| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 12/10/26

 

                           

 

Eurostat: Πρωταθλήτρια στην αδυναμία αναψυχής και στη δυσκολία κάλυψης των εξόδων

 

Σχεδόν 93 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή το 20,9% του πληθυσμού, βρίσκονταν το 2025 αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών είναι μεγάλες, με την Ελλάδα να καταγράφει ιδιαίτερα δυσμενείς επιδόσεις σε κρίσιμες πτυχές της καθημερινότητας: από τη δυνατότητα κάλυψης των βασικών εξόδων και τη στέγαση έως την αναψυχή, τη θέρμανση και την πρόσβαση στην υγεία.

 

Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δεν περιορίζεται στην ακραία φτώχεια ή στην ανεργία. Αφορά και ανθρώπους που εργάζονται, αλλά δυσκολεύονται να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, να κάνουν διακοπές ή ακόμη και να συμμετέχουν σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου.

 

Στην Ελλάδα, το 27,3% των κατοίκων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Παράλληλα, το 87,1% δήλωνε ότι αντιμετώπιζε τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, επίσης την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών.

 

Οι στερήσεις πίσω από τους ευρωπαϊκούς δείκτες

 

Το 2025, το 12,1% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής λόγω οικονομικών περιορισμών. Το ποσοστό κυμαινόταν από μόλις 3,9% στην Κροατία έως 27,3% στην Ελλάδα.

 

Ακόμη πιο διαδεδομένη ήταν η αδυναμία χρηματοδότησης μιας εβδομάδας διακοπών μακριά από το σπίτι. Σχεδόν το 27,5% των Ευρωπαίων δεν μπορούσε να καλύψει αυτή τη δαπάνη, με το ποσοστό να ξεκινά από 10,6% στο Λουξεμβούργο και να φθάνει το 61,4% στη Ρουμανία.

 

Η οικονομική δυσχέρεια επηρεάζει και βασικές ανάγκες. Το 8,5% των κατοίκων της ΕΕ δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταναλώνει κάθε δεύτερη ημέρα ένα γεύμα με κρέας, κοτόπουλο, ψάρι ή αντίστοιχο χορτοφαγικό προϊόν. Στην Κύπρο το ποσοστό περιοριζόταν στο 1,2%, ενώ στη Ρουμανία έφθανε το 18,1%.

 

Την ίδια στιγμή, το 2% του πληθυσμού της ΕΕ δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σύνδεση στο διαδίκτυο στο σπίτι του, με τα ποσοστά να κυμαίνονται από 0,1% στη Φινλανδία έως 6,2% στη Ρουμανία.

 

Οι δείκτες αυτοί δείχνουν ότι η φτώχεια δεν αποτυπώνεται μόνο στο εισόδημα. Συνδέεται και με τη δυνατότητα κάλυψης αναγκών που θεωρούνται αυτονόητες για ένα μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

 

                       

 

Παιδιά και μονογονεϊκά νοικοκυριά σε μεγαλύτερο κίνδυνο

 

Τα παιδιά αποτελούν μία από τις πιο ευάλωτες ομάδες. Στην ΕΕ, το 24,3% των παιδιών αντιμετώπιζε το 2025 κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το 7,9% βίωνε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση.

 

Συνολικά, το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στον ευρωπαϊκό πληθυσμό διαμορφώθηκε στο 6,3%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 6,4% του 2024. Οι γυναίκες κατέγραψαν υψηλότερο ποσοστό από τους άνδρες, 6,6% έναντι 6,0%.

 

Οι ηλικιωμένοι εμφάνιζαν χαμηλότερο ποσοστό σοβαρής στέρησης, στο 4,9%, ενώ ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για τις ηλικίες άνω των 65 ετών ήταν 18,8%, το χαμηλότερο μεταξύ των βασικών ηλικιακών ομάδων.

 

Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά από χώρα σε χώρα. Στην Ισπανία, το 33,8% των παιδιών βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ποσοστό κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο των ατόμων σε ηλικία εργασίας.

 

Στην Κροατία, αντίθετα, οι ηλικιωμένοι αποτελούσαν την πιο ευάλωτη ομάδα, με το σχετικό ποσοστό να φθάνει το 40%.

 

Επιπλέον, τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά αντιμετώπιζαν συνολικά μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού από εκείνα χωρίς παιδιά: 22,1% έναντι 19,8%. Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η κατάσταση στα μονογονεϊκά νοικοκυριά, όπου το 22,4% των ατόμων κάτω των 65 ετών ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας, έναντι 8% στο σύνολο της ΕΕ.

 

Η οικονομική ευαλωτότητα συνδέεται και με την πρόσβαση των παιδιών στην προσχολική φροντίδα και εκπαίδευση. Μεταξύ των παιδιών ηλικίας από 3 ετών έως την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης που συμμετείχαν τουλάχιστον μία ώρα την εβδομάδα σε τυπική φροντίδα ή εκπαίδευση, το 70% όσων βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού λάμβανε τουλάχιστον 25 ώρες φροντίδας, έναντι 79% των παιδιών που δεν αντιμετώπιζαν αντίστοιχο κίνδυνο.

 

Εκπαίδευση και εργασία καθορίζουν τον κίνδυνο

 

Το επίπεδο εκπαίδευσης εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις οικονομικές προοπτικές των πολιτών.

 

Στην ΕΕ, το 34,2% των ενηλίκων με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης αντιμετώπιζε το 2025 κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Στους ανθρώπους που είχαν ολοκληρώσει τουλάχιστον ένα επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το αντίστοιχο ποσοστό περιοριζόταν στο 10,3%.

 

Ακόμη πιο έντονη είναι η διαφοροποίηση ανάλογα με την κατάσταση απασχόλησης. Στους ανέργους, ο κίνδυνος έφθανε το 66,3%, ενώ για τα υπόλοιπα οικονομικά μη ενεργά άτομα διαμορφωνόταν στο 44,3%.

 

Μεταξύ των συνταξιούχων το ποσοστό ήταν 17,6%, ενώ στους απασχολουμένους περιοριζόταν στο 10,9%.

 

Ωστόσο, η εργασία δεν αποτελεί απόλυτη εγγύηση οικονομικής ασφάλειας. Το 8,3% των εργαζομένων ηλικίας 18 ετών και άνω στην ΕΕ βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας το 2025. Το ποσοστό ήταν υψηλότερο στους άνδρες, στο 9%, έναντι 7,5% στις γυναίκες. Η Βουλγαρία εμφάνιζε την υψηλότερη επίδοση, με 11,5%, και η Φινλανδία τη χαμηλότερη, με 3,1%.

 

Η αναπηρία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αντιμετώπιζε το 28,8% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω που ανέφεραν κάποια μορφή αναπηρίας, έναντι 17,7% όσων δεν είχαν αναπηρία. Ακόμη και μεταξύ των εργαζομένων, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ήταν υψηλότερο για τα άτομα με αναπηρία, στο 10,1%, έναντι 8% για τους υπόλοιπους.

 

                                

 

Ελλάδα: Το 87,1% δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα

 

Η ελληνική εικόνα ξεχωρίζει αρνητικά σε μια σειρά από δείκτες που συνδέονται άμεσα με την καθημερινή διαβίωση.

 

Το 87,1% των κατοίκων δήλωνε ότι αντιμετώπιζε τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλει πέρα, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 42,5%. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή και αποτυπώνει την ένταση της οικονομικής πίεσης που αισθάνονται τα ελληνικά νοικοκυριά.

 

Ιδιαίτερα επιβαρυμένη είναι η κατάσταση στη στέγαση. Το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 7,7%.

 

Παράλληλα, το 18,1% των κατοίκων δεν μπορούσε να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, επίσης το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών, έναντι 8,8% στην ΕΕ.

 

Η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση αφορούσε το 14,9% του ελληνικού πληθυσμού. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονταν μόνο στη Ρουμανία, με 16,8%, και στη Βουλγαρία, με 15%.

 

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ποσοστό όσων θεωρούσαν τον εαυτό τους φτωχό: έφθανε το 67,2% στην Ελλάδα, όταν στις περισσότερες χώρες της ΕΕ κυμαινόταν από 7,1% έως 23,4%. Η Βουλγαρία, με 36,1%, ήταν η μόνη άλλη χώρα που ξεπερνούσε αυτό το εύρος.

 

Οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας σε όλες τις ελληνικές περιφέρειες

 

Η οικονομική πίεση αντανακλάται και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.

 

Και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφάνισαν υψηλότερα ποσοστά μη καλυπτόμενων αναγκών για ιατρική εξέταση από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της ΕΕ. Τα ποσοστά κυμαίνονταν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο, όταν ο μέσος όρος της Ένωσης ήταν 2,4%.

 

Στον συγκεκριμένο δείκτη περιλαμβάνονται περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πολίτες δεν κατάφεραν να λάβουν την αναγκαία ιατρική εξέταση λόγω κόστους, απόστασης ή λιστών αναμονής. Η εικόνα υπογραμμίζει ότι η οικονομική ευαλωτότητα δεν περιορίζεται στην κατανάλωση ή στη στέγαση, αλλά επηρεάζει και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

 

Το πραγματικό εισόδημα παραμένει κάτω από τα επίπεδα του 2010

 

Η μακροχρόνια εξέλιξη των εισοδημάτων αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Το πραγματικό διάμεσο εισόδημα στην Ελλάδα ήταν το 2025 κατά 22,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2010. Αντίθετα, στο σύνολο της ΕΕ είχε αυξηθεί κατά 25,4% την ίδια περίοδο.

 

Η απόκλιση αυτή δείχνει ότι, παρά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και τη βελτίωση αρκετών μακροοικονομικών δεικτών, η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών παραμένει ζητούμενο.

 

Το βασικό συμπέρασμα από τα στοιχεία της Eurostat είναι ότι η οικονομική ευημερία δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στους ρυθμούς ανάπτυξης ή στη μείωση της ανεργίας. Κρίνεται και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να καλύπτουν τις στεγαστικές και διατροφικές τους ανάγκες, να έχουν πρόσβαση στην υγεία και να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

 

Για την Ελλάδα, οι επιδόσεις σε αυτούς τους δείκτες αναδεικνύουν μια επίμονη πρόκληση: η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών πρέπει να μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και σε μικρότερη οικονομική πίεση για τα νοικοκυριά.

                    

 

Παιδική φτώχεια: Στην 4η χειρότερη θέση της ΕΕ η Ελλάδα – Σε κίνδυνο φτώχειας το 30% των παιδιών

 

Στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025. Σχεδόν 3 στα 10 παιδιά στη χώρα βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ποσοστό 30% που κατατάσσει την Ελλάδα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.

 

Χειρότερη εικόνα καταγράφεται στην Ισπανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 34%, ενώ ακολουθούν η Βουλγαρία με 33% και η Ρουμανία με 32%.

 

Η επίδοση της Ελλάδας αναδεικνύει τις επίμονες κοινωνικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά με παιδιά, καθώς ένα σημαντικό μέρος του παιδικού πληθυσμού παραμένει εκτεθειμένο στον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.

 

Οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ

 

Η εικόνα στην Ευρώπη παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Στον αντίποδα των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά, η Σλοβενία και η Ολλανδία καταγράφουν ποσοστό 13%, ενώ στην Κύπρο το αντίστοιχο μέγεθος διαμορφώνεται στο 14%.

 

Η απόσταση μεταξύ των χωρών με τις καλύτερες και τις χειρότερες επιδόσεις αποτυπώνει τις διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης και τις αποκλίσεις στην αντιμετώπιση των κοινωνικών κινδύνων που πλήττουν τα παιδιά.

 

Η πρόοδος Βουλγαρίας και Ρουμανίας

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των δεικτών την τελευταία δεκαετία. Παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία εξακολουθούν να βρίσκονται μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής φτώχειας, έχουν καταγράψει τη μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με το 2015.

 

Πριν από δέκα χρόνια, το ποσοστό των παιδιών που αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ξεπερνούσε το 50% στη Βουλγαρία και το 40% στη Ρουμανία. Η υποχώρηση των ποσοστών έως το 2025 δείχνει ότι, παρά τις συνεχιζόμενες δυσκολίες, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος.

 

Στάσιμη η εικόνα σε Γερμανία, Γαλλία και Αυστρία

 

Αντίθετα, σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες η βελτίωση εμφανίζεται περιορισμένη. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αυστρία, τα ποσοστά παιδιών σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025 παραμένουν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του 2015.

 

Τα στοιχεία υπογραμμίζουν ότι η παιδική φτώχεια δεν αποτελεί αποκλειστικά πρόβλημα των λιγότερο εύπορων κρατών-μελών. Παραμένει μια ευρύτερη κοινωνική πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με διαφορετική ένταση από χώρα σε χώρα.

 

Για την Ελλάδα, το υψηλό ποσοστό αναδεικνύει τη σημασία της ενίσχυσης των οικογενειών με παιδιά και της αποτελεσματικότητας των πολιτικών κοινωνικής προστασίας, καθώς η αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας επηρεάζει όχι μόνο τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης, αλλά και τις ευκαιρίες που θα έχουν οι επόμενες γενιές.

 

                                            

 

 

 

                               

 

Ευρωπαϊκή βιομηχανία: Γιατί οι περισσότερες ώρες εργασίας δεν φέρνουν ανταγωνιστικότητα – Το ελληνικό παράδειγμα

 

Η Ευρώπη αναζητά τρόπους να ανακτήσει τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, με το υψηλό εργατικό κόστος να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της συζήτησης. Υπάρχει, όμως, μια διαφορετική ανάγνωση: το πρόβλημα δεν είναι ότι οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι κοστίζουν υπερβολικά, αλλά ότι οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν αρκετά στην παραγωγική τους δυναμικότητα, στην τεχνολογία και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων.

 

Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα της Judith Kirton-Darling, γενικής γραμματέως της industriAll Europe, σε άρθρο της στο Social Europe. Η ίδια χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, υποστηρίζοντας ότι οι περισσότερες ώρες εργασίας και η αποδυνάμωση των εργασιακών δικαιωμάτων δεν αρκούν για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας.

 

Η ελληνική περίπτωση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η χώρα καταγράφει τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ έχουν θεσπιστεί δυνατότητες εξαήμερης απασχόλησης και ημερήσιας εργασίας έως 13 ώρες υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την ανάλυση, η μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.

 

Το ερώτημα, επομένως, είναι αν η Ευρώπη επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα από τη λάθος πλευρά.

 

Τα κέρδη αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς

 

Ένα από τα βασικά στοιχεία που επικαλείται η Kirton-Darling αφορά την κατανομή του οικονομικού αποτελέσματος μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων.

 

Από το 2000, τα συνολικά ακαθάριστα κέρδη στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα της Ευρώπης έχουν αυξηθεί σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τον μέσο μισθό. Παράλληλα, στη μεταποίηση, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο έχει αυξηθεί κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τον μισθό ανά εργαζόμενο.

 

Η συγκεκριμένη εικόνα ενισχύει το επιχείρημα ότι η παραγωγικότητα δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών. Οι εργαζόμενοι μπορούν να παράγουν μεγαλύτερη αξία, χωρίς να συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό στην κατανομή του εισοδήματος που δημιουργείται.

 

Η ανάλυση αμφισβητεί, παράλληλα, την άποψη ότι το εργατικό κόστος αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίσω από την υποχώρηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε αρκετούς κλάδους, το κόστος εργασίας ως ποσοστό των εσόδων παρέμεινε σχετικά σταθερό επί περίπου 25 χρόνια. Στην αυτοκινητοβιομηχανία και στους προμηθευτές της, μάλιστα, το αντίστοιχο ποσοστό υποχώρησε από 13,9% το 2020 σε 10,7% το 2025.

 

Γιατί η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα

 

Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας, καθώς συνδυάζει υψηλή διάρκεια εργασίας με επίμονες αδυναμίες στην παραγωγική βάση.

 

Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι απασχολούνται περισσότερες ώρες δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η οικονομία παράγει περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας. Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται επίσης από τις επενδύσεις σε εξοπλισμό, αυτοματοποίηση, έρευνα, τεχνολογία και οργάνωση της παραγωγής.

 

Η Kirton-Darling επισημαίνει ότι η επέκταση του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να λύσει από μόνη της τα προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Εργοστάσια αυτοκινήτων, χαλυβουργεία και χημικές εγκαταστάσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν κάτω από την παραγωγική τους δυναμικότητα. Όταν υπάρχει αδυναμία απορρόφησης της παραγωγής, η παράταση του ωραρίου δεν δημιουργεί αυτομάτως νέες πωλήσεις.

 

Με άλλα λόγια, η αύξηση των ωρών εργασίας δεν υποκαθιστά την ανάγκη για επενδύσεις, νέες αγορές και ενίσχυση της ζήτησης.

 

Το μάθημα από την κρίση του 2008

 

Η αρθρογράφος συνδέει τη σημερινή συζήτηση με την ευρωπαϊκή κρίση μετά το 2008-2009. Τότε, αρκετές χώρες προχώρησαν σε συγκράτηση των μισθών και αλλαγές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης του κόστους.

 

Κατά την άποψή της, αυτή η προσέγγιση συνέβαλε σε μια δεύτερη περίοδο οικονομικής αδυναμίας, καθώς η συμπίεση του εισοδήματος περιόρισε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες.

 

Η συλλογιστική είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη συγκράτηση των μισθών. Οι αποδοχές αποτελούν κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα είναι εισόδημα για τους εργαζομένους και πηγή ζήτησης για την οικονομία.

 

Γι’ αυτό και η προστασία των μισθών από τον πληθωρισμό, όπως συμβαίνει μέσω της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στο Βέλγιο, αποτελεί βασικό αίτημα των συνδικάτων.

 

Το πραγματικό πρόβλημα: η υποεπένδυση

 

Σύμφωνα με την ανάλυση, η βαθύτερη αδυναμία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται και αξιοποιούνται τα επιχειρηματικά κέρδη.

 

Η αυξανόμενη παρουσία μεγάλων διαχειριστών κεφαλαίων και ιδιωτικών επενδυτικών εταιρειών στην ιδιοκτησία επιχειρήσεων δημιουργεί, κατά την Kirton-Darling, κίνητρα για την προτεραιοποίηση βραχυπρόθεσμων αποδόσεων προς τους μετόχους, αντί για μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα μεγαλύτερο μέρος των κερδών μπορεί να κατευθύνεται σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών, αντί να επανεπενδύεται σε νέες εγκαταστάσεις, τεχνολογικό εξοπλισμό, έρευνα και ανάπτυξη.

 

Τα στοιχεία που παραθέτει δείχνουν ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην ΕΕ μειώθηκαν από το 13,9% του ΑΕΠ το 2019 στο 12,5% το 2024. Η ίδια συνδέει την υποχώρηση αυτή με την αύξηση των διανομών προς τους μετόχους και τη μείωση του μεριδίου των κερδών που επανεπενδύεται.

 

Η θέση της είναι σαφής: εάν η Ευρώπη θέλει να ενισχύσει την παραγωγική της βάση, πρέπει να δημιουργήσει κίνητρα για επενδύσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αντί να στηρίζεται κυρίως στη μείωση του κόστους εργασίας.

 

Τι προτείνουν τα ευρωπαϊκά συνδικάτα

 

Οι προτάσεις της industriAll Europe συνδέουν τη βιομηχανική πολιτική με την προστασία της εργασίας και τη δικαιότερη κατανομή των οικονομικών βαρών.

 

Στο Βέλγιο, τα συνδικάτα αντιδρούν σε ενδεχόμενες παρεμβάσεις στην αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών, σε αυξήσεις του ΦΠΑ και σε ρυθμίσεις που θα επέτρεπαν μεγαλύτερη ευελιξία στην ετήσια διάρκεια εργασίας προς όφελος των εργοδοτών.

 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Kirton-Darling προτείνει μεταξύ άλλων:

 

Ισχυρότερους κοινωνικούς όρους στη δημόσια χρηματοδότηση: οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν δημόσια στήριξη να δεσμεύονται για ποιοτικές θέσεις εργασίας, συλλογικές διαπραγματεύσεις, κατάρτιση και προστασία από τη μετεγκατάσταση παραγωγής.

 

Περιορισμούς στη χρήση δημόσιων πόρων για διανομές προς τους μετόχους: να μην κατευθύνεται η δημόσια ενίσχυση σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών.

 

Φορολογική επιβάρυνση των επαναγορών μετοχών και των κεφαλαιακών εισοδημάτων: ώστε, σύμφωνα με την πρόταση, όσοι ωφελούνται περισσότερο από την αύξηση των κερδών να συνεισφέρουν περισσότερο.

 

Προτεραιότητα στα ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες συμβάσεις: αξιοποίηση της δημόσιας ζήτησης για τη στήριξη στρατηγικών κλάδων και τη διατήρηση των ευρωπαϊκών αλυσίδων αξίας.

 

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται ο προτεινόμενος Νόμος για τον Βιομηχανικό Επιταχυντή, μέσω του οποίου θα μπορούσε να ενισχυθεί η ζήτηση για προϊόντα ευρωπαϊκής παραγωγής σε επιλεγμένους στρατηγικούς τομείς.

 

Το διακύβευμα για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα

 

Η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας δεν αφορά μόνο το ύψος των μισθών ή τη διάρκεια του ωραρίου. Αφορά το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει το ανθρώπινο κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, την ερευνητική της βάση και την ενιαία αγορά σε υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη παραγωγική δυναμικότητα.

 

Η θέση της Kirton-Darling είναι ότι η συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές αδυναμίες που προκύπτουν από τη χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα. Αντίθετα, προκρίνει ένα μοντέλο στο οποίο η δημόσια στήριξη συνδέεται με παραγωγικές επενδύσεις, ποιοτικές θέσεις εργασίας και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

 

Το ελληνικό παράδειγμα χρησιμοποιείται ως προειδοποίηση για τους κινδύνους μιας στρατηγικής που δίνει έμφαση στις περισσότερες ώρες εργασίας χωρίς να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το ζήτημα των επενδύσεων και της παραγωγικότητας.

 

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο εργάζεται ένας εργαζόμενος, αλλά και από τα εργαλεία, την τεχνολογία και το κεφάλαιο που έχει στη διάθεσή του. Για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, η πρόκληση είναι να αυξήσει την παραγόμενη αξία και όχι απλώς να παρατείνει τον χρόνο εργασίας.

 
 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum