| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros | Start Trading |

 
 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 10/12/25

 

                             

Μελέτη: Η συμβολή των αλλοδαπών στην εξέλιξη του πληθυσμού στη χώρα

 

Τα φυσικά ισοζυγία (γεννήσεις – θάνατοι) στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 είναι σταθερά αρνητικά (-4,3 χιλ. το 2011, -58,5 χιλ. το 2024) καθώς οι θάνατοι είναι όλο και περισσότεροι από τις γεννήσεις συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του συνολικού πληθυσμού της χώρας μας (-715 χιλ. βάσει των εκτιμήσεων της ΕΛΣΤΑΤ ανάμεσα στην 1/1/2011 και την 1/1/2025). Από την δεκαετία δε του ’90 μέχρι και σήμερα, έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί αποκτώντας και απογόνους. Έτσι ακόμη και αν ένα τμήμα τους εγκατέλειψε την Ελλάδα μετά το 2010, οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα το 2024 αποτελούν ακόμη το 7,1% του συνολικού πληθυσμού μας συμβάλλοντας, εκτός των άλλων,  και στα φυσικά μας ισοζύγια. Αυτά μεταξύ άλλων, τονίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας (αφ) στο Παν. Θεσσαλίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών στο πρόσφατο  ψηφιακό δελτίο του ΙΔΕΜ  (Focus 9/2025)  με θέμα: «Γεννήσεις, θάνατοι και φυσικά ισοζύγια στην Ελλάδα (2004-2024): η συμβολή των αλλοδαπών;».

 

Οι πληθυσμιακές πυραμίδες των Ελλήνων και των αλλοδαπών, αναφέρει ο κ. Κοτζαμάνης, διαφέρουν ακόμη και σήμερα σημαντικά, καθώς οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα παραμένουν σαφώς νεότεροι  με τις αλλοδαπές σε αναπαραγωγική ηλικία να αποτελούν σήμερα το 11% περίπου του συνόλου των γυναικών 20-44 ετών. Οι αλλαγές δε της κατανομής των εισερχομένων μετά το 2014 ανά υπηκοότητα, σε συνδυασμό με την αλλαγή της νομοθεσίας για την απόκτηση ιθαγένειας και την μαζική φυγή από τη χώρα μας τμήματος των αλλοδαπών έχουν οδηγήσει όχι μόνον στην μείωση του πλήθους τους και του ποσοστού τους στον συνολικό πληθυσμό τα τελευταία χρόνια αλλά και στην αλλαγή της σύνθεσής τους. Οδήγησαν ειδικότερα στην αύξηση του ποσοστού των προερχομένων από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της Ασίας και της Αφρικής που αποτελούν το 15% των αλλοδαπών το 2024 έναντι του.

 

Με βάση τα προαναφερθέντα είναι επόμενο, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, οι αλλοδαποί να συνεισφέρουν και στα συνολικά φυσικά ισοζύγια της χώρας μας. Ποια όμως, η συνεισφορά αυτή; Από την ανάλυση των διαθέσιμων από την ΕΛΣΤΑΤ δεδομένων (γεννήσεις και θάνατοι ανά υπηκοότητα) για το 2004-2024 διαπιστώνεται ότι οι θάνατοι των αλλοδαπών αποτελούν μόλις το 1,8% των 2,43 εκατ. καταγραφέντων θανάτων της περιόδου αυτής ενώ οι γεννήσεις από αλλοδαπές μητέρες το 15,2% των 2,06 εκατ. γεννήσεων της ιδίας περιόδου. Η πολύ χαμηλή συνεισφορά των αλλοδαπών στους θανάτους δεν εκπλήσσει καθώς ενώ οι αλλοδαποί αποτελούν το 7 – 9% του συνολικού πληθυσμού την τελευταία εικοσαετία, το ειδικό βάρος των 65 ετών και άνω σε αυτούς είναι 3,5 φορές μικρότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων (6,7% έναντι του 24,6% το 2024). Δεν εκπλήσσει όμως και η υψηλή συνεισφορά τους στις γεννήσεις που οφείλεται σε δυο παράγοντες: α) στην νεότητα του πληθυσμού τους καθώς μεγάλο ποσοστό των αλλοδαπών γυναικών 20-44 ετών στο συνολικό πληθυσμό των μη εχόντων ελληνική υπηκοότητα γυναικών  ήταν και παραμένει σαφώς υψηλότερο από το ποσοστό των Ελληνίδων αναπαραγωγικής ηλικίας στον συνολικό γυναικείο πληθυσμό των Ελληνίδων (39,6% στις αλλοδαπές έναντι του 26,65% στις Ελληνίδες το 2024) και, β) στο ότι οι αλλοδαπές κάνουν κατά μέσο όρο λίγο περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες.

 

Η συμβολή των αλλοδαπών ήταν επομένως σημαντική, αναφέρει  ο κ. Κοτζαμάνης,  καθώς το φυσικό τους ισοζύγιο το 2004-24 είχε ένα σημαντικό πλεόνασμα γεννήσεων έναντι θανάτων  (+259 χιλ.) σε αντίθεση με αυτό των Ελλήνων που ήταν αρνητικό (724 χιλ. περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις). Το θετικό όμως αυτό Φ.Ι των αλλοδαπών δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει το αρνητικό Φ.Ι των Ελλήνων: απλώς  έδωσε ένα τελικό αρνητικό ισοζύγιο το 2004-2024 που εγγίζει τις 465 χιλ. αντί των 724 χιλ. που θα καταγραφόταν χωρίς αυτούς.

 

                               

….. εν απουσία αλλοδαπών

 

Επομένως, εν απουσία αλλοδαπών όχι μόνον η μείωση του πληθυσμού μας θα είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2011, επισημαίνει ο συντάκτης του άρθρου αλλά και η γήρανσή του θα ήταν ταχύτερη και τα Φυσικά Ισοζύγια  της χώρας μας θα ήταν αρνητικά πολύ νωρίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενώ οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας που κυμάνθηκαν από 1,5 (μέγιστο) έως 1,2 παιδιά/γυναίκα (ελάχιστο) το 2004-24 θα ήταν ακόμη χαμηλότεροι. Η συμβολή όμως, των αλλοδαπών στους ετήσιους αυτούς  δείκτες ήταν πολύ μικρότερη από αυτήν στις γεννήσεις. Αν και οι αλλοδαπές αποκτούν περισσότερα παιδιά κατά μέσο όρο με αποτέλεσμα οι ετήσιοι δείκτες τους να είναι υψηλότεροι από τους αντίστοιχους των Ελληνίδων (υψηλότεροι κατά +0,4 -ελάχιστο- έως +1,1 παιδιά/γυναίκα -μέγιστο-), αυτό πολύ λίγο επηρέασε τους συνολικούς ετήσιους δείκτες της εξεταζόμενης περιόδου. Οι δείκτες αυτοί εν απουσία αλλοδαπών θα ήταν χαμηλότεροι μόλις κατά 0,03 -ελάχιστο- έως 0,12 παιδιά/γυναίκα -μέγιστο- (το 2009 π.χ που οι αλλοδαπές είχαν και την μέγιστη συμβολή, εν απουσία τους ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας θα ήταν 1,38 αντί του 1,5 παιδιά/γυναίκα).

 

Πώς, όμως, είναι δυνατόν, ενώ οι αλλοδαπές αποκτούν περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες και οι γεννήσεις τους αποτελούν το 15% του συνόλου την εξεταζόμενη περίοδο η συμβολή τους στους συνολικούς συγχρονικούς (ετήσιους) δείκτες γονιμότητας να είναι τόσο μικρή; Η απάντηση είναι απλή: οι αλλοδαπές αποτελούν το 2004-24 μόλις το 9,5-12,5% του συνόλου των γυναικών 20-44 ετών και για τον λόγο αυτό οι δείκτες τους έχουν μικρό «βάρος». Για να επηρέαζαν σημαντικά του ετήσιους δείκτες γονιμότητας θα έπρεπε να «ζύγιζαν» πολύ περισσότερο (το ποσοστό τους δηλαδή στο συνολικό γυναικείο πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας της χώρας μας θα έπρεπε να ήταν πολύ υψηλότερο). Πρέπει, όμως, ταυτόχρονα να αναφερθεί ότι όλες οι αλλοδαπές δεν κάνουν περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες, καθώς όσες προέρχονται από τις ευρωπαϊκές χώρες κάνουν λίγο περισσότερα παιδιά, ενώ οι προερχόμενες από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της Ασίας και της Αφρικής έχουν σαφώς υψηλότερη γονιμότητα τόσο από τις Ελληνίδες όσο και από τις άλλες αλλοδαπές. Οι γυναίκες όμως, από τις χώρες αυτές αποτελούν λιγότερο από το 1/5 του συνολικού αριθμού των αλλοδαπών γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Έτσι, παρόλο που έχουν υψηλότερη γονιμότητα από τις άλλες αλλοδαπές -και προφανώς και από τις Ελληνίδες-, επηρεάζουν λίγο τους ετήσιους δείκτες γονιμότητας. Κατ’ επέκταση, για να αυξηθούν σημαντικά οι ετήσιοί  δείκτες στο μέλλον, θα πρέπει να αυξηθεί υπολογίσιμα όχι τόσο το πλήθος και το ποσοστό των αλλοδαπών γυναικών 20-44 ετών, αλλά, κυρίως, το πλήθος και το ποσοστό αυτών που προέρχονται από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη μας. Αλλά, ακόμη και αν αυτό συμβεί, η αύξηση των δεικτών θα είναι προσωρινή, καθώς οι αλλοδαπές και τα παιδιά τους μετά από κάποια χρόνια – αν παρέμεναν στην Ελλάδα- θα περιόριζαν τη γονιμότητά τους που θα συνέκλινε προοδευτικά με αυτή των «γηγενών» όπως έχει γίνει και σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες με μακρά μεταναστευτική παράδοση. Επομένως, οι αλλοδαπές δεν αποτελούν τη «λύση» για τη χαμηλή γονιμότητα της χώρας μας που υπολείπεται μετά το 1990 σημαντικά του απαιτούμενου ορίου αναπαραγωγής (των 2,07 παιδιά/ γυναίκα).

 

Σε δηλώσεις του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο ο κ. Κοτζαμάνης τονίζει ότι αν και η μετανάστευση δεν αποτελεί τη λύση για την χαμηλή γονιμότητα των γενεών που γεννηθήκαν μετά το 1980, παρόλα αυτά, ένα θετικό  και ισορροπημένο ανά φύλο  ισοζύγιο εισόδων – εξόδων αλλοδαπών τις επόμενες δεκαετίες θα επιβράδυνε όχι μόνον την αναμενόμενη μείωση των ατόμων εργάσιμης ηλικίας -και κατ’ επέκταση και των εργαζομένων-, αλλά και αυτή του πλήθους των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Θα προσέθετε έτσι χιλιάδες επιπλέον γεννήσεις ετησίως συνεισφέροντας θετικά -όπως και το 2004-2024- στο συνολικό φυσικό ισοζύγιο της χώρας μας περιορίζοντας την υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων.

 

           

 

Αθήνα – Τουρισμός

 

Παρά τις οικονομικές και γεωπολιτικές αναταράξεις, ο ευρωπαϊκός τουρισμός αναμένεται να καταγράψει ισχυρή ανάπτυξη το 2026, καθώς τα ταξίδια εξακολουθούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα στις καταναλωτικές δαπάνες.

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Cushman & Wakefield (C&W), η Ευρωπαϊκή Ταξιδιωτική Επιτροπή (ETC) εκτιμά ότι το ενδιαφέρον των Αμερικανών θα παραμείνει σταθερό παρά τις ανησυχίες για τους δασμούς, ενώ οι αφίξεις από Κίνα και Ινδία προβλέπεται να αυξηθούν κατά 23% και 9% αντίστοιχα σε σχέση με το 2025.

 

Παράλληλα, η Oxford Economics προβλέπει ότι οι διανυκτερεύσεις στα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία θα αυξηθούν κατά 5,6% το 2026, κυρίως χάρη στην ενισχυμένη ζήτηση από διεθνείς αγορές.

 

Ωστόσο, η αναμενόμενη άνοδος δεν θα κατανεμηθεί ισομερώς. Οι αγορές της Βαρσοβίας, της Αθήνας και της Στοκχόλμης εκτιμάται ότι θα εμφανίσουν τις υψηλότερες επιδόσεις, ενώ σε Εδιμβούργο, Δουβλίνο και Λισαβόνα η ζήτηση ενδέχεται να κινηθεί ηπιότερα έπειτα από ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο 2025.

 

Αυξημένη φορολογία

 

Η άνοδος της τουριστικής κίνησης στην Ευρώπη συνοδεύεται από αυστηρότερα φορολογικά μέτρα για τα τουριστικά καταλύματα. Η Cushman & Wakefield επισημαίνει ότι από τον Ιούλιο του 2026 το Εδιμβούργο θα εφαρμόσει φόρο διανυκτέρευσης 5%, ενώ στις Βρυξέλλες ο τουριστικός φόρος αυξάνεται κατά 25%, φθάνοντας τα 5 ευρώ ανά δωμάτιο τη διανυκτέρευση. Παράλληλα, στο Βέλγιο ο ΦΠΑ θα διπλασιαστεί από 6% σε 12%, ενώ στην Ολλανδία εξετάζεται ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του συντελεστή από 9% σε 21%.

 

Παρόμοιες παρεμβάσεις βρίσκονται υπό αξιολόγηση και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με τους προορισμούς υψηλής ζήτησης να αναμένεται να μετακυλίσουν μέρος του κόστους στους καταναλωτές.

 

Επιπλέον, οι πιο αυστηροί κανόνες για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις —όπως το σχέδιο της Βαρκελώνης που προβλέπει κατάργηση τουριστικών καταλυμάτων έως το 2029— αναμένεται να περιορίσουν νέες ξενοδοχειακές επενδύσεις αλλά παράλληλα να ενισχύσουν τις αποδόσεις των υφιστάμενων μονάδων.

 

Νέα ξενοδοχειακά έργα

 

Η έκθεση σημειώνει ότι τα περισσότερα νέα ξενοδοχειακά projects έχουν ορίζοντα υλοποίησης 2–3 ετών, αλλά παραμένουν περιορισμένης κλίμακας. Τα στοιχεία της CoStar (Οκτώβριος) δείχνουν ότι ενώ ο συνολικός όγκος νέων ξενοδοχείων στην Ευρώπη αυξάνεται, μόνο το 60% των προγραμματισμένων δωματίων παραμένει ενεργό στον σχεδιασμό, καθώς το αυξημένο κόστος κατασκευής και χρηματοδότησης προκαλεί καθυστερήσεις.

 

Σε 17 αγορές που εξετάζει η C&W, η νέα προσφορά εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με μετριοπαθείς ρυθμούς: 2% το 2025 και 3,1% το 2026. Τη μεγαλύτερη επέκταση αναμένεται να παρουσιάσουν η Λισαβόνα, η Βουδαπέστη, το Δουβλίνο και η Βαρσοβία, ενώ σε Παρίσι, Πράγα και Βαρκελώνη προβλέπονται μικρές μεταβολές.

 

Πίεση στην κερδοφορία

 

Το μικτό λειτουργικό κέρδος (GOP) ανά διαθέσιμο δωμάτιο στα full-service ξενοδοχεία καταγράφει επιβράδυνση, σύμφωνα με την HotStats: από 7,2% πέρυσι σε 1,5% στο εννεάμηνο του 2025.

 

Η αύξηση του λειτουργικού κόστους —κυρίως της μισθοδοσίας (+4,9%)— ξεπέρασε την άνοδο των εσόδων (+2,5%). Σε 8 από τις 18 βασικές ευρωπαϊκές αγορές, μεταξύ των οποίων το Μάντσεστερ και το Βερολίνο, τα κέρδη σημείωσαν πτώση. Αντίθετα, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι και Μιλάνο επέδειξαν ισχυρές επιδόσεις, με τις αποκλίσεις να αναμένεται να ενταθούν το 2026.

 

 

 

                           

Προς επενδύσεις 27 δισ. ευρώ το 2026

 

Οι ξενοδοχειακές επενδύσεις στην Ευρώπη παρουσιάζουν έντονη άνοδο, με αύξηση 17% στο εννεάμηνο του 2025. Η συνολική επενδυτική δραστηριότητα φέτος αναμένεται να υπερβεί τα 25 δισ. ευρώ (+15%) και να αγγίξει τα 27 δισ. ευρώ το 2026.

 

Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία ξεχώρισαν, ενώ οι επενδύσεις στη ζώνη DACH (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία) αυξήθηκαν πάνω από 70%. Σκανδιναβία και Κεντρική/Ανατολική Ευρώπη σημείωσαν επίσης εντυπωσιακή άνοδο, με τις επενδύσεις να υπερδιπλασιάζονται.

 

Κυρίαρχος προορισμός κεφαλαίων ήταν τα luxury ξενοδοχεία (+72% το Α’ εξάμηνο 2025), λόγω της ισχυρής απόδοσής τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσέλκυσαν επίσης τα οικονομικά και μεσαίας κατηγορίας καταλύματα (+50%), χάρη στο χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και την αυξημένη αποδοτικότητά τους.

 

Η C&W εκτιμά ότι η ανοδική δυναμική των επενδύσεων θα ενισχυθεί το 2026 από τη μείωση των επιτοκίων και τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κεφαλαίων. Ιταλία και Ιβηρική αναμένεται να καταγράψουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις αξιών, ακολουθούμενες από Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία και Γαλλία. Παράλληλα, οι επενδυτές στρέφονται όλο και περισσότερο προς τις βόρειες και ανατολικές αγορές για την αξιοποίηση ευκαιριών υψηλότερων αποδόσεων.

