| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 11/08/26

                               

 

Οι Έλληνες αυξάνουν τα εισοδήματά τους αλλά συνεχίζουν να «τρώνε» τον πλούτο τους – Αρνητική αποταμίευση παρά την ανάκαμψη

 

Παρά τη σημαντική βελτίωση των εισοδημάτων τα τελευταία δύο χρόνια, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να εμφανίζουν αρνητική αποταμίευση, καθώς η κατανάλωση παραμένει υψηλότερη από το διαθέσιμο εισόδημά τους.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank στο τελευταίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών βρίσκεται σε σταθερή ανοδική πορεία, ωστόσο η βελτίωση αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ενίσχυση της αποταμιευτικής συμπεριφοράς.

Αύξηση εισοδημάτων πάνω από τον πληθωρισμό

Το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 5% κατά τη διετία 2024-2025, υπερβαίνοντας τον μέσο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 3%.

Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά την περίοδο 2022-2023, όταν η έντονη πληθωριστική κρίση περιόρισε σημαντικά την αγοραστική δύναμη.

 

Ωστόσο, παρά την αύξηση των εισοδημάτων, η εικόνα της αποταμίευσης παραμένει προβληματική.

 

Αρνητική αποταμίευση περίπου 3% του εισοδήματος

Το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει αρνητικό, περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος.

Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες κατανάλωσης υπερβαίνουν τα εισοδήματα που δημιουργούνται κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα ένα μέρος της κατανάλωσης να χρηματοδοτείται από άλλες πηγές.

 

Σύμφωνα με την Alpha Bank, οι βασικοί μηχανισμοί κάλυψης της διαφοράς είναι:

 

η αξιοποίηση αποταμιεύσεων που είχαν συσσωρευτεί κατά την περίοδο της πανδημίας,

 

η αύξηση του τραπεζικού δανεισμού,

 

η ενίσχυση της αίσθησης οικονομικής ασφάλειας λόγω της ανόδου της αξίας των περιουσιακών στοιχείων.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάκαμψη της καταναλωτικής πίστης, καθώς τα καταναλωτικά δάνεια στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα αυξάνονται με έντονο ρυθμό. Με βάση τα στοιχεία του Ιουνίου, η ετήσια αύξηση των καταναλωτικών δανείων διαμορφώθηκε στο 6,9%.

Οι μισθοί οδηγούν την άνοδο των εισοδημάτων

 

Η βελτίωση των εισοδημάτων στηρίζεται κυρίως στην ενίσχυση της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Κατά τη διετία 2024-2025, η μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος προήλθε από:

τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, λόγω της αύξησης της απασχόλησης και των μισθών,

το εισόδημα αυτοαπασχολούμενων και ατομικών επιχειρήσεων.

Η τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις αμοιβές εργασίας να αυξάνονται κατά 4,3% και το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων κατά 6%.

Θετική ήταν επίσης η συμβολή του εισοδήματος από περιουσία, αν και σε μικρότερο βαθμό, ενώ η συνολική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος περιορίστηκε από την αρνητική επίδραση των άμεσων φόρων.

 

                                    

 

Ο πλούτος των νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ

Παρά τη χαμηλή αποταμίευση, η συνολική περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών έχει ενισχυθεί σημαντικά.

 

Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών αυξάνεται σταθερά από τα μέσα του 2022, ενώ η άνοδος επιταχύνθηκε την τελευταία διετία.

 

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ακαθάριστος πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025.

 

Κατά τη διετία 2024-2025 σημείωσε σωρευτική αύξηση 19%, δηλαδή περίπου 161 δισ. ευρώ.

 

Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως:

 

στην ανατίμηση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων, ιδιαίτερα ακινήτων,

 

στη δημιουργία νέου πλούτου μέσω επενδύσεων και οικονομικής δραστηριότητας.

 

Η αντίφαση της ελληνικής οικονομίας

 

Η εικόνα που καταγράφει η Alpha Bank αποτυπώνει μια σημαντική αντίφαση της ελληνικής οικονομίας.

 

Από τη μία πλευρά, τα νοικοκυριά έχουν επωφεληθεί από:

 

την αύξηση της απασχόλησης,

τη βελτίωση των μισθών,

την άνοδο των τιμών των ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων.

