|
00:01 -
12/02/26 |
|
|
|
|
|

Berenberg:
Η Ελλάδα πρωταγωνίστρια στην Ευρώπη – Αλλάζουν οι ρόλοι σε
Γερμανία και Γαλλία
|
|
Ας ξεκινήσουμε τα
σχόλια μας με την τελευταία ανάλυση της Berenberg. Σε
αναδιάταξη δυνάμεων εντός της Ευρωζώνης βλέπει η Berenberg
Bank, διαπιστώνοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου της
κρίσης χρέους αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς, ενώ σημαντική
ώθηση παρέχουν και τα κοινοτικά κονδύλια. Σύμφωνα με τον
επενδυτικό οίκο, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε «αστέρι»
επιδόσεων, η Ιταλία εμφανίζεται ενισχυμένη, η Γαλλία έχει
περάσει μπροστά από τη Γερμανία, ενώ η τελευταία παραμένει
σε παρατεταμένη αδυναμία.
Η Berenberg
αναβαθμίζει την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης
στο 1,3% για φέτος, από 1,2% προηγουμένως, εκτιμώντας ότι η
οικονομία αποδεικνύεται πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν.
Και αυτό παρά τα σημαντικά εμπόδια: τις εμπορικές εντάσεις
και τους δασμούς του Donald Trump, τα προβλήματα της
κινεζικής οικονομίας και την εξαγωγή της πλεονάζουσας
παραγωγής της, την πολιτική αστάθεια στη Γαλλία, τις
εσωτερικές διαφωνίες στη Γερμανία και την επιφυλακτικότητα
των καταναλωτών λόγω αβεβαιότητας.
Ο οίκος προβλέπει
επιστροφή σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς το 2026 και ανάπτυξη
άνω της μεσοπρόθεσμης τάσης το 2027, με βασικούς μοχλούς την
αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων, τη σταθερότητα στις
αγορές εργασίας και τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής,
που αναμένεται να στηρίξουν την κατανάλωση.
Ωστόσο, πίσω από
τη συνολική εικόνα ανθεκτικότητας, διαμορφώνονται νέες
εσωτερικές ισορροπίες. Η Γερμανία βρίσκεται ουσιαστικά σε
στασιμότητα από τα τέλη του 2021, καθώς ο πόλεμος στην
Ουκρανία και η επιβράδυνση της Κίνας έχουν πλήξει καίρια το
εξαγωγικό της μοντέλο. Η Berenberg εκτιμά ότι θα υπάρξει
δημοσιονομική στήριξη, αν και σημειώνει πως τα μέτρα δεν
είναι τόσο εμπροσθοβαρή όσο ανέμεναν ορισμένοι.
Η Γαλλία, από την
άλλη, έχει ξεπεράσει τη Γερμανία σε επιδόσεις, χάρη στις
μεταρρυθμίσεις της περιόδου Macron. Ωστόσο, η τρέχουσα
πολιτική παράλυση αποτελεί κίνδυνο για τη δυναμική της
οικονομίας. Ο οίκος παρομοιάζει τη σημερινή Γαλλία με την
«παλιά Ιταλία» και εκτιμά ότι σε περίπτωση προεδρίας
Bardella το 2027, οι αγορές ενδέχεται να λειτουργήσουν ως
παράγοντας πειθαρχίας, όπως συνέβη στην περίπτωση της
Meloni.
Στην Ιταλία, οι
μεταρρυθμίσεις φαίνεται να ενισχύουν τις επενδύσεις και τις
εξαγωγές, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν τα ευρωπαϊκά
και εθνικά δημοσιονομικά μέτρα στήριξης. Παραμένει ωστόσο
ερώτημα κατά πόσο η χώρα μπορεί να ενισχύσει τη χαμηλή
δυνητική της ανάπτυξη σε μόνιμη βάση.
Η Ισπανία
παρουσιάζει ισχυρή δυναμική, έχοντας αφήσει πίσω της την
αργή μεταπανδημική ανάκαμψη, ενώ η Ελλάδα ξεχωρίζει ως το
«αστέρι» της περιφέρειας. Η Berenberg αποδίδει τις επιδόσεις
της χώρας στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν μετά την
κρίση χρέους, οι οποίες βελτίωσαν τη δομή της οικονομίας και
ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα.
Καθοριστική
παραμένει και η συμβολή των κοινοτικών πόρων. Από τα 360
δισ. ευρώ επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, περίπου 130
δισ. ευρώ δεν έχουν ακόμη εκταμιευθεί, με δυνατότητα
αξιοποίησης έως τα μέσα του 2026. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη
μπορούν να κατευθύνουν κονδύλια συνοχής του προϋπολογισμού
2021-2027 σε έργα άμυνας, ενώ η ρήτρα διαφυγής επιτρέπει την
εξαίρεση πρόσθετων αμυντικών δαπανών έως 1,5% του ΑΕΠ από
τους δημοσιονομικούς κανόνες την περίοδο 2025-2028.
Συνολικά, η εικόνα
που περιγράφει η Berenberg είναι μια Ευρώπη που αντέχει,
αλλά με σαφώς μεταβαλλόμενους συσχετισμούς ισχύος, όπου ο
Νότος κερδίζει έδαφος και η Γερμανία καλείται να ανακτήσει
τον βηματισμό της.

|
|
|
|
|
|
|
|

|
|
Οριακή βελτίωση της Ελλάδας στον Δείκτη Αντίληψης
Διαφθοράς 2025 … Αλλά παραμένει στον πάτο…
Ανεπαίσθητη είναι
η μεταβολή του Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (CPI) για την
Ελλάδα το 2025 σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά,
σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας
(Transparency International). Η χώρα συγκεντρώνει 50
μονάδες, με άριστα το 100, καταγράφοντας αύξηση μόλις μίας
μονάδας σε σχέση με το 2024, και κατατάσσεται στην 56η θέση
παγκοσμίως ανάμεσα σε 182 χώρες.
Η Ελλάδα βρίσκεται
χαμηλά σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, καθώς έχει καλύτερη επίδοση μόνο από τη Βουλγαρία,
τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, την Κροατία και τη
Μάλτα. Αντίθετα, η Κύπρος συγκεντρώνει 55 μονάδες και
καταλαμβάνει την 49η θέση, ξεπερνώντας την Ελλάδα στην
ευρωπαϊκή κατάταξη.
Δείκτης Αντίληψης
Διαφθοράς (CPI) 2025 – Επιλεγμένες χώρες
|
Χώρα
|
Βαθμολογία
(0–100)
|
Θέση παγκοσμίως
|
|
Δανία
|
89
|
1η
|
|
Φινλανδία
|
88
|
2η
|
|
Σιγκαπούρη
|
84
|
3η
|
|
Νέα
Ζηλανδία
|
81
|
4η
|
|
Νορβηγία
|
81
|
4η
|
|
Γερμανία
|
77
|
10η
|
|
Κύπρος
|
55
|
49η
|
|
Ελλάδα
|
50
|
56η
|
|
Ουκρανία
|
36
|
–
|
|
Ρωσία
|
22
|
–
|
|
Παγκόσμιος μ.ό.
|
42
|
–
|
Μιλώντας στη DW, ο
πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Διαφάνειας,
Γιώργος Χατζηγιαννάκης, σημείωσε ότι σε μια περίοδο
παγκόσμιας στασιμότητας, η μικρή άνοδος της Ελλάδας αποτελεί
ένα συγκρατημένα θετικό σημάδι. Ωστόσο, όπως τόνισε, τα
επαναλαμβανόμενα περιστατικά διαφθοράς που βλέπουν το φως
της δημοσιότητας καταδεικνύουν ότι οι προσπάθειες πρέπει να
ενταθούν.
Σύμφωνα με τα
στοιχεία της έρευνας, το 29% των πολιτών στην Ελλάδα θεωρεί
ότι η κατάσταση της διαφθοράς επιδεινώθηκε τον τελευταίο
χρόνο, ενώ το 9% παραδέχεται ότι χρειάστηκε να καταβάλει
«φακελάκι» σε δημόσια υπηρεσία. Παρά τις αδυναμίες, σε βάθος
χρόνου παρατηρείται βελτίωση, καθώς το 2012 η χώρα είχε
βαθμολογία μόλις 36 μονάδων, με το καλύτερο αποτέλεσμα να
καταγράφεται το 2022 (52 μονάδες).
Σε παγκόσμιο
επίπεδο, η εικόνα παραμένει ανησυχητική. Ο μέσος όρος του
δείκτη υποχώρησε στις 42 μονάδες, ενώ 122 χώρες βρίσκονται
κάτω από το όριο των 50 μονάδων, γεγονός που υποδηλώνει
εκτεταμένη διαφθορά στον δημόσιο τομέα. Μόλις πέντε χώρες
ξεπερνούν πλέον τις 80 μονάδες, όταν πριν από μία δεκαετία
ήταν δώδεκα.
Η Διεθνής
Διαφάνεια υπογραμμίζει ότι η υποχώρηση των δημοκρατικών
θεσμών, οι περιορισμοί στην ελευθερία του Τύπου και η
αποδυνάμωση της Δικαιοσύνης ευνοούν την εξάπλωση της
διαφθοράς. Για τον λόγο αυτό, καλεί τις κυβερνήσεις να
ενισχύσουν την ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών, να
προστατεύσουν τους δημοσιογράφους και τους μάρτυρες δημοσίου
συμφέροντος και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις
διασυνοριακές ροές «βρόμικου» χρήματος.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η «τέλεια καταιγίδα» στην αγορά εργασίας: όταν οι
εργαζόμενοι πληρώνουν για να προσληφθούν
Η αγορά εργασίας
βρίσκεται αντιμέτωπη με την «τέλεια καταιγίδα». Η επέλαση
της Τεχνητής Νοημοσύνης ανατρέπει τα δεδομένα, «ταΐζοντας»
μια νέα πραγματικότητα σε ένα ήδη ευμετάβλητο περιβάλλον.
Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ευρώπη, στις Ηνωμένες
Πολιτείες Αμερικής, η νέα εποχή έχει ήδη αρχίσει να ταράζει
τα νερά, με αυξημένες πιέσεις τόσο για τις επιχειρήσεις όσο
και για τους εργαζόμενους.
Σε μια περίοδο
ταχύτατης υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης, της
αυτοματοποίησης και έντονων δημογραφικών αλλαγών, οι
εργαζόμενοι βρίσκονται συχνά σε απόγνωση. Το σκηνικό θυμίζει
μια πλήρη αντιστροφή ρόλων: οι υποψήφιοι είναι τόσο
εξαντλημένοι από το «ghosting», τα αυτοματοποιημένα φίλτρα
και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, ώστε πλέον πληρώνουν
οι ίδιοι για να βρουν δουλειά.
Η μαζική
αυτοματοποίηση και η κυριαρχία των αλγορίθμων οδηγούν τις
εξελίξεις σε αυτό που αρκετοί περιγράφουν ως «ψηφιακό
Δαρβινισμό». Αν και τα φαινόμενα καταγράφονται πρώτα στις
ΗΠΑ, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ο χρόνος και η απόσταση
είναι σχετικές έννοιες.
«Αυτοί που
αναζητούν δουλειά πληρώνουν για να προσληφθούν»
Ένα πρόσφατο δημοσίευμα της
Wall Street Journal αποτυπώνει με ωμό τρόπο τη νέα
πραγματικότητα. Ο τίτλος του άρθρου –«Αυτοί που αναζητούν
δουλειά είναι τόσο απελπισμένοι που πληρώνουν για να
προσληφθούν»– περιγράφει έναν κόσμο που μέχρι πρότινος
έμοιαζε δυστοπικός.
Οι δουλειές
γραφείου, που για δεκαετίες θεωρούνταν ασφαλές καταφύγιο,
βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της ανασφάλειας. Η Τεχνητή
Νοημοσύνη δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά· σε πολλές
περιπτώσεις αντικαθιστά εργαζόμενους. Μηχανές γράφουν
κώδικα, παράγουν κείμενα, αναλύουν δεδομένα, διαχειρίζονται
πελάτες και αυτοματοποιούν διαδικασίες που μέχρι πρόσφατα
απαιτούσαν ανθρώπινη παρέμβαση.
Στις ΗΠΑ, όπου η
υιοθέτηση της AI προχωρά με ταχύτερους ρυθμούς, η απώλεια
θέσεων γραφείου έχει λάβει μαζικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι
τυχαίο ότι, για πρώτη φορά μετά την πανδημία, στα τέλη του
2025 καταγράφηκαν περισσότεροι άνεργοι από τις διαθέσιμες
θέσεις εργασίας, σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας
των ΗΠΑ. Παράλληλα, η μέση διάρκεια αναζήτησης εργασίας
πλησιάζει τους έξι μήνες.
Οι θέσεις που
ανοίγουν είναι λιγότερες, πιο απαιτητικές, πιο
εξειδικευμένες και συχνά προσωρινές. Οι απολυμένοι
ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε μια αγορά που συρρικνώνεται.
Το φαινόμενο της
«αντίστροφης πρόσληψης»
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον αναδύεται ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο: η
λεγόμενη «αντίστροφη πρόσληψη». Πρόκειται για υπηρεσίες στις
οποίες ο άνεργος πληρώνει προκειμένου να εξασφαλίσει
συνέντευξη, σύσταση ή ορατότητα απέναντι σε εργοδότες. Το
κόστος μεταφέρεται στον εργαζόμενο, είτε με ποσοστό επί του
μισθού, είτε με πάγιες αμοιβές ή συνδρομές.
Χαρακτηριστικό
είναι το παράδειγμα του 36χρονου Daniel Bejarano, ο οποίος
εγγράφηκε πέρυσι στην υπηρεσία Refer. Η εταιρεία ανέλαβε τη
διαδικασία αναζήτησης εργασίας και, αφού εξασφάλισε μια θέση
μετά από αρκετές συνεντεύξεις, ο Bejarano κατέβαλε το 20%
του πρώτου μηνιαίου μισθού του. Όπως δήλωσε, ήταν
«αναζωογονητικό» να μη χαθεί σε μια «θάλασσα βιογραφικών»
που φιλτράρονται από απρόσωπα συστήματα.