 

                                                

                                               

                                        

                                            

 

 

 

                      

Η ηλικία που το σώμα μας γερνά απότομα

 

Κλείνουμε διαφορετικά. Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι περίπου στην ηλικία των 75 ετών το ανθρώπινο σώμα χάνει ξαφνικά την ικανότητά του να αναρρώνει, σηματοδοτώντας ένα κρίσιμο tipping point στη διαδικασία της γήρανσης. Το εύρημα αυτό μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που προλαμβάνουμε και διαχειριζόμαστε την υγεία στην τρίτη ηλικία.

 

Οι ερευνητές εντόπισαν το tipping point μεταξύ 73 και 76 ετών, όπου η ανθεκτικότητα καταρρέει.

 

Μετά από αυτό το σημείο, τα προβλήματα υγείας συσσωρεύονται ταχύτερα, καθώς η ανάρρωση δεν μπορεί πλέον να ακολουθήσει τη φθορά του οργανισμού.

 

Η έγκαιρη μείωση των στρεσογόνων παραγόντων και η ενίσχυση της βασικής υγείας πριν από τα 75 μπορούν να καθυστερήσουν την εμφάνιση ευθραυστότητας.

 

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Dalhousie στον Καναδά περιγράφουν τη γήρανση ως ισορροπία ανάμεσα στη φθορά και την επιδιόρθωση. Όταν αυτή η ισορροπία καταρρέει, εισερχόμαστε στη φάση της ευθραυστότητας, κατά την οποία η ανάρρωση από τραυματισμούς ή ασθένειες γίνεται δυσκολότερη και ο κίνδυνος θνησιμότητας αυξάνεται απότομα.

 

Σύμφωνα με τον φυσικό Γκλεν Πρίτχαμ και τους συνεργάτες του, η φυσική δυναμική της γήρανσης δεν είναι ομαλή, αλλά περιλαμβάνει ένα κρίσιμο tipping point κοντά στα 75, όπου η αντοχή και η ανθεκτικότητα φθίνουν δραματικά.

 

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από το University of Michigan Health and Retirement Study και το English Longitudinal Study of Ageing, που παρακολουθούν χιλιάδες ανθρώπους επί σειρά ετών. Συνολικά, αναλύθηκαν στοιχεία από 12.920 άτομα με διάμεση ηλικία τα 67 έτη και 65.261 επισκέψεις σε ιατρικές δομές.

 

Η ομάδα χρησιμοποίησε τον Δείκτη Ευθραυστότητας (Frailty Index) για να ποσοτικοποιήσει την υγεία των συμμετεχόντων, λαμβάνοντας υπόψη χρόνιες παθήσεις, δυσκολίες στις καθημερινές δραστηριότητες και καρδιαγγειακά προβλήματα. Στη συνέχεια, δημιούργησαν ένα μαθηματικό μοντέλο που συνέκρινε τον χρόνο ανάρρωσης με τα αρνητικά συμβάντα υγείας.

 

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο τα προβλήματα υγείας όσο και ο χρόνος ανάρρωσης αυξάνονταν με την ηλικία, μέχρι το σημείο όπου η ανάρρωση δεν μπορούσε πλέον να συμβαδίσει με τη φθορά. Το κρίσιμο tipping point εντοπίστηκε μεταξύ 73 και 76 ετών, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

 

«Μετά από αυτό το σημείο, η συνεχής απώλεια αντοχής οδηγεί σε απότομη αύξηση του Δείκτη Ευθραυστότητας και αντίστοιχη αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας», εξηγούν οι ερευνητές. Προσθέτουν ότι η έγκαιρη μείωση στρεσογόνων παραγόντων και η ενίσχυση της βασικής υγείας πριν τα 75 μπορούν να μετριάσουν τις συνέπειες.

 

Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι στρατηγικές που ενισχύουν την υγεία πριν από το tipping point είναι πιο αποτελεσματικές από αυτές που προσπαθούν απλώς να παρατείνουν τη φάση της παρακμής. Τέλος, η μελέτη υπογραμμίζει πώς τα μαθηματικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη βιολογία για την πρόβλεψη της μακροπρόθεσμης πορείας της ανθρώπινης υγείας, ανοίγοντας δρόμους για πιο μακροχρόνια, υγιή και ποιοτική ζωή.

 

Η μελέτη έχει δημοσιευθεί στο arXiv.

 

 

 

 

 

Παλαιότερα Σχόλια

   

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2025 Greek Finance Forum