|

Ευρωπαϊκή βιομηχανία: Γιατί οι περισσότερες ώρες εργασίας
δεν φέρνουν ανταγωνιστικότητα – Το ελληνικό παράδειγμα
Η Ευρώπη αναζητά τρόπους να ανακτήσει τη
βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, με το υψηλό εργατικό
κόστος να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της συζήτησης.
Υπάρχει, όμως, μια διαφορετική ανάγνωση: το πρόβλημα δεν
είναι ότι οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι κοστίζουν υπερβολικά,
αλλά ότι οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν αρκετά στην
παραγωγική τους δυναμικότητα, στην τεχνολογία και στην
αναβάθμιση των δεξιοτήτων.
Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα της Judith
Kirton-Darling, γενικής γραμματέως της industriAll Europe,
σε άρθρο της στο Social Europe. Η ίδια χρησιμοποιεί την
Ελλάδα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, υποστηρίζοντας ότι οι
περισσότερες ώρες εργασίας και η αποδυνάμωση των εργασιακών
δικαιωμάτων δεν αρκούν για να ενισχύσουν την
ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας.
Η ελληνική περίπτωση έχει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον: η χώρα καταγράφει τις περισσότερες ώρες εργασίας
στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ έχουν θεσπιστεί δυνατότητες
εξαήμερης απασχόλησης και ημερήσιας εργασίας έως 13 ώρες υπό
συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την
ανάλυση, η μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας δεν έχει μεταφραστεί
σε αντίστοιχη ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Το ερώτημα, επομένως, είναι αν η Ευρώπη
επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα από τη λάθος πλευρά.
Τα κέρδη αυξάνονται ταχύτερα από τους
μισθούς
Ένα από τα βασικά στοιχεία που επικαλείται η
Kirton-Darling αφορά την κατανομή του οικονομικού
αποτελέσματος μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Από το 2000, τα συνολικά ακαθάριστα κέρδη
στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα της Ευρώπης έχουν αυξηθεί
σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τον μέσο μισθό. Παράλληλα, στη
μεταποίηση, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο έχει αυξηθεί
κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τον μισθό ανά
εργαζόμενο.
Η συγκεκριμένη εικόνα ενισχύει το επιχείρημα
ότι η παραγωγικότητα δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε
αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών. Οι εργαζόμενοι μπορούν να
παράγουν μεγαλύτερη αξία, χωρίς να συμμετέχουν στον ίδιο
βαθμό στην κατανομή του εισοδήματος που δημιουργείται.
Η ανάλυση αμφισβητεί, παράλληλα, την άποψη
ότι το εργατικό κόστος αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίσω
από την υποχώρηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε αρκετούς
κλάδους, το κόστος εργασίας ως ποσοστό των εσόδων παρέμεινε
σχετικά σταθερό επί περίπου 25 χρόνια. Στην
αυτοκινητοβιομηχανία και στους προμηθευτές της, μάλιστα, το
αντίστοιχο ποσοστό υποχώρησε από 13,9% το 2020 σε 10,7% το
2025.
Γιατί η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της
επιχειρηματολογίας, καθώς συνδυάζει υψηλή διάρκεια εργασίας
με επίμονες αδυναμίες στην παραγωγική βάση.
Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι απασχολούνται
περισσότερες ώρες δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η οικονομία
παράγει περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας. Η
ανταγωνιστικότητα εξαρτάται επίσης από τις επενδύσεις σε
εξοπλισμό, αυτοματοποίηση, έρευνα, τεχνολογία και οργάνωση
της παραγωγής.
Η Kirton-Darling επισημαίνει ότι η επέκταση
του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να λύσει από μόνη της τα
προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Εργοστάσια
αυτοκινήτων, χαλυβουργεία και χημικές εγκαταστάσεις σε
διάφορες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν κάτω από την
παραγωγική τους δυναμικότητα. Όταν υπάρχει αδυναμία
απορρόφησης της παραγωγής, η παράταση του ωραρίου δεν
δημιουργεί αυτομάτως νέες πωλήσεις.
Με άλλα λόγια, η αύξηση των ωρών εργασίας
δεν υποκαθιστά την ανάγκη για επενδύσεις, νέες αγορές και
ενίσχυση της ζήτησης.
Το μάθημα από την κρίση του 2008
Η αρθρογράφος συνδέει τη σημερινή συζήτηση
με την ευρωπαϊκή κρίση μετά το 2008-2009. Τότε, αρκετές
χώρες προχώρησαν σε συγκράτηση των μισθών και αλλαγές στις
συλλογικές διαπραγματεύσεις, με στόχο τη βελτίωση της
ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης του κόστους.
Κατά την άποψή της, αυτή η προσέγγιση
συνέβαλε σε μια δεύτερη περίοδο οικονομικής αδυναμίας, καθώς
η συμπίεση του εισοδήματος περιόρισε την αγοραστική δύναμη
των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση για αγαθά και
υπηρεσίες.
Η συλλογιστική είναι ότι η ανταγωνιστικότητα
δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη συγκράτηση των
μισθών. Οι αποδοχές αποτελούν κόστος για τις επιχειρήσεις,
αλλά ταυτόχρονα είναι εισόδημα για τους εργαζομένους και
πηγή ζήτησης για την οικονομία.
Γι’ αυτό και η προστασία των μισθών από τον
πληθωρισμό, όπως συμβαίνει μέσω της αυτόματης τιμαριθμικής
αναπροσαρμογής στο Βέλγιο, αποτελεί βασικό αίτημα των
συνδικάτων.
Το πραγματικό πρόβλημα: η υποεπένδυση
Σύμφωνα με την ανάλυση, η βαθύτερη αδυναμία
της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο
κατανέμονται και αξιοποιούνται τα επιχειρηματικά κέρδη.
Η αυξανόμενη παρουσία μεγάλων διαχειριστών
κεφαλαίων και ιδιωτικών επενδυτικών εταιρειών στην
ιδιοκτησία επιχειρήσεων δημιουργεί, κατά την Kirton-Darling,
κίνητρα για την προτεραιοποίηση βραχυπρόθεσμων αποδόσεων
προς τους μετόχους, αντί για μακροπρόθεσμες παραγωγικές
επενδύσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα μεγαλύτερο μέρος
των κερδών μπορεί να κατευθύνεται σε μερίσματα και
επαναγορές μετοχών, αντί να επανεπενδύεται σε νέες
εγκαταστάσεις, τεχνολογικό εξοπλισμό, έρευνα και ανάπτυξη.
Τα στοιχεία που παραθέτει δείχνουν ότι οι
επιχειρηματικές επενδύσεις στην ΕΕ μειώθηκαν από το 13,9%
του ΑΕΠ το 2019 στο 12,5% το 2024. Η ίδια συνδέει την
υποχώρηση αυτή με την αύξηση των διανομών προς τους μετόχους
και τη μείωση του μεριδίου των κερδών που επανεπενδύεται.
Η θέση της είναι σαφής: εάν η Ευρώπη θέλει
να ενισχύσει την παραγωγική της βάση, πρέπει να δημιουργήσει
κίνητρα για επενδύσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αντί να
στηρίζεται κυρίως στη μείωση του κόστους εργασίας.
Τι προτείνουν τα ευρωπαϊκά συνδικάτα
Οι προτάσεις της industriAll Europe συνδέουν
τη βιομηχανική πολιτική με την προστασία της εργασίας και τη
δικαιότερη κατανομή των οικονομικών βαρών.
Στο Βέλγιο, τα συνδικάτα αντιδρούν σε
ενδεχόμενες παρεμβάσεις στην αυτόματη τιμαριθμική
αναπροσαρμογή των μισθών, σε αυξήσεις του ΦΠΑ και σε
ρυθμίσεις που θα επέτρεπαν μεγαλύτερη ευελιξία στην ετήσια
διάρκεια εργασίας προς όφελος των εργοδοτών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Kirton-Darling
προτείνει μεταξύ άλλων:
Ισχυρότερους κοινωνικούς όρους στη δημόσια
χρηματοδότηση: οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν δημόσια στήριξη
να δεσμεύονται για ποιοτικές θέσεις εργασίας, συλλογικές
διαπραγματεύσεις, κατάρτιση και προστασία από τη
μετεγκατάσταση παραγωγής.
Περιορισμούς στη χρήση δημόσιων πόρων για
διανομές προς τους μετόχους: να μην κατευθύνεται η δημόσια
ενίσχυση σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών.
Φορολογική επιβάρυνση των επαναγορών μετοχών
και των κεφαλαιακών εισοδημάτων: ώστε, σύμφωνα με την
πρόταση, όσοι ωφελούνται περισσότερο από την αύξηση των
κερδών να συνεισφέρουν περισσότερο.
Προτεραιότητα στα ευρωπαϊκά προϊόντα στις
δημόσιες συμβάσεις: αξιοποίηση της δημόσιας ζήτησης για τη
στήριξη στρατηγικών κλάδων και τη διατήρηση των ευρωπαϊκών
αλυσίδων αξίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται ο προτεινόμενος
Νόμος για τον Βιομηχανικό Επιταχυντή, μέσω του οποίου θα
μπορούσε να ενισχυθεί η ζήτηση για προϊόντα ευρωπαϊκής
παραγωγής σε επιλεγμένους στρατηγικούς τομείς.
Το διακύβευμα για την ευρωπαϊκή
ανταγωνιστικότητα
Η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής
βιομηχανίας δεν αφορά μόνο το ύψος των μισθών ή τη διάρκεια
του ωραρίου. Αφορά το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να
μετατρέψει το ανθρώπινο κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, την
ερευνητική της βάση και την ενιαία αγορά σε υψηλότερη
παραγωγικότητα και ισχυρότερη παραγωγική δυναμικότητα.
Η θέση της Kirton-Darling είναι ότι η
συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίζει τις
διαρθρωτικές αδυναμίες που προκύπτουν από τη χαμηλή
επενδυτική δραστηριότητα. Αντίθετα, προκρίνει ένα μοντέλο
στο οποίο η δημόσια στήριξη συνδέεται με παραγωγικές
επενδύσεις, ποιοτικές θέσεις εργασίας και μακροπρόθεσμη
ανάπτυξη.
Το ελληνικό παράδειγμα χρησιμοποιείται ως
προειδοποίηση για τους κινδύνους μιας στρατηγικής που δίνει
έμφαση στις περισσότερες ώρες εργασίας χωρίς να
αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το ζήτημα των επενδύσεων και της
παραγωγικότητας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η
ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο εργάζεται
ένας εργαζόμενος, αλλά και από τα εργαλεία, την τεχνολογία
και το κεφάλαιο που έχει στη διάθεσή του. Για την ευρωπαϊκή
βιομηχανία, η πρόκληση είναι να αυξήσει την παραγόμενη αξία
και όχι απλώς να παρατείνει τον χρόνο εργασίας.
|