Τι σημαίνει αυτό
για την Ευρώπη
Η Γηραιά Ήπειρος
παρακολουθεί τις εξελίξεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Παρότι διαθέτει θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, συλλογικές
συμβάσεις και πιο αργούς μηχανισμούς προσαρμογής, δεν μπορεί
να αποκλειστεί η σταδιακή υιοθέτηση αντίστοιχων πρακτικών.
Ναι μεν, αλλά…
Παρά τον
καταιγιστικό ρόλο της τεχνολογίας, ο ανθρώπινος παράγοντας
παραμένει κρίσιμος. Η αξία του εργαζομένου δεν μετριέται
πλέον μόνο με όρους παραγωγικότητας. Η AI μπορεί να παράγει
τεράστιο όγκο εργασίας σε δευτερόλεπτα, όμως ο άνθρωπος
μετακινείται σε ρόλο επιμελητή και κριτή: αξιολογεί
αποφάσεις, εντοπίζει προκαταλήψεις, θέτει ηθικά όρια και
σχεδιάζει τη «μεγάλη εικόνα».
Οι λεπτές
ισορροπίες στις ανθρώπινες σχέσεις, η διαίσθηση και η κρίση
παραμένουν –τουλάχιστον προς το παρόν– στοιχεία που οι
αλγόριθμοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως.
|
|
|
|
|
|
|
|

Παγκόσμιο χρέος στα ύψη: Οι ΗΠΑ & Η Ευρώπη
Οι προειδοποιήσεις
για κλιμάκωση γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων το 2026
εντείνονται, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να χτυπά
«καμπανάκι» για το παγκόσμιο δημόσιο χρέος, το οποίο
πλησιάζει τα 100 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αν η τάση
συνεχιστεί, το 2029 το συνολικό χρέος ενδέχεται να ξεπεράσει
το μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας – ένα φαινόμενο που δεν
έχει παρατηρηθεί από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Σύμφωνα με έρευνα
του ΔΝΤ στο Νταβός, σχεδόν οι μισοί οικονομολόγοι αναμένουν
κρίση δημόσιου χρέους τους επόμενους μήνες, ενώ οι υπόλοιποι
προβλέπουν ότι οι κυβερνήσεις θα προσφύγουν σε υψηλότερο
πληθωρισμό ή αύξηση φόρων για να μειώσουν το βάρος.
Παράλληλα, αναμένεται σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών
και επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές και ενέργεια, ενώ οι
δαπάνες για περιβάλλον προβλέπεται να μειωθούν.
Η επικεφαλής του
ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, τόνισε στο Νταβός ότι η
παγκόσμια ανάπτυξη 3,3% το 2026 είναι «όμορφη αλλά όχι
αρκετή», και προειδοποίησε ότι το βάρος του χρέους, που
πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ, αποτελεί «δυσβάσταχτο φορτίο».
Μεγάλοι ασθενείς
του χρέους
ΗΠΑ: Το χρέος
ξεπέρασε τα 36 τρισεκατομμύρια δολάρια (123% του ΑΕΠ), με το
έλλειμμα να προβλέπεται στο 5,5% του ΑΕΠ φέτος.
Ευρώπη: Η Γερμανία
εγκρίνει προϋπολογισμό με το δεύτερο υψηλότερο δανεισμό στην
ιστορία, ενώ η Γαλλία προσπαθεί να περιορίσει το έλλειμμα
κάτω από 5%. Το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζει να βλέπει υψηλά
ελλείμματα και αυξανόμενο χρέος.
Ο Αμερικανός
δισεκατομμυριούχος Ρέι Ντάλιο προειδοποιεί ότι οι ΗΠΑ και
άλλες προηγμένες οικονομίες κινδυνεύουν από «οικονομική
καρδιακή ανακοπή», όταν το χρέος δεν παράγει ανάπτυξη,
οδηγώντας σε περιορισμό δημοσιονομικών δαπανών και επώδυνες
επιλογές για τον πληθυσμό.
Το
(αντι)παράδειγμα της Ιαπωνίας
Η Ιαπωνία, με
χρέος 250% του ΑΕΠ, θεωρείτο διαχειρίσιμη λόγω εσωτερικού
δανεισμού και χαμηλών επιτοκίων, αλλά πρόσφατη αναταραχή
στις αγορές ομολόγων και η πτώση του γιεν έδειξαν ότι ακόμη
και η μεγαλύτερη οικονομία δεν έχει ανοσία στους κινδύνους.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|