| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 10/09/26

                         

 

Στέγαση: Ο μέσος μισθός δεν αγοράζει πλέον ένα μέσο σπίτι – Το 72% των Ευρωπαίων αποκλείεται από την αγορά

 

Η ιδέα ότι μια σταθερή εργασία και ένας μέσος μισθός αρκούν για την απόκτηση ενός αξιοπρεπούς οικογενειακού σπιτιού φαίνεται να χάνει έδαφος στην Ευρώπη.

 

Για περισσότερο από μία δεκαετία, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Το αποτέλεσμα είναι ένα ολοένα μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στο κόστος αγοράς ενός σπιτιού και στην πραγματική οικονομική δυνατότητα των εργαζομένων.

 

Μια νέα μελέτη των Franziska Sielker και Selim Banabak από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης, η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Maps, αποτυπώνει με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο το μέγεθος του προβλήματος.

 

Οι ερευνητές ανέλυσαν περισσότερες από 22 εκατομμύρια αγγελίες ακινήτων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες και κατέληξαν σε ένα εντυπωσιακό συμπέρασμα: περίπου 72% του ευρωπαϊκού πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν επαρκεί για την αγορά κατοικίας μεγαλύτερης των 75 τετραγωνικών μέτρων, ακόμη και με στεγαστικό δάνειο διάρκειας 30 ετών.

 

Το «μέσο σπίτι» γίνεται απρόσιτο

 

Το όριο των 75 τετραγωνικών μέτρων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προσεγγίζει το μέγεθος μιας τυπικής οικογενειακής κατοικίας δύο υπνοδωματίων.

 

Το γεγονός ότι σχεδόν τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους δεν μπορούν να αγοράσουν ένα σπίτι αυτού του μεγέθους με βάση τον μέσο μισθό της περιοχής τους δείχνει ότι η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα.

 

Αγγίζει πλέον και ένα σημαντικό τμήμα της μεσαίας τάξης.

 

Η αγορά κατοικίας, που για πολλές προηγούμενες γενιές αποτελούσε φυσική συνέχεια της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, μετατρέπεται σε στόχο που απαιτεί είτε πολύ υψηλότερο εισόδημα είτε σημαντική οικογενειακή οικονομική στήριξη είτε πρόσβαση σε ήδη αποκτημένο ακίνητο.

 

Οι μεγάλες πόλεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου 60% του αστικού πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν επαρκεί ούτε για την αγορά κατοικίας 50 τετραγωνικών μέτρων με ένα τυπικό στεγαστικό δάνειο.

 

Πρόκειται ουσιαστικά για το μέγεθος μιας μικρής γκαρσονιέρας ή ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περίπου 44% του συνολικού πληθυσμού βρίσκεται σε περιοχές όπου ισχύει αυτή η ακραία μορφή στεγαστικής πίεσης.

 

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις πόλεις όπου συγκεντρώνονται οι καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, καθώς η υψηλή ζήτηση για κατοικίες συναντά περιορισμένη προσφορά και πολύ υψηλές τιμές γης.

 

                        

 

Τουρισμός και εξοχικές κατοικίες πιέζουν τις τιμές

 

Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται και πολλές παράκτιες περιοχές της Ευρώπης.

 

Η άνοδος του τουρισμού, η εξάπλωση των εξοχικών κατοικιών και η αυξημένη ζήτηση από ξένους αγοραστές έχουν οδηγήσει τις τιμές σε επίπεδα που συχνά απομακρύνονται σημαντικά από τις δυνατότητες των τοπικών εισοδημάτων.

 

Στην κατηγορία αυτή βρίσκονται μεταξύ άλλων περιοχές της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας, της Ελλάδας και της Κροατίας.

 

Το φαινόμενο δημιουργεί ένα ιδιαίτερο παράδοξο: περιοχές που γίνονται ολοένα πιο ελκυστικές για επενδυτές και επισκέπτες γίνονται ταυτόχρονα ολοένα λιγότερο προσιτές για τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε αυτές.

 

Και τα ενοίκια έχουν ξεφύγει από τα εισοδήματα

 

Η στεγαστική πίεση δεν περιορίζεται στην αγορά.

