| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 

"Kουλου-βάχατα"

Σχόλια για τα πάντα ……. Η φράση “Κουλου – βάχατα” προέρχεται από την αντίστοιχη αραβική «κούλου ουάχαντ» που σημαίνει «όλα μαζί ένα».

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

 

00:01 - 13/08/26

                                  

 

 

Δημογραφικό: Η γήρανση του πληθυσμού αλλάζει το ασφαλιστικό και δοκιμάζει το κοινωνικό κράτος

 

Η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελεί πλέον μια μακροπρόθεσμη δημογραφική πρόβλεψη, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη μεταβάλλει τις οικονομίες και τα κοινωνικά συστήματα σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων σε σχέση με τον ενεργό πληθυσμό δημιουργεί νέες πιέσεις στα ασφαλιστικά συστήματα, στην αγορά εργασίας και στα δημόσια οικονομικά.

 

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα γερνά ο πληθυσμός, αλλά κυρίως ποιος θα επωμιστεί το οικονομικό κόστος αυτής της αλλαγής.

 

Σε πολλές δυτικές οικονομίες, η απάντηση που προκρίνεται τα τελευταία χρόνια είναι ένας συνδυασμός υψηλότερων ορίων συνταξιοδότησης, περιορισμού της αύξησης των παροχών και μεγαλύτερης συμμετοχής των ίδιων των πολιτών στη χρηματοδότηση της συνταξιοδοτικής τους επάρκειας.

 

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά και το παραδοσιακό κοινωνικό συμβόλαιο. Το κράτος καλείται να στηρίξει έναν αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων, την ώρα που η βάση των εργαζομένων πάνω στην οποία στηρίζεται το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα δεν αυξάνεται με αντίστοιχο ρυθμό.

 

Ο δημογραφικός δείκτης που αλλάζει τα δεδομένα

 

Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για την κατανόηση της πίεσης που δέχονται τα συνταξιοδοτικά συστήματα. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων σε σχέση με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, τόσο περισσότερους πόρους απαιτεί η χρηματοδότηση των συντάξεων.

 

Η τάση είναι ιδιαίτερα έντονη στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνδυάζεται με χαμηλή γεννητικότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή αλλαγή της ηλικιακής πυραμίδας: περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκτός της αγοράς εργασίας, ενώ ο αριθμός των νέων που εισέρχονται σε αυτήν περιορίζεται.

 

Για τα διανεμητικά συστήματα ασφάλισης, στα οποία οι σημερινές εισφορές χρηματοδοτούν σε μεγάλο βαθμό τις σημερινές συντάξεις, πρόκειται για μια θεμελιώδη πρόκληση.

 

Η εύκολη λύση: περισσότερα χρόνια εργασίας

 

Μία από τις βασικές απαντήσεις των κυβερνήσεων είναι η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης.

 

Η λογική είναι απλή: εάν οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια, θα πρέπει να εργάζονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να περιοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνουν σύνταξη και να αυξηθούν παράλληλα τα χρόνια καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

 

Έτσι, σε αρκετές χώρες εξετάζονται ή εφαρμόζονται σταδιακές αυξήσεις των ορίων συνταξιοδότησης, με το όριο των 67 ετών να μετατρέπεται σταδιακά από ανώτατο σημείο αναφοράς σε ενδιάμεσο σταθμό.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν σημαίνει αυτομάτως και αντίστοιχη αύξηση των ετών κατά τα οποία όλοι οι άνθρωποι μπορούν να εργάζονται χωρίς σημαντικούς περιορισμούς.

 

Η πραγματικότητα διαφέρει δραματικά ανάλογα με το επάγγελμα, το εισόδημα, το επίπεδο εκπαίδευσης και τις συνθήκες εργασίας.

 

Δεν γερνούν όλοι με τον ίδιο τρόπο

 

Η οριζόντια αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης δημιουργεί ένα ζήτημα που συχνά υποτιμάται: η δυνατότητα παραμονής στην εργασία μέχρι τα 70 ή τα 72 έτη δεν είναι ίδια για όλους.

 

Για έναν εργαζόμενο σε διοικητική θέση, η παράταση του εργασιακού βίου μπορεί να είναι σχετικά διαχειρίσιμη. Για έναν οικοδόμο, έναν εργαζόμενο σε βιομηχανία, έναν αγρότη, έναν επαγγελματία στην εστίαση ή κάποιον που εργάζεται επί δεκαετίες σε βαριές χειρωνακτικές συνθήκες, η ίδια παράταση μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη.