 

Από την άλλη πλευρά, η αποταμιευτική συμπεριφορά παραμένει αδύναμη, καθώς η κατανάλωση συνεχίζει να υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα.

 

Το μεγάλο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια είναι εάν η αύξηση του πλούτου και των εισοδημάτων θα οδηγήσει τελικά σε μια πιο ισορροπημένη σχέση μεταξύ κατανάλωσης, επενδύσεων και αποταμίευσης ή εάν τα ελληνικά νοικοκυριά θα συνεχίσουν να στηρίζουν την κατανάλωσή τους στην αξιοποίηση περιουσίας και στον δανεισμό.

 

                                     

 

Έρευνα και καινοτομία: Η Ελλάδα παράγει επιστήμονες αλλά δεν τους αξιοποιεί – Τελευταία στον ΟΟΣΑ στους μισθούς ερευνητών

 

Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό, με υψηλή συμμετοχή αποφοίτων σε κλάδους STEM (Επιστήμη, Τεχνολογία, Μηχανική και Μαθηματικά), ωστόσο εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στην αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου ReICO (Research and Innovation Careers Observatory), μιας κοινής πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ, που παρακολουθεί την εξέλιξη της απασχόλησης, της κινητικότητας και των συνθηκών εργασίας στον χώρο της έρευνας και της καινοτομίας σε περισσότερες από 50 χώρες.

 

Η έκθεση καταγράφει μια σημαντική αντίφαση για την Ελλάδα: η χώρα διαθέτει μεγάλο αριθμό επιστημόνων και ερευνητών, όμως αδυνατεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να παραμείνουν, να εξελιχθούν και να παράγουν αξία μέσα στην εγχώρια οικονομία.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στις αμοιβές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ReICO, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ όσον αφορά το μισθολογικό κόστος για προσωπικό Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D). Σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), το ετήσιο μισθολογικό κόστος ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις σε 50.100 δολάρια, έναντι 96.400 δολαρίων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

 

Ακόμη και χώρες εκτός ΟΟΣΑ, όπως η Βουλγαρία και η Κίνα, εμφανίζουν υψηλότερες δαπάνες για το ανθρώπινο δυναμικό της έρευνας.

 

Πολλοί επιστήμονες, περιορισμένη αξιοποίηση

 

Η Ελλάδα παρουσιάζει μια σχετικά θετική εικόνα όσον αφορά την παραγωγή επιστημονικού δυναμικού. Το ποσοστό των αποφοίτων STEM ανέρχεται στο 30,9% του συνόλου των πτυχιούχων, έναντι 25,8% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

 

Παράλληλα, οι επαγγελματίες στους κλάδους Επιστημών και Μηχανικής αντιστοιχούν στο 3,9% της συνολικής απασχόλησης, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (3,7%) και της ΕΕ (3,8%).

 

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζεται ο τομέας των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Οι εργαζόμενοι σε επαγγέλματα ΤΠΕ αποτελούν μόλις το 1,3% της απασχόλησης στην Ελλάδα, έναντι 3,1% στον ΟΟΣΑ και 3,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Η χώρα βρίσκεται επομένως αντιμέτωπη με μια σημαντική ανισορροπία: διαθέτει επιστημονικό δυναμικό, αλλά δεν έχει αναπτύξει επαρκώς τους κλάδους υψηλής τεχνολογίας που μπορούν να το απορροφήσουν.

 

Η έρευνα παραμένει κυρίως υπόθεση των πανεπιστημίων

 

Στον τομέα της Έρευνας και Ανάπτυξης, η Ελλάδα εμφανίζει 13,4 εργαζόμενους Ε&Α ανά 1.000 εργαζομένους, κοντά στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (14,9) και της ΕΕ (15,3).

 

Ωστόσο, η μεγάλη πλειονότητα αυτών απασχολείται στον ακαδημαϊκό χώρο. Περίπου 9,4 στους 1.000 εργαζόμενους είναι ερευνητικό προσωπικό που δραστηριοποιείται κυρίως σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

 

Το πρόβλημα βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα, όπου η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει περιορισμένη παρουσία τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης μέσα στις επιχειρήσεις. Η αδυναμία αυτή συνδέεται άμεσα με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, το οποίο παραμένει προσανατολισμένο σε δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως το εμπόριο, ο τουρισμός και η εστίαση.

 

Η τεχνολογική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας

 

Η ίδια εικόνα επιβεβαιώνεται και από στοιχεία της Eurostat που επικαλείται το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Η απασχόληση σε κλάδους υψηλής και μεσαίας τεχνολογίας στη μεταποίηση αντιστοιχεί μόλις στο 1,4% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, έναντι 5,9% στην ΕΕ-27.

 

Παρά τη μικρή βελτίωση κατά το τελευταίο έτος, η χώρα δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την πανδημία, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο αντίστοιχος δείκτης παραμένει σταθερά κοντά στο 6%.

 

Η υστέρηση αυτή περιορίζει τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και να συγκρατήσει το επιστημονικό δυναμικό της.

 

Το ανθρώπινο κεφάλαιο υπάρχει, αλλά λείπει το κατάλληλο περιβάλλον

 

Το ReICO επισημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομία χρειάζεται ολοένα περισσότερους επιστήμονες, μηχανικούς και ειδικούς τεχνολογίας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιακή μετάβαση και η πράσινη οικονομία αλλάζουν ριζικά το παραγωγικό μοντέλο.

 

Η Ελλάδα φαίνεται να διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής ποιότητας. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ακόμη δημιουργήσει το οικοσύστημα που θα επιτρέψει σε αυτό το δυναμικό να αξιοποιηθεί παραγωγικά.

 

Η χαμηλή χρηματοδότηση της έρευνας, οι περιορισμένες επιχειρηματικές επενδύσεις σε καινοτομία και οι χαμηλές αμοιβές δημιουργούν ένα περιβάλλον που ενισχύει τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό.

 

Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία δεν είναι πλέον μόνο να εκπαιδεύει επιστήμονες, αλλά να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτοί να μπορούν να χτίσουν το μέλλον της χώρας μέσα στην ίδια την Ελλάδα.

 

                         

 

Οικοδομή: Η ανάκαμψη των αδειών δεν αρκεί – Το «κενό» του 2025 απειλεί την αγορά νέων κατοικιών

 

Η σημαντική ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας από το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και μέχρι τους πρώτους μήνες του 2026 δεν φαίνεται ικανή να καλύψει το μεγάλο κενό που δημιουργήθηκε πέρυσι, όταν η αγορά «πάγωσε» λόγω της αβεβαιότητας γύρω από τα μπόνους δόμησης και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Η καθυστέρηση στην έκδοση νέων οικοδομικών αδειών αναμένεται να αποτυπωθεί στην πραγματική παραγωγή κατοικιών από το φθινόπωρο και μετά, καθώς οι νέες οικοδομές που θα έπρεπε να είχαν ξεκινήσει μέσα στο 2025 δεν προχώρησαν στον απαιτούμενο χρόνο.

 

Η αγορά μπορεί σήμερα να εμφανίζει ισχυρή ανάκαμψη σε επίπεδο αδειών, ωστόσο η χρονική υστέρηση μεταξύ έκδοσης άδειας και ολοκλήρωσης ενός έργου σημαίνει ότι η προσφορά νέων κατοικιών θα παραμείνει περιορισμένη, σε μια περίοδο όπου το στεγαστικό πρόβλημα εξακολουθεί να εντείνεται.

 

Ισχυρή άνοδος στις οικοδομικές άδειες το 2026

 

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα στο πρώτο τετράμηνο του 2026 καταγράφει σημαντική βελτίωση.

 

Στο σύνολο της χώρας:

 

Δείκτης

Α΄ τετράμηνο 2026

Μεταβολή

Αριθμός αδειών

9.316

+11,4%

Επιφάνεια νέων έργων

2,08 εκατ. τ.μ.

+38,7%

Όγκος κατασκευών

10,2 εκατ. κ.μ.

+47,8%

 

Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανάκαμψη στην Αττική, όπου το 2025 είχε σημειωθεί η μεγαλύτερη κάμψη λόγω της αβεβαιότητας γύρω από τους όρους δόμησης.

 

Στην πρωτεύουσα, το πρώτο τετράμηνο του 2026 καταγράφονται:

 

Δείκτης Αττικής

Μεταβολή

Άδειες

+21,4%

Επιφάνεια

+94,4%

Όγκος

+133,4%

 

Η εικόνα δείχνει ότι οι κατασκευαστές επιστρέφουν σταδιακά στην αγορά, ωστόσο η πραγματική παραγωγή κατοικιών θα καθυστερήσει να ακολουθήσει.

 

Οι νέες κατοικίες παραμένουν λίγες

 

Οι άδειες που εκδόθηκαν στο πρώτο τετράμηνο του 2026 αντιστοιχούν σε περίπου 14.600 νέες κατοικίες σε πανελλαδικό επίπεδο.

 

Σε ετήσια αναγωγή, ο αριθμός αυτός φτάνει περίπου τις 42.500 κατοικίες, έναντι 39.200 νέων κατοικιών που εγκρίθηκαν συνολικά το 2025.

 

Παρά την άνοδο, η αύξηση θεωρείται περιορισμένη, καθώς η αγορά ξεκινά από χαμηλή βάση και χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη επιτάχυνση για να καλυφθεί το συσσωρευμένο έλλειμμα προσφοράς.

 

Ακόμη πιο πιεστική είναι η εικόνα στην Αττική, όπου οι νέες άδειες του πρώτου τετραμήνου αντιστοιχούν σε περίπου 4.400 κατοικίες ή 13.200 σε ετήσια βάση.

 

Το 2025 ο αντίστοιχος αριθμός είχε διαμορφωθεί στις 11.864 κατοικίες, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση, αν και θετική, παραμένει ανεπαρκής για μια αγορά με έντονη ζήτηση.

 

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η έλλειψη νέας προσφοράς

 

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα, όπως η βραχυχρόνια μίσθωση ή η Golden Visa.

 

Όπως επισημαίνει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), βασική αιτία είναι η πολυετής αποεπένδυση στην κατοικία.

 

Την περίοδο 2007-2017:

 

οι επενδύσεις σε κατοικίες μειώθηκαν κατά 95%,

οι οικοδομικές άδειες υποχώρησαν κατά 84%.

 

Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η οικοδομή δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα η αγορά να λειτουργεί με σημαντικό έλλειμμα νέων κατοικιών.

 

Παράλληλα, η νέα παραγωγή δεν κατευθύνεται πάντα στις κατηγορίες όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.

 

Μεγάλο μέρος της νέας οικοδομικής δραστηριότητας αφορά:

 

υψηλής ποιότητας κατοικίες,

μεγαλύτερες επιφάνειες,

ακίνητα που απευθύνονται σε ξένους επενδυτές ή αγοραστές υψηλού εισοδήματος.

 

Αντίθετα, η εγχώρια ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε μικρότερα και οικονομικά διαμερίσματα, τα οποία παραμένουν περιορισμένα.

    

                       

 

Τα κενά ακίνητα δεν αποτελούν εύκολη λύση

 

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία, μεγάλο μέρος αυτού του αποθέματος δεν μπορεί να επιστρέψει άμεσα στην αγορά.

 

Οι βασικοί λόγοι είναι:

 

η μεγάλη ηλικία των ακινήτων,

η χαμηλή ενεργειακή απόδοση,

η ανάγκη εκτεταμένων ανακαινίσεων,

πολεοδομικές ή ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες,

η γεωγραφική αναντιστοιχία μεταξύ διαθέσιμων κατοικιών και περιοχών υψηλής ζήτησης.

 

Έτσι, ο μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πραγματική αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς.

 

Η αγορά χρειάζεται περισσότερες και πιο προσιτές κατοικίες

 

Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς ακινήτων παραμένει η αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

 

Η αγορά χρειάζεται όχι μόνο περισσότερες νέες κατοικίες, αλλά κυρίως κατοικίες που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ελληνικών νοικοκυριών.

 

Η καθυστέρηση που σημειώθηκε το 2025 λόγω της αβεβαιότητας γύρω από τους πολεοδομικούς κανόνες θα αφήσει το αποτύπωμά της στην παραγωγή νέων κατοικιών τους επόμενους μήνες.

 

Η ανάκαμψη των οικοδομικών αδειών είναι θετική ένδειξη, όμως η αγορά θα χρειαστεί αρκετό χρόνο ώστε η αυξημένη δραστηριότητα να μετατραπεί σε πραγματική προσφορά και να αρχίσει να αποκλιμακώνεται η πίεση στο κόστος στέγασης.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum