε:
✅
πλεονάσματα
✅ μεγάλη
αποκλιμάκωση χρέους
✅
ανάπτυξη
✅
βελτίωση αξιοπιστίας στις αγορές
Όμως παραμένουν:
❌ χαμηλό
κατά κεφαλήν εισόδημα
❌ χαμηλή
παραγωγικότητα
❌
περιορισμένη αγοραστική δύναμη
❌ μικρή
αποταμίευση νοικοκυριών
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα
δεν είναι πλέον η δημοσιονομική επιβίωση. Είναι η μετάβαση
από τη σταθεροποίηση στη σύγκλιση.
Η πρόκληση της επόμενης δεκαετίας είναι να
μετατραπεί η βελτίωση των δημοσίων οικονομικών σε πραγματική
αύξηση εισοδημάτων, παραγωγικότητας και βιοτικού επιπέδου.
|
|
|
|
|
|
|
|

Μέσος μισθός άνω των 1.500 ευρώ, αλλά περισσότεροι από τους
μισούς εργαζόμενους παραμένουν κάτω από τα 1.200 ευρώ
Η επίτευξη μέσου μικτού μισθού 1.500 ευρώ
αποτέλεσε έναν από τους βασικούς στόχους της κυβέρνησης στο
πλαίσιο της πολιτικής ενίσχυσης των εισοδημάτων. Σύμφωνα με
τα τελευταία στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της ΕΡΓΑΝΗ, ο
στόχος αυτός επιτεύχθηκε νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό,
καθώς ο μέσος μικτός μισθός των εργαζομένων πλήρους
απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 1.516 ευρώ
το 2025.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη βελτίωση της
αγοράς εργασίας τα τελευταία χρόνια, με την αύξηση της
απασχόλησης, την αποκλιμάκωση της ανεργίας και τις
διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού να στηρίζουν την
άνοδο των αποδοχών.
Ο μέσος μισθός δεν αποτυπώνει την πραγματική
εικόνα
Παρά τη θετική εξέλιξη, η ανάλυση της
κατανομής των μισθών δείχνει ότι η πραγματικότητα για τη
μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων παραμένει διαφορετική. Ο
μέσος μισθός αποτελεί στατιστικό μέγεθος, το οποίο
επηρεάζεται σημαντικά από τις υψηλότερες αμοιβές και δεν
αντανακλά απαραίτητα το εισόδημα του «μέσου» εργαζόμενου.
Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι το
52,57% των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθεί να
λαμβάνει έως 1.200 ευρώ μικτά μηνιαίως. Με άλλα λόγια,
περισσότεροι από ένας στους δύο εργαζόμενους εξακολουθούν να
βρίσκονται αισθητά κάτω από το επίπεδο των 1.500 ευρώ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγαλύτερη
μισθολογική κατηγορία παραμένει εκείνη των 1.001-1.200 ευρώ
μικτών, στην οποία ανήκει το 24,29% των εργαζομένων.
Αντίθετα, μόλις το 16,02% αμείβεται με μισθούς μεταξύ 1.201
και 1.500 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αποδοχές των
1.500 ευρώ δεν αποτελούν ακόμη τον κυρίαρχο μισθολογικό
κανόνα στην ελληνική αγορά εργασίας.
Περιορισμένο ποσοστό με αποδοχές άνω των
2.000 ευρώ
Οι υψηλότερες αμοιβές εξακολουθούν να
αφορούν σχετικά μικρό τμήμα του εργατικού δυναμικού.
Συγκεκριμένα:
Εύρος μικτού μισθού
|
Ποσοστό εργαζομένων
|
Έως 1.200 ευρώ
|
52,57%
|
1.201 - 1.500 ευρώ
|
16,02%
|
2.001 - 2.500 ευρώ
|
5,16%
|
2.501 - 3.000 ευρώ
|
2,58%
|
Άνω των 3.000 ευρώ
|
4,55%
|
Συνολικά, περίπου το 12,3% των εργαζομένων
αμείβεται με περισσότερα από 2.000 ευρώ μικτά τον μήνα.
Η αγορά εργασίας βελτιώνεται, αλλά οι
προκλήσεις παραμένουν
Παρά τις ανισορροπίες στην κατανομή των
αποδοχών, η συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας εμφανίζεται
σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ο μέσος
μισθός πλήρους απασχόλησης έχει αυξηθεί σημαντικά σε
σύγκριση με το 2019, η πλήρης απασχόληση ενισχύεται σταθερά,
ενώ η ανεργία κινείται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων
σχεδόν δύο δεκαετιών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο στόχος των
1.500 ευρώ έχει επιτευχθεί σε επίπεδο μέσου μισθού, όχι όμως
και ως πραγματικότητα για την πλειονότητα των εργαζομένων. Η
επόμενη πρόκληση για την ελληνική αγορά εργασίας δεν είναι
μόνο η περαιτέρω αύξηση του μέσου μισθού, αλλά κυρίως η
διεύρυνση της μισθολογικής ανόδου σε μεγαλύτερο μέρος των
εργαζομένων, ώστε οι υψηλότερες αποδοχές να αποτελέσουν τον
κανόνα και όχι την εξαίρεση.
|
|
|
|
|
|
|

Κατώτατος μισθός και συλλογικές συμβάσεις: Η Ελλάδα
βελτιώνεται, αλλά παραμένει ουραγός στην Ευρώπη
Η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στην αύξηση του κατώτατου
μισθού τα τελευταία χρόνια, όμως εξακολουθεί να παρουσιάζει
μία από τις χαμηλότερες καλύψεις εργαζομένων από Συλλογικές
Συμβάσεις Εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που
αποτελεί βασική αδυναμία της αγοράς εργασίας.
Η πρώτη έκθεση αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την
εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με τους Επαρκείς Κατώτατους
Μισθούς αναδεικνύει τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την
Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό στόχο για κάλυψη τουλάχιστον του
80% των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Η χώρα μας, μετά την ενσωμάτωση της οδηγίας με τον Ν.
5163/2024, καλείται να υλοποιήσει ειδικό σχέδιο δράσης για
την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, καθώς το σημερινό
ποσοστό κάλυψης παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό.
Κατώτατος μισθός: Βελτίωση αλλά με χαμηλή ταχύτητα
Σύμφωνα με την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των εννέα
κρατών μελών όπου ο κατώτατος μισθός κυμαινόταν το 2023
μεταξύ 700 και 940 ευρώ, μαζί με χώρες όπως η Πορτογαλία, η
Κροατία, η Πολωνία και η Σλοβακία.
Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή αφού αφαιρεθεί η επίδραση του
πληθωρισμού, η αύξηση του ελληνικού κατώτατου μισθού την
περίοδο 2021-2023 διαμορφώθηκε στο 3,1%.
Η επίδοση αυτή
ήταν θετική, αλλά χαμηλότερη από άλλες χώρες με αντίστοιχη
αφετηρία, όπως η Ουγγαρία (4,3%) και η Κροατία (3,5%).
Παράλληλα, η
Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου ο κατώτατος μισθός
έφτασε περίπου στο 60% του διάμεσου μισθού, μαζί με τη
Γαλλία, τη Γερμανία, την Πορτογαλία, την Πολωνία και τη
Σλοβενία.
Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συνολικά
οι μισθοί έχουν αυξηθεί σημαντικά. Αντίθετα, αντανακλά σε
μεγάλο βαθμό τη συμπίεση των μισθολογικών κλιμακίων προς τα
χαμηλότερα επίπεδα, καθώς περισσότεροι εργαζόμενοι
βρίσκονται κοντά στον κατώτατο μισθό.
Το μεγάλο ελληνικό πρόβλημα: Οι Συλλογικές Συμβάσεις
Η μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας
παραμένει η εξαιρετικά χαμηλή κάλυψη μέσω συλλογικών
συμβάσεων.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μόλις το 13,1% των
εργαζομένων στην Ελλάδα καλύπτεται από Συλλογικές Συμβάσεις
Εργασίας.
Η εικόνα αυτή απέχει δραματικά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες:
Χώρα
|
Κάλυψη από Συλλογικές Συμβάσεις
|
Αυστρία
|
94,9%
|
Ισπανία
|
91,8%
|
Φινλανδία
|
88,8%
|
Σουηδία
|
88%
|
Πορτογαλία
|
83,3%
|
Δανία
|
81%
|
Γερμανία
|
49,5%
|
Ελλάδα
|
13,1%
|
Η διαφορά δεν αποτελεί απλώς στατιστικό μέγεθος. Αντανακλά
δύο διαφορετικά μοντέλα αγοράς εργασίας.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, οι εργαζόμενοι
προστατεύονται μέσω κλαδικών ή εθνικών συμβάσεων που
καθορίζουν όχι μόνο μισθούς αλλά και επιδόματα, ωράρια,
συνθήκες εργασίας και δικαιώματα.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η πλειοψηφία των εργαζομένων
βρίσκεται εκτός συλλογικής προστασίας και εξαρτάται κυρίως
από τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό ή από ατομικές
διαπραγματεύσεις.
Το μισθολογικό χάσμα με την Ευρώπη
Η χαμηλή συλλογική κάλυψη συνδέεται και με τη μεγάλη
απόσταση των ελληνικών μισθών από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Τα τελευταία συγκρίσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο διάμεσος
ετήσιος ακαθάριστος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα
ανέρχεται περίπου σε 17.954 ευρώ, έναντι περίπου 39.800 ευρώ
στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με άλλα λόγια, ο Έλληνας εργαζόμενος λαμβάνει λιγότερο από
το μισό εισόδημα του αντίστοιχου Ευρωπαίου εργαζομένου.
Οι χώρες με ισχυρά συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων
εμφανίζουν συνήθως υψηλότερους μισθούς, καθώς οι εργαζόμενοι
έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και μεγαλύτερη
συμμετοχή στη διανομή της οικονομικής ανάπτυξης.
Η επόμενη πρόκληση για την Ελλάδα
Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας δεν περιορίζεται στην
αύξηση του κατώτατου μισθού. Το βασικό ζητούμενο είναι η
ενίσχυση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μεταξύ άλλων:
διευκόλυνση της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων,
βελτίωση του πλαισίου της μετενέργειας,
ενίσχυση των μηχανισμών επίλυσης εργατικών διαφορών,
αποτελεσματικότερους ελέγχους από την Επιθεώρηση Εργασίας,
δημιουργία ολοκληρωμένου ψηφιακού μητρώου συλλογικών
συμβάσεων.
Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα στην αύξηση των κατώτατων
αποδοχών, όμως η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη απαιτεί
κάτι περισσότερο: ένα ισχυρότερο σύστημα συλλογικών
διαπραγματεύσεων.
Όσο η χώρα
παραμένει στο 13,1% κάλυψης, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος είναι
το 80%, η βελτίωση των μισθών θα συνεχίσει να εξαρτάται
περισσότερο από κρατικές παρεμβάσεις παρά από έναν ισχυρό
μηχανισμό διαμόρφωσης αμοιβών μέσα στην ίδια την αγορά
εργασίας.
|
|
|
|
|
|