 

Έτσι, ένα ενιαίο ηλικιακό όριο μπορεί στην πράξη να λειτουργεί πολύ διαφορετικά για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

 

Όσοι δεν μπορούν να παραμείνουν στην εργασία μέχρι την προβλεπόμενη ηλικία συνταξιοδότησης ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με μια δύσκολη επιλογή: πρόωρη έξοδο με μειωμένη σύνταξη ή παραμονή στην αγορά εργασίας παρά τη μειωμένη εργασιακή ικανότητα.

 

Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Έχει και έντονη κοινωνική διάσταση.

 

Ποιος θα χρηματοδοτήσει το κόστος της γήρανσης;

 

Η δημογραφική μεταβολή δημιουργεί αναπόφευκτα ένα ερώτημα σχετικά με τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος.

 

Η αύξηση των ορίων ηλικίας αποτελεί μία λύση, αλλά δεν είναι η μοναδική. Στο τραπέζι μπορούν να βρεθούν και άλλες επιλογές: μεγαλύτερη συμμετοχή των εργοδοτών, διαφορετική φορολογική μεταχείριση υψηλών εισοδημάτων και περιουσιών, αξιοποίηση των αυξημένων φορολογικών εσόδων που δημιουργεί η παραγωγικότητα, αλλά και διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης μέσω υψηλότερης απασχόλησης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τεχνολογική πρόοδος.

 

Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αυξάνεται διαχρονικά χάρη στην αυτοματοποίηση, την ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι εάν ένα μέρος αυτής της πρόσθετης παραγωγής θα μπορούσε να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση των κοινωνικών συστημάτων ή εάν το όφελος θα παραμείνει κυρίως στο κεφάλαιο και στις επιχειρήσεις.

 

Με άλλα λόγια, το δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα αριθμών. Είναι και πρόβλημα κατανομής του παραγόμενου πλούτου.

 

Η πίεση στις νεότερες γενιές

 

Την ίδια στιγμή, οι νεότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον.

 

Από τη μία πλευρά, καλούνται να χρηματοδοτήσουν μέσω εισφορών ένα σύστημα που επιβαρύνεται από τη γήρανση του πληθυσμού. Από την άλλη, αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος στέγασης, αυξημένες τιμές βασικών αγαθών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα σχετικά με το επίπεδο εισοδήματος που θα μπορούν να εξασφαλίσουν στο μέλλον.

 

Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή πίεση.

 

Οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν για τις σημερινές συντάξεις, χωρίς να έχουν την ίδια βεβαιότητα ότι το σύστημα θα τους προσφέρει αντίστοιχη προστασία όταν οι ίδιοι φτάσουν στην ηλικία συνταξιοδότησης.

 

Αυτό μπορεί να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα και να ενισχύσει την ανάγκη για ιδιωτική αποταμίευση και ιδιωτική ασφάλιση.

 

Όμως η δυνατότητα δημιουργίας ιδιωτικού συνταξιοδοτικού κεφαλαίου δεν είναι ίδια για όλα τα εισοδηματικά στρώματα. Οι υψηλότερα αμειβόμενοι μπορούν ευκολότερα να αποταμιεύσουν, ενώ τα χαμηλότερα εισοδήματα συχνά δυσκολεύονται ακόμη και να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους.

 

                                      

 

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η παραγωγικότητα

 

Υπάρχει, επομένως, μια διαφορετική οπτική στο δημογραφικό.

 

Το ζητούμενο δεν είναι αποκλειστικά να αυξηθεί ο αριθμός των εργαζομένων ή να παραταθεί ο χρόνος εργασίας τους. Είναι να αυξηθεί η οικονομική παραγωγή που αντιστοιχεί σε κάθε εργαζόμενο.

 

Μια οικονομία με λιγότερους εργαζομένους μπορεί θεωρητικά να διατηρήσει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, εφόσον η παραγωγικότητα αυξάνεται αρκετά ώστε να αντισταθμίζει τη δημογραφική συρρίκνωση.

 

Αυτό καθιστά τις επενδύσεις στην τεχνολογία, την εκπαίδευση, τις υποδομές και την αυτοματοποίηση κρίσιμες όχι μόνο για την ανάπτυξη, αλλά και για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

 

Παράλληλα, η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, η ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης, η καλύτερη ενσωμάτωση των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων και, όπου απαιτείται, η στοχευμένη μεταναστευτική πολιτική μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης.

 

Από το δημογραφικό στο νέο κοινωνικό συμβόλαιο

 

Η γήρανση του πληθυσμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με λογιστικούς όρους.

 

Η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης μπορεί να βελτιώσει τα δημόσια οικονομικά, αλλά εάν εφαρμοστεί οριζόντια μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα εκείνους που εργάζονται σε επαγγέλματα υψηλής σωματικής καταπόνησης.

 

Η μείωση των παροχών μπορεί να περιορίσει τις κρατικές δαπάνες, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο φτώχειας στην τρίτη ηλικία.

 

Η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της ευθύνης στην ιδιωτική αποταμίευση μπορεί να ενισχύσει την ατομική ασφάλεια όσων έχουν τη δυνατότητα να αποταμιεύσουν, αλλά μπορεί να αφήσει εκτεθειμένα τα χαμηλότερα εισοδήματα.

 

Το δημογραφικό, επομένως, θέτει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: ποιο κοινωνικό κράτος θέλουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες για τις επόμενες δεκαετίες και ποιος θα πληρώσει για αυτό;

 

Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην παράταση του εργασιακού βίου. Απαιτεί έναν συνδυασμό υψηλότερης παραγωγικότητας, περισσότερης απασχόλησης, αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των δημόσιων πόρων και μιας δικαιότερης κατανομής του πλούτου.

 

Η δημογραφική γήρανση είναι δεδομένη. Ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν οι κοινωνίες τις συνέπειές της, όμως, δεν είναι προδιαγεγραμμένος. Είναι πολιτική και οικονομική επιλογή.

 

                             

 

Έρευνα και καινοτομία: Η Ελλάδα επενδύει λιγότερο, ενώ ακόμη και τα διαθέσιμα κονδύλια μένουν αναξιοποίητα

 

Η υπόθεση της ακύρωσης του προγράμματος «Εμπιστοσύνη στα Αστέρια μας – Trust your Stars» φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: την απόσταση ανάμεσα στη ρητορική για τη σημασία της έρευνας και της καινοτομίας και στους πραγματικούς πόρους που τελικά διοχετεύονται σε αυτές.

 

Το πρόγραμμα, συνολικού ύψους 80 εκατ. ευρώ, είχε ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και σχεδιάστηκε προκειμένου να ενισχύσει την ερευνητική δραστηριότητα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Προβλεπόταν η χρηματοδότηση ερευνητικών έργων νέων επιστημόνων, αλλά και συνεργασιών μεταξύ ερευνητών διαφορετικών ΑΕΙ.

 

Τελικά, όμως, το πρόγραμμα ακυρώθηκε, καθώς δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί μέσα στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης. Η προσπάθεια να μεταφερθεί η χρηματοδότησή του στο ΕΣΠΑ δεν ευοδώθηκε, καθώς δεν εξασφαλίστηκαν τα απαραίτητα κονδύλια.

 

Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τα 80 εκατ. ευρώ που χάθηκαν ως διαθέσιμο εργαλείο χρηματοδότησης, αλλά κυρίως επειδή καταδεικνύει το πρόβλημα προτεραιοτήτων που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η χώρα.

 

Όταν τα voucher βρίσκουν πιο εύκολα χρήματα

 

Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν συγκριθεί η τύχη ενός ερευνητικού προγράμματος με εκείνη άλλων δράσεων που χρηματοδοτήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

 

Προγράμματα με σημαντικά υψηλότερους προϋπολογισμούς προχώρησαν με μεγαλύτερη ταχύτητα, ιδιαίτερα όταν συνδέονταν με την κατανάλωση και την ανανέωση προϊόντων λιανικής.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δράσεις για την αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και tablets, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως εργαλεία ψηφιακής αναβάθμισης και εκπαιδευτικής στήριξης. Οι δύο κύκλοι της «Ψηφιακής Μέριμνας» είχαν συνολικό προϋπολογισμό περίπου 168,5 εκατ. ευρώ.

 

Αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί το πρόγραμμα «Ανακυκλώνω – Αλλάζω Συσκευή». Ξεκίνησε με αρχικό προϋπολογισμό 150 εκατ. ευρώ, για να ακολουθήσει στη συνέχεια νέα χρηματοδότηση αντίστοιχου ύψους.

 

Το ζήτημα δεν είναι φυσικά αν τέτοιες δράσεις είχαν ή όχι οικονομική χρησιμότητα. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η κινητοποίηση σημαντικών πόρων για την ενίσχυση της κατανάλωσης και την αντικατάσταση ηλεκτρικών συσκευών αποδεικνύεται ευκολότερη από την εξασφάλιση 80 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας στα ελληνικά πανεπιστήμια.

 

Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία σχεδόν σε κάθε δημόσια συζήτηση επαναλαμβάνεται η ανάγκη να συνδεθεί η έρευνα με την παραγωγή και να δημιουργηθούν περισσότερες δυνατότητες ώστε οι Έλληνες επιστήμονες να μπορούν να παραμένουν και να εργάζονται στην Ελλάδα.

 

                                                                 

 

Οι αριθμοί δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει πίσω

 

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης.

 

Οι κρατικές πιστώσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ελλάδα υποχώρησαν το 2025 στα 1,275 δισ. ευρώ, από 1,305 δισ. ευρώ το 2024. Πρόκειται για μείωση περίπου 30 εκατ. ευρώ σε απόλυτους αριθμούς.

 

Μπορεί η διαφορά να φαίνεται μικρή σε σχέση με το μέγεθος του κρατικού προϋπολογισμού, όμως αποκτά διαφορετική σημασία όταν αφορά έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

 

Οι κρατικές πιστώσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη αντιστοιχούσαν το 2025 μόλις στο 0,51% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 0,55% το 2024.

 

Σε όρους δαπάνης ανά κάτοικο, η Ελλάδα υποχώρησε στα περίπου 123 ευρώ, από 125,8 ευρώ το 2024.

 

Την ίδια χρονιά, ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 0,69% του ΑΕΠ, από 0,70% το προηγούμενο έτος. Η απόσταση παραμένει συνεπώς σημαντική, παρά τη μικρή υποχώρηση του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

 

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά όταν η σύγκριση γίνεται ανά κάτοικο. Η μέση κρατική δαπάνη στην ΕΕ ανήλθε σε 288,9 ευρώ, δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο της ελληνικής.

 

Ποιες χώρες επενδύουν πραγματικά στην έρευνα

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν εξεταστούν οι χώρες που έχουν επιλέξει να δώσουν στην έρευνα πολύ μεγαλύτερο βάρος.

 

Στη Γερμανία οι κρατικές πιστώσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη αντιστοιχούν στο 1,03% του ΑΕΠ, ενώ η δαπάνη ανά κάτοικο φθάνει τα 553,5 ευρώ.

 

Στη Φινλανδία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 1,02%, με 511 ευρώ ανά κάτοικο.

 

Υψηλές επιδόσεις καταγράφουν επίσης η Αυστρία, με κρατικές πιστώσεις που αντιστοιχούν στο 0,94% του ΑΕΠ και 527,4 ευρώ ανά κάτοικο, η Εσθονία με 0,93% και 284 ευρώ, η Σλοβενία με 0,92% και 304,3 ευρώ και η Δανία με 0,90% και 627,1 ευρώ ανά κάτοικο

 

Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της απόστασης που πρέπει να καλύψει η Ελλάδα. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορά στον απόλυτο αριθμό των χρημάτων που δαπανώνται. Πρόκειται για διαφορετική αντίληψη σχετικά με τον ρόλο της έρευνας στην οικονομική ανάπτυξη.

    

                         

 

Και ο ιδιωτικός τομέας δεν καλύπτει το κενό

 

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη χαμηλή κρατική χρηματοδότηση.

 

Η Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει αδυναμίες και στην ιδιωτική χρηματοδότηση της Έρευνας και Ανάπτυξης, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος καινοτομίας.

 

Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, οι επιχειρήσεις χρηματοδότησαν το 46,5% των συνολικών δαπανών Έρευνας και Ανάπτυξης στην Ελλάδα το 2024, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 1,68 δισ. ευρώ.

 

Πρόκειται για το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής δαπάνης στη χώρα, όμως και πάλι η επίδοση είναι χαμηλότερη από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.

 

Στην ΕΕ, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του 2023, οι επιχειρήσεις χρηματοδότησαν το 56,72% των συνολικών δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη. Το κράτος κάλυψε μόλις το 30,06%.

 

Η διαφορά έχει σημασία. Όταν οι επιχειρήσεις επενδύουν περισσότερο στην έρευνα, δημιουργείται ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και παραγωγής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εμπορική αξιοποίηση της έρευνας, ανάπτυξη νέων προϊόντων, αύξηση της παραγωγικότητας και δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.

 

Στην Ελλάδα, αυτή η αλυσίδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες.

 

Πού κατευθύνονται τα κρατικά κονδύλια

 

Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά όχι μόνο το ύψος της χρηματοδότησης αλλά και το πού καταλήγει.

 

 

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2025 οι κρατικές πιστώσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη στον τομέα της υγείας αντιστοιχούσαν σε μόλις 13,9 ευρώ ανά κάτοικο στην Ελλάδα.

 

Υπήρξε βέβαια βελτίωση σε σχέση με το 2015, όταν η αντίστοιχη δαπάνη ήταν 10,4 ευρώ ανά κάτοικο, όμως η μεταβολή παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες ενός τομέα που βρίσκεται στην καρδιά της σύγχρονης τεχνολογικής και επιστημονικής ανάπτυξης.

 

Στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογίας, οι αντίστοιχες κρατικές πιστώσεις διαμορφώθηκαν το 2025 στα 13,5 ευρώ ανά κάτοικο.

 

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι, δεν είναι πάντα σαφές ότι κατευθύνονται στους τομείς όπου μπορούν να δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία.

 

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα χρήματα

 

Η ακύρωση του «Trust your Stars» αποκαλύπτει επομένως ένα πρόβλημα που είναι μεγαλύτερο από τον προϋπολογισμό ενός συγκεκριμένου προγράμματος.

 

Η Ελλάδα έχει επί χρόνια δυσκολία να μετατρέψει την ερευνητική δραστηριότητα σε σταθερό αναπτυξιακό πλεονέκτημα. Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος του ανθρώπινου δυναμικού υψηλής κατάρτισης αναζητά καλύτερες συνθήκες εργασίας στο εξωτερικό.

 

Το παράδοξο είναι ότι η χώρα διαθέτει σημαντικό επιστημονικό δυναμικό και αρκετές ερευνητικές ομάδες με διεθνή παρουσία, αλλά δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει αντίστοιχες συνθήκες χρηματοδότησης και αξιοποίησης της γνώσης στο εσωτερικό.

 

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: περιορισμένη χρηματοδότηση οδηγεί σε λιγότερες ευκαιρίες, οι λιγότερες ευκαιρίες ενισχύουν τη φυγή επιστημόνων και η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου περιορίζει περαιτέρω την ικανότητα της χώρας να δημιουργήσει νέες τεχνολογικές και παραγωγικές δραστηριότητες.

 

Η κυβέρνηση εξετάζει νέο υπουργείο

 

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η κυβέρνηση εξετάζει μια θεσμική αλλαγή με τη δημιουργία αυτόνομου υπουργείου Ανωτάτης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας.

 

Η λογική πίσω από την πρόταση είναι ότι η σημερινή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών υπουργείων δημιουργεί καθυστερήσεις, επικαλύψεις και δυσλειτουργίες στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των πολιτικών.

 

Ένα ενιαίο υπουργείο θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει πιο συνεκτική στρατηγική, συνδέοντας την ανώτατη εκπαίδευση με την έρευνα, την καινοτομία και τελικά την παραγωγή.

 

Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι απλώς η αλλαγή της διοικητικής δομής.

 

Η Ελλάδα χρειάζεται μια σταθερή και πολυετή πολιτική για την έρευνα, με σαφείς προτεραιότητες, προβλέψιμη χρηματοδότηση και ισχυρότερη σύνδεση με τις επιχειρήσεις. Χρειάζεται επίσης μηχανισμούς που θα επιτρέπουν στα πανεπιστήμια και στους ερευνητές να αξιοποιούν τα διαθέσιμα κονδύλια χωρίς να χάνονται πολύτιμοι πόροι λόγω γραφειοκρατικών καθυστερήσεων.

 

Γιατί τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα δαπανά λιγότερα για Έρευνα και Ανάπτυξη από την Ευρώπη.

 

Είναι ότι ακόμη και όταν εξασφαλίζονται σημαντικοί ευρωπαϊκοί πόροι, δεν καταφέρνει πάντοτε να τους μετατρέψει έγκαιρα σε πραγματική ερευνητική δραστηριότητα.

 

Και αυτή ίσως είναι η πιο ανησυχητική πλευρά της υπόθεσης «Trust your Stars»: σε μια οικονομία που θέλει να περάσει από το μοντέλο της φθηνής εργασίας, της κατανάλωσης και των εισαγόμενων τεχνολογιών σε ένα παραγωγικό μοντέλο υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, η έρευνα και η καινοτομία δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια ακόμη κατηγορία κρατικής δαπάνης.

 

Αποτελούν την υποδομή πάνω στην οποία θα κριθεί μεγάλο μέρος της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας τις επόμενες δεκαετίες.

 
 

 

 

     

 

Παλαιότερα Σχόλια

 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum