|
00:01 -
14/05/26 |
|
|
|
|
|

Επιχειρείν στην Ελλάδα: Πιο εύκολη η ίδρυση εταιρείας, αλλά
τα εμπόδια παραμένουν στην πράξη
Η διαδικασία
ίδρυσης μιας επιχείρησης στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί
θεαματικά τα τελευταία χρόνια, καθώς πλέον απαιτούνται κατά
μέσο όρο μόλις οκτώ ημέρες, τρία βασικά βήματα και κόστος
περίπου 18 ευρώ. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αλλαγή σε
σχέση με το παρελθόν, όταν η έναρξη επιχειρηματικής
δραστηριότητας προϋπέθετε έως και 15 διαφορετικές
διαδικασίες, αναμονή άνω των 40 ημερών και έξοδα που
μπορούσαν να φτάσουν τις 4.200 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται
το αρχικό κεφάλαιο.
Η λειτουργία του
Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), αλλά και οι μεταρρυθμίσεις
που ακολούθησαν μετά το 2011, συνέβαλαν σημαντικά στη
βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την
έκθεση «Business Ready 2026» της Παγκόσμιας Τράπεζας, η
Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην τρίτη θέση ανάμεσα σε 101 χώρες
ως προς την ευκολία σύστασης νέων επιχειρήσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|

Κυρίως στο αρχικό στάδιο
Ωστόσο, η θετική εικόνα περιορίζεται κυρίως
στο αρχικό στάδιο της ίδρυσης. Στην πράξη, η λειτουργία μιας
νέας επιχείρησης εξακολουθεί να συναντά σοβαρές δυσκολίες,
κυρίως σε θέματα υποδομών, συνδέσεων με δίκτυα κοινής
ωφέλειας και γραφειοκρατίας.
Ενδεικτικό είναι το ζήτημα της
ηλεκτροδότησης. Σύμφωνα με την εθνική έκθεση «Subnational
Business Ready» της Παγκόσμιας Τράπεζας, που αξιολόγησε τις
συνθήκες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Πάτρα, Ηράκλειο και
Αλεξανδρούπολη, η σύνδεση μιας νέας επιχείρησης με το δίκτυο
ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί από 76 έως και 124 ημέρες,
ανάλογα με την περιοχή.
Στην Αθήνα, μόνο για την έκδοση της
κοστολόγησης μετά την αίτηση σύνδεσης απαιτούνται περίπου 40
ημέρες, πριν καν ξεκινήσουν οι τεχνικές εργασίες. Παρότι
στην Αλεξανδρούπολη οι χρόνοι είναι μικρότεροι, οι
επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα αξιοπιστίας του
δικτύου, καθώς καταγράφονται περίπου 19 διακοπές ρεύματος
ετησίως, με αποτέλεσμα πολλές εταιρείες να καταφεύγουν σε
γεννήτριες.
Το κόστος εγκατάστασης νέας τριφασικής
παροχής 180 KVA κυμαίνεται από περίπου 29.700 ευρώ στη
Θεσσαλονίκη έως πάνω από 33.000 ευρώ στη Λάρισα, ποσά που
θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλά για μια νεοσύστατη επιχείρηση.
Παρόμοιες καθυστερήσεις παρατηρούνται και
στη σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης, όπου ο χρόνος αναμονής
μπορεί να φτάσει έως και τις 99 ημέρες. Αντίστοιχα, η
σύνδεση με υπηρεσίες τηλεφωνίας και διαδικτύου απαιτεί
συνήθως από 5 έως 15 ημέρες, ενώ στις περιπτώσεις
εγκατάστασης οπτικών ινών ο χρόνος μπορεί να επεκταθεί ακόμη
και στους δύο μήνες.
Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν
δυσλειτουργίες ακόμη και στη διαδικασία ίδρυσης της
επιχείρησης. Αν και το ΓΕΜΗ αποδίδει μοναδικό αριθμό
μητρώου, διαφορετικοί φορείς, όπως η ΑΑΔΕ, ο ΕΦΚΑ και τα
επιμελητήρια, χρησιμοποιούν ξεχωριστά αναγνωριστικά
στοιχεία, γεγονός που αυξάνει την πολυπλοκότητα.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επίσης το
άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών για νέες επιχειρήσεις, καθώς
οι διαδικασίες συχνά καθυστερούν αρκετές εβδομάδες, κυρίως
λόγω ελλιπούς ψηφιοποίησης του τραπεζικού συστήματος.
Δυσκολίες εντοπίζονται και στον τομέα των
ακινήτων και των οικοδομικών αδειών. Η έκδοση άδειας δόμησης
απαιτεί από 73 έως 120 ημέρες, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα
επισημαίνει έλλειψη διαφάνειας στον τρόπο υπολογισμού των
δημοτικών τελών. Σύμφωνα με την έκθεση, πολλοί δήμοι δεν
δημοσιοποιούν αναλυτικά τιμολόγια ή σαφείς οδηγίες, με
αποτέλεσμα τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι πολίτες να
δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πραγματικό κόστος.
Παρά τις βελτιώσεις που έχουν σημειωθεί, το
μεγαλύτερο διαχρονικό πρόβλημα για την επιχειρηματικότητα
στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η αργή απονομή δικαιοσύνης.
Στην Αθήνα, η ολοκλήρωση μιας εμπορικής υπόθεσης σε πρώτο
και δεύτερο βαθμό μπορεί να απαιτήσει περίπου 47 μήνες.
Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την
περιορισμένη χρήση ψηφιακών εργαλείων στη Δικαιοσύνη. Οι
εμπορικές υποθέσεις δεν διαχειρίζονται πλήρως ηλεκτρονικά,
οι αποφάσεις δεν δημοσιεύονται συστηματικά, δεν λειτουργούν
εξειδικευμένα εμπορικά δικαστήρια πρώτου βαθμού και
απουσιάζουν δυνατότητες όπως οι εικονικές ακροάσεις.
Έτσι, παρότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά
βήματα στην απλοποίηση της ίδρυσης επιχειρήσεων, η
καθημερινή λειτουργία μιας εταιρείας εξακολουθεί να
σκοντάφτει σε χρόνιες αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, των
υποδομών και της δικαστικής λειτουργίας.
|
|
|
|
|
|
|
|

Οι τιμές κατοικιών στην Ελλάδα ξεπέρασαν το
peak
του 2008 – Γιατί το στεγαστικό γίνεται όλο και πιο δύσκολο
Σε νέα ιστορικά
υψηλά έχουν περάσει πλέον οι τιμές αγοράς κατοικιών στην
Ελλάδα, με την ανοδική πορεία της αγοράς ακινήτων να
συνεχίζεται χωρίς σαφή σημάδια επιβράδυνσης. Το κόστος
απόκτησης κατοικίας όχι μόνο ανέκαμψε πλήρως από τη δεκαετή
κρίση, αλλά ξεπέρασε πλέον και τα επίπεδα του 2008,
εντείνοντας τις πιέσεις στα ελληνικά νοικοκυριά.
Σύμφωνα
με τα στοιχεία της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας
της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων
αυξήθηκαν το 2025 κατά 7,8% σε ετήσια βάση, με τον σχετικό
δείκτη να φτάνει τις 108,6 μονάδες, υψηλότερα από τις 101,7
μονάδες του 2008.
Ιδιαίτερα
ισχυρή ήταν η άνοδος τόσο στα νεόδμητα όσο και στα
παλαιότερα ακίνητα. Τα νέα διαμερίσματα έως πέντε ετών
κατέγραψαν αύξηση τιμών 7,4%, ενώ τα παλαιότερα ακίνητα
σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, της τάξης του 8,1%.
Οι μεγάλες
πόλεις οδηγούν το ράλι των τιμών
Οι μεγαλύτερες
αυξήσεις καταγράφηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Οι
μεγάλες πόλεις συνολικά εμφάνισαν άνοδο σχεδόν 10%, η
Θεσσαλονίκη κινήθηκε στο +9,6%, ενώ η Αθήνα συνέχισε επίσης
ανοδικά με αύξηση 6,2%.
Παρόμοια εικόνα
εμφανίζουν και τα ενοίκια, τα οποία συνεχίζουν να
επιβαρύνουν σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ο
δείκτης ενοικίων διαμορφώθηκε στις 116,1 μονάδες στο τέλος
του 2025, από 106,8 ένα χρόνο νωρίτερα, παραμένοντας πάντως
λίγο χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του 2011.
Την ίδια
στιγμή, τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό ανόδου.
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε
μόλις κατά 1,8%, καθώς ο πληθωρισμός απορροφά μεγάλο μέρος
των αυξήσεων, ενώ σε ονομαστικούς όρους η άνοδος έφτασε το
5,3%. Η απόσταση ανάμεσα στις τιμές κατοικιών και στις
οικονομικές δυνατότητες των πολιτών διευρύνεται συνεχώς.
|
|
|
|
|
|
|
|

Η ζήτηση παραμένει πολύ υψηλότερη από την προσφορά
Η Τράπεζα της
Ελλάδος αποδίδει τη συνεχιζόμενη άνοδο κυρίως στη μεγάλη
ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και διαθέσιμων κατοικιών. Η
ζήτηση ενισχύεται τόσο από το εξωτερικό όσο και από την
εγχώρια αγορά, ενώ η προσφορά νέων κατοικιών παραμένει
περιορισμένη.
Το ενδιαφέρον
ξένων επενδυτών εξακολουθεί να είναι έντονο, παρά τη μερική
επιβράδυνση που καταγράφηκε το 2025. Την περίοδο 2018–2025
οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα έφτασαν κατά μέσο όρο τα 1,6
δισ. ευρώ ετησίως, έναντι μόλις 170 εκατ. ευρώ την περίοδο
της κρίσης.
Ωστόσο, μέσα στο 2025 οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα
υποχώρησαν κατά περίπου 25%, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει
στις αλλαγές στο πρόγραμμα
Golden Visa, αλλά και στην αυξημένη διεθνή γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Παράλληλα, η
εγχώρια ζήτηση συνεχίζει να αυξάνεται λόγω της εντονότερης
αστικοποίησης, αλλά και της μεταβολής στη δομή των
νοικοκυριών. Η αύξηση των μονοπρόσωπων και μονογονεϊκών
νοικοκυριών δημιουργεί επιπλέον ανάγκες στέγασης, ακόμη και
σε ένα περιβάλλον συνολικής δημογραφικής συρρίκνωσης.
Τα κενά ακίνητα
και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις περιορίζουν την αγορά
Από την πλευρά
της προσφοράς, σημαντικό μέρος του οικιστικού αποθέματος
παραμένει εκτός αγοράς. Πολλά ακίνητα συνδέονται με μη
εξυπηρετούμενα δάνεια, δικαστικές εκκρεμότητες ή
πολυϊδιοκτησιακά προβλήματα, γεγονός που καθυστερεί την
αξιοποίησή τους.
Ταυτόχρονα, το
υψηλό κόστος ανακαίνισης λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλούς
ιδιοκτήτες, ενώ η εκτεταμένη χρήση κατοικιών για βραχυχρόνια
μίσθωση περιορίζει ακόμη περισσότερο τη διαθεσιμότητα
ακινήτων για μακροχρόνια κατοικία.
Η οικοδομική
δραστηριότητα παραμένει αδύναμη
Παρά την
εκτόξευση των τιμών, η κατασκευή νέων κατοικιών εξακολουθεί
να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Η συμβολή του κατασκευαστικού
κλάδου στο ΑΕΠ παραμένει κοντά στο 2%, σημαντικά χαμηλότερα
από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 5%.
Μέσα στο 2025 η
ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε σε σχέση με
το προηγούμενο έτος. Οι οικοδομικές άδειες μειώθηκαν κατά
2,4% σε αριθμό, κατά 9,4% σε επιφάνεια και κατά 2,4% σε
όγκο.
Η Τράπεζα της
Ελλάδος επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις προσφυγές
στο Συμβούλιο της Επικρατείας για τον Νέο Οικοδομικό
Κανονισμό επηρέασε αρνητικά την αγορά, αν και η απόφαση του
ΣτΕ συνέβαλε αργότερα στη σταδιακή επανεκκίνηση της
δραστηριότητας.
Επιστρέφουν
δυναμικά τα στεγαστικά δάνεια
Την ίδια ώρα, η
αγορά στεγαστικής πίστης δείχνει ξανά σημάδια ανάκαμψης. Οι
εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έφτασαν τα 2 δισ. ευρώ το
2025, έναντι 1,3 δισ. ευρώ το 2024.
Μέρος της
αύξησης συνδέεται με το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», μέσω του
οποίου εκταμιεύθηκαν περίπου 400 εκατ. ευρώ μέσα στη χρονιά.
Παράλληλα, ο
ρυθμός πιστωτικής επέκτασης των στεγαστικών δανείων πέρασε
σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια,
διαμορφούμενος στο +0,7%.
Η Τράπεζα της
Ελλάδος προειδοποιεί πάντως ότι, παρότι δεν διαφαίνεται
ακόμη άμεσος κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η
συνεχής άνοδος των τιμών δημιουργεί σταδιακά νέους
συστημικούς κινδύνους και απαιτεί στενή παρακολούθηση της
αγοράς και των τραπεζικών χορηγήσεων.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|