|
Δημογραφικό: Η γήρανση του πληθυσμού αλλάζει το ασφαλιστικό
και δοκιμάζει το κοινωνικό κράτος
Η γήρανση του
πληθυσμού δεν αποτελεί πλέον μια μακροπρόθεσμη δημογραφική
πρόβλεψη, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη μεταβάλλει τις
οικονομίες και τα κοινωνικά συστήματα σε ολόκληρο τον
ανεπτυγμένο κόσμο. Η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων σε
σχέση με τον ενεργό πληθυσμό δημιουργεί νέες πιέσεις στα
ασφαλιστικά συστήματα, στην αγορά εργασίας και στα δημόσια
οικονομικά.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο
πόσο γρήγορα γερνά ο πληθυσμός, αλλά κυρίως ποιος θα
επωμιστεί το οικονομικό κόστος αυτής της αλλαγής.
Σε πολλές
δυτικές οικονομίες, η απάντηση που προκρίνεται τα τελευταία
χρόνια είναι ένας συνδυασμός υψηλότερων ορίων
συνταξιοδότησης, περιορισμού της αύξησης των παροχών και
μεγαλύτερης συμμετοχής των ίδιων των πολιτών στη
χρηματοδότηση της συνταξιοδοτικής τους επάρκειας.
Η εξέλιξη αυτή
μεταβάλλει σταδιακά και το παραδοσιακό κοινωνικό συμβόλαιο.
Το κράτος καλείται να στηρίξει έναν αυξανόμενο αριθμό
συνταξιούχων, την ώρα που η βάση των εργαζομένων πάνω στην
οποία στηρίζεται το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα δεν
αυξάνεται με αντίστοιχο ρυθμό.
Ο δημογραφικός
δείκτης που αλλάζει τα δεδομένα
Ο δείκτης
εξάρτησης ηλικιωμένων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους
δείκτες για την κατανόηση της πίεσης που δέχονται τα
συνταξιοδοτικά συστήματα. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των
συνταξιούχων σε σχέση με τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό,
τόσο περισσότερους πόρους απαιτεί η χρηματοδότηση των
συντάξεων.
Η τάση είναι
ιδιαίτερα έντονη στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου η αύξηση
του προσδόκιμου ζωής συνδυάζεται με χαμηλή γεννητικότητα. Το
αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή αλλαγή της ηλικιακής
πυραμίδας: περισσότεροι άνθρωποι παραμένουν για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα εκτός της αγοράς εργασίας, ενώ ο αριθμός
των νέων που εισέρχονται σε αυτήν περιορίζεται.
Για τα
διανεμητικά συστήματα ασφάλισης, στα οποία οι σημερινές
εισφορές χρηματοδοτούν σε μεγάλο βαθμό τις σημερινές
συντάξεις, πρόκειται για μια θεμελιώδη πρόκληση.
Η εύκολη λύση:
περισσότερα χρόνια εργασίας
Μία από τις
βασικές απαντήσεις των κυβερνήσεων είναι η αύξηση της
ηλικίας συνταξιοδότησης.
Η λογική είναι
απλή: εάν οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια, θα πρέπει να
εργάζονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να
περιοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνουν σύνταξη και να
αυξηθούν παράλληλα τα χρόνια καταβολής ασφαλιστικών
εισφορών.
Έτσι, σε αρκετές
χώρες εξετάζονται ή εφαρμόζονται σταδιακές αυξήσεις των
ορίων συνταξιοδότησης, με το όριο των 67 ετών να
μετατρέπεται σταδιακά από ανώτατο σημείο αναφοράς σε
ενδιάμεσο σταθμό.
Το πρόβλημα
είναι ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν σημαίνει
αυτομάτως και αντίστοιχη αύξηση των ετών κατά τα οποία όλοι
οι άνθρωποι μπορούν να εργάζονται χωρίς σημαντικούς
περιορισμούς.
Η πραγματικότητα
διαφέρει δραματικά ανάλογα με το επάγγελμα, το εισόδημα, το
επίπεδο εκπαίδευσης και τις συνθήκες εργασίας.
Δεν γερνούν όλοι
με τον ίδιο τρόπο
Η οριζόντια
αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης δημιουργεί ένα ζήτημα που
συχνά υποτιμάται: η δυνατότητα παραμονής στην εργασία μέχρι
τα 70 ή τα 72 έτη δεν είναι ίδια για όλους.
Για έναν
εργαζόμενο σε διοικητική θέση, η παράταση του εργασιακού
βίου μπορεί να είναι σχετικά διαχειρίσιμη. Για έναν
οικοδόμο, έναν εργαζόμενο σε βιομηχανία, έναν αγρότη, έναν
επαγγελματία στην εστίαση ή κάποιον που εργάζεται επί
δεκαετίες σε βαριές χειρωνακτικές συνθήκες, η ίδια παράταση
μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Έτσι, ένα ενιαίο
ηλικιακό όριο μπορεί στην πράξη να λειτουργεί πολύ
διαφορετικά για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.
Όσοι δεν μπορούν
να παραμείνουν στην εργασία μέχρι την προβλεπόμενη ηλικία
συνταξιοδότησης ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με μια
δύσκολη επιλογή: πρόωρη έξοδο με μειωμένη σύνταξη ή παραμονή
στην αγορά εργασίας παρά τη μειωμένη εργασιακή ικανότητα.
Το ζήτημα
επομένως δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Έχει και έντονη
κοινωνική διάσταση.
Ποιος θα
χρηματοδοτήσει το κόστος της γήρανσης;
Η δημογραφική
μεταβολή δημιουργεί αναπόφευκτα ένα ερώτημα σχετικά με τη
χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος.
Η αύξηση των
ορίων ηλικίας αποτελεί μία λύση, αλλά δεν είναι η μοναδική.
Στο τραπέζι μπορούν να βρεθούν και άλλες επιλογές:
μεγαλύτερη συμμετοχή των εργοδοτών, διαφορετική φορολογική
μεταχείριση υψηλών εισοδημάτων και περιουσιών, αξιοποίηση
των αυξημένων φορολογικών εσόδων που δημιουργεί η
παραγωγικότητα, αλλά και διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης
μέσω υψηλότερης απασχόλησης.
Ιδιαίτερη
σημασία έχει και η τεχνολογική πρόοδος.
Η παραγωγικότητα
ανά εργαζόμενο αυξάνεται διαχρονικά χάρη στην
αυτοματοποίηση, την ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη.
Το ερώτημα είναι εάν ένα μέρος αυτής της πρόσθετης παραγωγής
θα μπορούσε να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση των κοινωνικών
συστημάτων ή εάν το όφελος θα παραμείνει κυρίως στο κεφάλαιο
και στις επιχειρήσεις.
Με άλλα λόγια,
το δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα
αριθμών. Είναι και πρόβλημα κατανομής του παραγόμενου
πλούτου.
Η πίεση στις
νεότερες γενιές
Την ίδια στιγμή,
οι νεότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα
σύνθετο οικονομικό περιβάλλον.
Από τη μία
πλευρά, καλούνται να χρηματοδοτήσουν μέσω εισφορών ένα
σύστημα που επιβαρύνεται από τη γήρανση του πληθυσμού. Από
την άλλη, αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος στέγασης, αυξημένες
τιμές βασικών αγαθών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα σχετικά με
το επίπεδο εισοδήματος που θα μπορούν να εξασφαλίσουν στο
μέλλον.
Το αποτέλεσμα
είναι μια διπλή πίεση.
Οι σημερινοί
εργαζόμενοι πληρώνουν για τις σημερινές συντάξεις, χωρίς να
έχουν την ίδια βεβαιότητα ότι το σύστημα θα τους προσφέρει
αντίστοιχη προστασία όταν οι ίδιοι φτάσουν στην ηλικία
συνταξιοδότησης.
Αυτό μπορεί να
αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα
και να ενισχύσει την ανάγκη για ιδιωτική αποταμίευση και
ιδιωτική ασφάλιση.
Όμως η
δυνατότητα δημιουργίας ιδιωτικού συνταξιοδοτικού κεφαλαίου
δεν είναι ίδια για όλα τα εισοδηματικά στρώματα. Οι
υψηλότερα αμειβόμενοι μπορούν ευκολότερα να αποταμιεύσουν,
ενώ τα χαμηλότερα εισοδήματα συχνά δυσκολεύονται ακόμη και
να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους.
|