 

Η ίδια μελέτη εξέτασε και την αγορά ενοικίων, χρησιμοποιώντας αντίστοιχη μεθοδολογία, και διαπίστωσε ότι περίπου 4 στους 10 Ευρωπαίους ζουν σε περιοχές όπου η ενοικίαση ενός διαμερίσματος 50 τετραγωνικών μέτρων απαιτεί περισσότερο από το ένα τρίτο του εισοδήματος του νοικοκυριού.

 

Το ποσοστό αυτό θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό, καθώς όταν η στέγαση απορροφά πάνω από το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος, περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύψουν τις υπόλοιπες ανάγκες τους ή να αποταμιεύσουν.

 

Σε αρκετές βόρειες και κεντρικές ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αυστρία, η ενοικίαση μιας μεγαλύτερης κατοικίας παραμένει κατά κανόνα πιο προσιτή σε σχέση με την αγορά της.

 

Στον ευρωπαϊκό Νότο, όμως, η εικόνα σε αρκετές περιπτώσεις αντιστρέφεται.

 

Στην Πορτογαλία και την Ιταλία, για παράδειγμα, η μεγάλη άνοδος των ενοικίων έχει οδηγήσει σε μια ιδιαίτερη κατάσταση: με δεδομένο το ίδιο εισόδημα, ένα νοικοκυριό μπορεί να είναι σε θέση να αγοράσει κατοικία μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να νοικιάσει.

 

Μόλις 5% ζει στις πραγματικά προσιτές περιοχές

 

Στην άλλη πλευρά της αγοράς βρίσκεται ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού.

 

Μόλις περίπου 5% των Ευρωπαίων ζει στις περιοχές που χαρακτηρίζονται ως οι πλέον προσιτές. Εκεί, οι τιμές των κατοικιών επιτρέπουν στα νοικοκυριά να επιλέξουν μεγαλύτερα σπίτια χωρίς το κόστος του στεγαστικού να ξεπερνά το κρίσιμο όριο του ενός τρίτου του εισοδήματος.

 

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές της αγοράς δείχνει πόσο άνιση έχει γίνει πλέον η πρόσβαση στη στέγαση.

 

Μια αλλαγή με κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες

 

                              

 

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων.

 

Η αδυναμία των νέων και των οικογενειών να αποκτήσουν κατοικία επηρεάζει την αποταμίευση, την κατανάλωση, την κινητικότητα των εργαζομένων και τελικά τις ίδιες τις δημογραφικές αποφάσεις των νοικοκυριών.

 

Όταν ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στην κατοικία, μειώνονται οι δυνατότητες για άλλες δαπάνες. Παράλληλα, η καθυστέρηση αγοράς πρώτης κατοικίας μπορεί να μεταθέσει σημαντικές αποφάσεις ζωής, από τη δημιουργία οικογένειας μέχρι την απόκτηση παιδιών.

 

Η στεγαστική κρίση, επομένως, δεν είναι απλώς ζήτημα του αν κάποιος μπορεί να αγοράσει ένα σπίτι 75 ή 50 τετραγωνικών μέτρων.

 

Αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στην ευρωπαϊκή οικονομία: η άνοδος της αξίας των ακινήτων έχει αποσυνδεθεί σε πολλές περιοχές από την άνοδο των εισοδημάτων.

 

Και όσο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, τόσο περισσότερο η ιδιοκτησία κατοικίας μετατρέπεται από αποτέλεσμα μιας σταθερής εργασίας σε προνόμιο όσων διαθέτουν ήδη κεφάλαιο, οικογενειακή περιουσία ή πολύ υψηλότερο εισόδημα.

                                             

                                            

 

                                     

 

Gen Z: Η πιο μορφωμένη γενιά στην ιστορία, αλλά γιατί δυσκολεύεται να ζήσει;

 

Η Gen Z είναι πιθανότατα η πιο μορφωμένη γενιά που έχει περάσει μέχρι σήμερα από την αγορά εργασίας. Έχει περισσότερα πτυχία, μεταπτυχιακούς τίτλους, πιστοποιήσεις, γλωσσικές γνώσεις και ψηφιακές δεξιότητες από σχεδόν κάθε προηγούμενη γενιά.

 

Κι όμως, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή εκπαιδευτική επίδοση κρύβεται μια μεγάλη αντίφαση: οι νέοι είναι περισσότερο καταρτισμένοι από ποτέ, αλλά αισθάνονται λιγότερο ασφαλείς για το μέλλον τους.

 

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το ποσοστό των νέων 25-34 ετών με τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει φτάσει περίπου στο 48% κατά μέσο όρο στις χώρες του οργανισμού, από μόλις 27% το 2000. Παράλληλα, οι γυναίκες έχουν πλέον σαφές προβάδισμα, καθώς το 55% των γυναικών αυτής της ηλικίας διαθέτει τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι 42% των ανδρών.

 

Η εκπαίδευση, επομένως, έχει γίνει σχεδόν αυτονόητο μέρος της διαδρομής προς την επαγγελματική ζωή. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά εργασίας και η οικονομία δεν ακολούθησαν την ίδια πορεία.

 

Όλα τα εφόδια, λιγότερη ασφάλεια

 

Η Gen Z μεγάλωσε με ένα σχετικά απλό μήνυμα: σπούδασε, απέκτησε προσόντα, βρες μια καλή δουλειά και σταδιακά θα εξασφαλίσεις ένα καλύτερο επίπεδο ζωής.

 

Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη.

 

Η απόκτηση ενός πτυχίου δεν εγγυάται πλέον ούτε μια σταθερή καριέρα ούτε την οικονομική ανεξαρτησία. Οι νέοι εισέρχονται σε μια αγορά εργασίας όπου η τεχνολογία αλλάζει διαρκώς τις απαιτούμενες δεξιότητες, η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει επαγγέλματα και η στέγαση έχει γίνει δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με τα εισοδήματα.

 

Και αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή ανασφάλειας: δεν αρκεί να είσαι καλά εκπαιδευμένος. Πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι παραμένεις χρήσιμος στην αγορά.

 

Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δεν σημαίνει αυτόματα αντίστοιχη άνοδο των δεξιοτήτων. Σε αρκετές χώρες, οι επιδόσεις ενηλίκων σε βασικές δεξιότητες, όπως ο γραμματισμός και τα μαθηματικά, έχουν παραμείνει στάσιμες ή έχουν υποχωρήσει.

 

Ο πληθωρισμός των πτυχίων

 

Η μεγάλη διάδοση της ανώτατης εκπαίδευσης έχει δημιουργήσει και ένα δεύτερο πρόβλημα.

 

Όταν ένα πτυχίο ήταν σπάνιο, μπορούσε να λειτουργήσει ως ισχυρό διαβατήριο προς την αγορά εργασίας. Όταν όμως σχεδόν οι μισοί νέοι διαθέτουν πλέον τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η κατοχή ενός πτυχίου από μόνη της δεν αποτελεί πλέον ιδιαίτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

    

                                  

 

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

 

Για να ξεχωρίσει κάποιος, χρειάζεται μεταπτυχιακό. Μετά χρειάζεται επιπλέον πιστοποιήσεις. Ύστερα εμπειρία. Και στη συνέχεια ακόμη περισσότερη εξειδίκευση.

 

Το αποτέλεσμα είναι μια γενιά που επενδύει όλο και περισσότερα χρόνια στην εκπαίδευση, χωρίς να έχει την αντίστοιχη βεβαιότητα ότι η επένδυση αυτή θα μεταφραστεί σε οικονομική ασφάλεια.

 

Και υπάρχει μια ακόμη αντίφαση: ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικά υψηλότερες απολαβές και καλύτερες προοπτικές απασχόλησης. Κατά μέσο όρο, οι εργαζόμενοι με τριτοβάθμια εκπαίδευση κερδίζουν 54% περισσότερα από όσους έχουν μόνο ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

 

Άρα το πτυχίο εξακολουθεί να αξίζει.

 

Απλώς δεν αρκεί πλέον από μόνο του.

 

Η παγίδα της διαρκούς απόδοσης

 

Κάπου εδώ εμφανίζεται ένα άλλο χαρακτηριστικό της Gen Z: η ανάγκη για συνεχή απόδοση.

 

Να δουλεύεις περισσότερο. Να απαντάς γρήγορα. Να είσαι πάντα διαθέσιμος. Να μαθαίνεις συνεχώς. Να αποκτάς νέες δεξιότητες. Να παρακολουθείς τις εξελίξεις. Να μη μείνεις πίσω.

 

Η λογική αυτή δημιουργεί έναν εργαζόμενο που δεν αισθάνεται ποτέ ότι έχει «τελειώσει» την προσπάθεια.

 

Και όταν η επαγγελματική επιτυχία συνδέεται αποκλειστικά με την παραγωγικότητα, η ξεκούραση αρχίζει να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αποτυχία.

 

Το να φύγεις στην ώρα σου μπορεί να θεωρείται έλλειψη φιλοδοξίας. Το να μην απαντήσεις σε ένα μήνυμα το βράδυ μπορεί ν δημιουργεί ενοχές. Οι διακοπές μετατρέπονται σε διάλειμμα από την παραγωγή αντί για φυσιολογικό μέρος της ζωής.

 

Έτσι δημιουργείται ένας εργαζόμενος που είναι συνεχώς απασχολημένος αλλά όχι απαραίτητα περισσότερο παραγωγικός.

 

Το τέλος της παλιάς συνταγής

 

Για τις προηγούμενες γενιές, η συνταγή ήταν σχετικά ξεκάθαρη:

 

Σπουδές → καλή δουλειά → σπίτι → οικογένεια → οικονομική ασφάλεια.

 

Για ένα σημαντικό μέρος της Gen Z, αυτή η αλυσίδα έχει σπάσει.

 

Οι σπουδές έγιναν περισσότερες, αλλά η πρόσβαση στην κατοικία δυσκολότερη. Οι θέσεις εργασίας μπορεί να είναι περισσότερες, αλλά η εργασιακή ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Τα εισοδήματα μπορεί να αυξάνονται ονομαστικά, αλλά το κόστος ζωής απορροφά μεγάλο μέρος της αύξησης.

 

Γι' αυτό και η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί.

 

Δεν πρόκειται απλώς για μια γενιά που «δεν θέλει να μεγαλώσει» ή που προτιμά να ζει περισσότερο με τους γονείς της. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για μια γενιά που δεν μπορεί να ακολουθήσει το παλιό μοντέλο ζωής με τους ίδιους οικονομικούς όρους.

 

Η επιτυχία χρειάζεται νέο ορισμό

 

Ίσως, επομένως, το μεγαλύτερο λάθος είναι να συνεχίσουμε να μετράμε την επιτυχία με τους όρους μιας άλλης εποχής.

 

Ένας υψηλός μισθός δεν σημαίνει πολλά εάν συνοδεύεται από εξουθενωτικά ωράρια. Μια εντυπωσιακή επαγγελματική θέση δεν είναι απαραίτητα επιτυχία εάν δεν αφήνει χρόνο για προσωπική ζωή. Και ένα ακόμη πτυχίο δεν έχει την ίδια αξία εάν αποκτάται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει ο φόβος ότι χωρίς αυτό κάποιος θα μείνει πίσω.

 

Η νέα έννοια της επιτυχίας μπορεί να περιλαμβάνει και άλλα μεγέθη:

 

οικονομική ανεξαρτησία,

ελεύθερο χρόνο,

ψυχική ανθεκτικότητα,

ποιότητα σχέσεων,

δυνατότητα αποσύνδεσης από την εργασία,

προσωπικό σκοπό.

 

Αυτό δεν σημαίνει λιγότερη φιλοδοξία.

 

Σημαίνει διαφορετική φιλοδοξία.

 

Από την επιβίωση στην πραγματική ζωή

 

Η Gen Z έχει κάτι που καμία προηγούμενη γενιά δεν είχε σε τέτοια έκταση: πρόσβαση σε τεράστιο όγκο γνώσης, τεχνολογία, ψηφιακές δεξιότητες και δυνατότητα συνεχούς μάθησης.

 

Το ζητούμενο πλέον είναι να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε κάτι περισσότερο από ένα ακόμη βιογραφικό.

 

Γιατί το πραγματικό παράδοξο της Gen Z είναι ακριβώς αυτό:

 

Έχει περισσότερα προσόντα από ποτέ, αλλά δεν θέλει να περάσει όλη της τη ζωή αποδεικνύοντας ότι αξίζει.

 

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι μόνο να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίας. Θα είναι να δημιουργηθεί ένα οικονομικό και εργασιακό περιβάλλον στο οποίο η εκπαίδευση, η παραγωγικότητα και η τεχνολογία θα μεταφράζονται και σε καλύτερη ποιότητα ζωής.

 

Γιατί τελικά η επιτυχία δεν μπορεί να είναι μόνο το πόσο καλά δουλεύεις.

 

Πρέπει να είναι και το πόσο καλά μπορείς να ζήσεις.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum